Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [53040-53060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52536τυραννώ[τυραννῶ] τυ-ραν-νώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τυρανν-άς κ. -είς ..., -ώντας | τυράνν-ησα, -ιέμαι κ. -ούμαι, -ήθηκα, -ηθώ, (λαϊκό) τυραννί-στηκα, -στεί, -σμένος} & τυραννάω 1. (μτφ.) ταλαιπωρώ κάποιον ψυχικά ή/και σωματικά, επιβάλλομαι με τη βία: Πάψε να με ~άς! Το κυκλοφοριακό ~ά τους πολίτες (πβ. κατατρύχει). Πβ. (κατα)δυναστεύω, καταπιέζω, κατα~, παιδεύω. ΣΥΝ. βασανίζω (2) 2. (σπανιότ.) κυβερνώ, εξουσιάζω τυραννικά. Πβ. καταδυναστεύω. ● Παθ.: τυραννιέμαι & τυραννούμαι (προφ.): ταλαιπωρούμαι: Μην ~ιέσαι (= βασανίζεσαι) άδικα. Πβ. μαρτυρώ, χτικιάζω. ΣΥΝ. δεινοπαθώ, κακοπαθαίνω [< αρχ. τυραννῶ, γαλλ. tyranniser, αγγλ. tyrannize]
52537τυράςτυ-ράς ουσ. (αρσ.) 1. (λαϊκό) τυρέμπορος, τυροπώλης. Βλ. -άς. 2. (οικ.) πρόσωπο που του αρέσει το τυρί.
52538τυρβάζωτυρ-βά-ζω ρ. (αμτβ.) {μόνο στο ενεστ. θ.} (λόγ.): μόνο στη ● ΦΡ.: περί άλλα τυρβάζει & (ΚΔ) μεριμνά και τυρβάζει περί πολλά (απαιτ. λεξιλόγ.): για κάποιον που ασχολείται με δευτερεύοντα ή πολλά θέματα, αμελώντας τις βασικές του υποχρεώσεις. [< αρχ. τυρβάζω]
52539τύρβητύρ-βη ουσ. (θηλ.) 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) θόρυβος, οχλαγωγία: μακριά από την ~ της αγοράς/της πόλης (πβ. αναταραχή). Η ~ της καθημερινότητας. 2. (επιστ.) ακανόνιστη ροή αερίου ή ρευστού: (ΦΥΣ.) η ~ του ανέμου. Ένταση της ~ης. Μοντέλα ~ης. Πβ. στροβιλισμός.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Ατμοσφαιρική ~. Βλ. στίλβη. [< 1: αρχ. τύρβη 2: γαλλ. turbulence, 1956]
52540τυρβώδης, ης, ες τυρ-βώ-δης επίθ. {τυρβώδ-ους | -εις (ουδ.) -η}: ΦΥΣ. που σχετίζεται με την τύρβη: ~ης: διάχυση/κινητική ενέργεια/ροή. ~ες: οριακό στρώμα. Βλ. -ώδης. [< αγγλ.-γαλλ. turbulent]
52541τυρέμποροςτυ-ρέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) τυρέμπορας: έμπορος τυριού. Βλ. -έμπορος. ΣΥΝ. τυροπώλης
52542τυρένιος, ια, ιο τυ-ρέ-νιος επίθ.: που περιέχει τυρί: ~ια: γεύση/ζύμη. ~ιο: φύλλο. ~ια: κριτσίνια. Βλ. -ένιος.
52543τυρίτυ-ρί ουσ. (ουδ.) {τυρ-ιού | -ιών}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γαλακτοκομικό προϊόν το οποίο προέρχεται από την πήξη του γάλακτος με προσθήκη πυτιάς, διαχωρίζεται από το τυρόγαλα και υφίσταται ζυμώσεις στα διάφορα στάδια παρασκευής του: αγελαδινό/κατσικίσιο/πρόβειο ~. Αλμυρό/ /ημίσκληρο (: γκούντα, ένταμ, κασέρι)/κίτρινο (: ρεγκάτο)/κοκκώδες (: τουλουμοτύρι)/κρεμώδες (: κατίκι, μπρι)/παραδοσιακό/χλωρό (: πρόσφατα πηγμένο) ~. Λευκά τυριά (: μαλακά, όπως: γαλοτύρι, καλαθάκι, κατίκι, κοπανιστή, μανούρι, πηχτόγαλο, τελεμές,τυροβολιά). ~ άλμης. Φρέσκο ~-κρέμα (βλ. μασκαρπόνε). Κατανάλωση/κεφάλι/τρίφτης (= τυροτρίφτης) ~ιού. ~ με έντονη/ήπια γεύση. Κόβω το ~. Τριμμένο ~. || Νηστίσιμα ~ιά (: φυτικά υποκατάστατα ~ιού). ~ σόγιας (= τόφου). || (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ σαγανάκι. Μελιτζάνες/μακαρόνια με ~ στον φούρνο. Ντιπ/σάλτσα/φοντί ~ιού. Πένες/σάλτσα με τέσσερα ~ιά. Σουφλέ ~ιών. Ψήνουμε την πίτσα, μέχρι να λιώσει το ~. Έφαγα ψωμί και ~ (= ψωμοτύρι). Βλ. κεφαλογραβιέρα, λαδο-, ξινο-τύρι, μυζήθρα, τυρόπηγμα, φέτα, χαλούμι. ΣΥΝ. τυρός ● Υποκ.: τυράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: μαλακό τυρί: που υπόκειται σε σύντομη επεξεργασία, ωριμάζει γρήγορα, περιέχει πολύ νερό και διατηρείται μία με τρεις εβδομάδες, αφού ανοιχθεί. Βλ. ανθότυρο, κότατζ, μοτσαρέλα., μπλε τυρί: ημίσκληρο, από αγελαδινό γάλα που έχει μπλε-πρασινωπή μούχλα στο εσωτερικό του και έντονη γεύση. Πβ. ροκφόρ. [< αγγλ. blue cheese] , σκληρό τυρί: που υπόκειται σε παρατεταμένη επεξεργασία, ωριμάζει αργά, δεν περιέχει πολύ νερό και διατηρείται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Βλ. γραβιέρα, έμενταλ, κεφαλοτύρι, παρμεζάνα, πεκορίνο, τσένταρ, τσέστερ. ● ΦΡ.: το τυρί το είδες, τη φάκα δεν την είδες; για αφελείς ή επιπόλαιους που εξαπατούνται παρασυρόμενοι από το δόλωμα. [< μεσν. τυρί(ν) < μτγν. τυρίον < αρχ. τυρὸς, γαλλ. fromage, αγγλ. cheese]
52544τυριέρατυ-ριέ-ρα ουσ. (θηλ.): σκεύος για τη φύλαξη ή/και το σερβίρισμα τυριού: ανοξείδωτη/γυάλινη/ξύλινη/πλαστική ~. ~ με καπάκι. Βλ. -ιέρα, τάπερ.
52545τυρίνητυ-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. καζεΐνη. Βλ. -ίνη.
52546ΤυρινήΤυ-ρι-νή ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. η τρίτη και τελευταία εβδομάδα της Αποκριάς, πριν από την Καθαρά Δευτέρα, κατά την οποία καταναλώνονται τυροκομικά προϊόντα όλες τις ημέρες· συνεκδ. η Κυριακή της αντίστοιχης εβδομάδας. Βλ. Κρεατινή. ΣΥΝ. η εβδομάδα/Κυριακή της Τυροφάγου [< μεσν. Τυρινή]
52547τυροβόλιτυ-ρο-βό-λι ουσ. (ουδ.): πλεκτό συνήθ. καλαθάκι με μικρές τρύπες για το στράγγισμα του τυροπήγματος: ανοξείδωτο ~. [< μτγν. τυροβόλιον]
52548τυροβολιάτυ-ρο-βο-λιά ουσ. (θηλ.) (διαλεκτ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λευκό, σχετικά μαλακό, παραδοσιακό τυρί, το οποίο παρασκευάζεται κατά τη στράγγιση του τυροπήγματος και προτού αρχίσει η ζύμωση για την παραγωγή κοπανιστής: γλυκιά ~. Πίτα με ~.
52549τυρόγαλα & τυρόγαλοτυ-ρό-γα-λα ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. (κοινό) ορός γάλακτος: τυριά ~ακτος. Βλ. μαvoύρι, μυζήθρα. 2. (σπάν.-μειωτ.) βλάχος, χωριάτης. [< μεσν. τυρόγαλον]
52550τυροειδής, ής, ές τυ-ρο-ει-δής επίθ.: ΙΑΤΡ. που μοιάζει στην υφή με τυρί: ~ής: νέκρωση (: µεταβολή νεκρού ιστού σε ~ή μάζα). Βλ. -ειδής. ΣΥΝ. τυρώδης [< γαλλ. caséeux]
52551τυροκαυτερήτυ-ρο-καυ-τε-ρή ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πολύ πικάντικη τυροσαλάτα. Πβ. χτυπητή. Βλ. τζατζίκι.
52552τυροκομείο[τυροκομεῖο] τυ-ρο-κο-μεί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο ή βιομηχανία παραγωγής τυριού ή/και τυροκομικών προϊόντων. Πβ. τυροκομία. Βλ. -κομείο. [< μτγν. τυροκομεῖον 'καλάθι για την παρασκευή τυριού']
52553τυροκόμησητυ-ρο-κό-μη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τυροκομώ: ~ γάλακτος. Η ~ της μυζήθρας. Πβ. τυροκομία.
52554τυροκομίατυ-ρο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παρασκευή τυριού και τυροκομικών προϊόντων· ειδικότ. ο σχετικός κλάδος ή η αντίστοιχη οργανωμένη μονάδα (τυροκομείο). Πβ. τυροκόμηση. Βλ. -κομία. [< γαλλ. fromagerie]
52555τυροκομικός, ή, ό τυ-ρο-κο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την τυροκομία: ~ή: επιχείρηση/μονάδα/παράδοση. ~ό: αλάτι. ~ές: εργασίες. Βλ. γαλακτοκομικός.|| (ως ουσ.) Αυστηροί έλεγχοι στα ~ά (ενν. προϊόντα, βλ. κεφαλοτύρι, μανούρι, φέτα). [< γαλλ. fromager]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.