| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 52548 | τυροβολιά | τυ-ρο-βο-λιά ουσ. (θηλ.) (διαλεκτ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λευκό, σχετικά μαλακό, παραδοσιακό τυρί, το οποίο παρασκευάζεται κατά τη στράγγιση του τυροπήγματος και προτού αρχίσει η ζύμωση για την παραγωγή κοπανιστής: γλυκιά ~. Πίτα με ~. | |
| 52549 | τυρόγαλα & τυρόγαλο | τυ-ρό-γα-λα ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. (κοινό) ορός γάλακτος: τυριά ~ακτος. Βλ. μαvoύρι, μυζήθρα. 2. (σπάν.-μειωτ.) βλάχος, χωριάτης. [< μεσν. τυρόγαλον] | |
| 52550 | τυροειδής | , ής, ές τυ-ρο-ει-δής επίθ.: ΙΑΤΡ. που μοιάζει στην υφή με τυρί: ~ής: νέκρωση (: µεταβολή νεκρού ιστού σε ~ή μάζα). Βλ. -ειδής. ΣΥΝ. τυρώδης [< γαλλ. caséeux] | |
| 52551 | τυροκαυτερή | τυ-ρο-καυ-τε-ρή ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πολύ πικάντικη τυροσαλάτα. Πβ. χτυπητή. Βλ. τζατζίκι. | |
| 52552 | τυροκομείο | [τυροκομεῖο] τυ-ρο-κο-μεί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο ή βιομηχανία παραγωγής τυριού ή/και τυροκομικών προϊόντων. Πβ. τυροκομία. Βλ. -κομείο. [< μτγν. τυροκομεῖον 'καλάθι για την παρασκευή τυριού'] | |
| 52553 | τυροκόμηση | τυ-ρο-κό-μη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τυροκομώ: ~ γάλακτος. Η ~ της μυζήθρας. Πβ. τυροκομία. | |
| 52554 | τυροκομία | τυ-ρο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παρασκευή τυριού και τυροκομικών προϊόντων· ειδικότ. ο σχετικός κλάδος ή η αντίστοιχη οργανωμένη μονάδα (τυροκομείο). Πβ. τυροκόμηση. Βλ. -κομία. [< γαλλ. fromagerie] | |
| 52555 | τυροκομικός | , ή, ό τυ-ρο-κο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την τυροκομία: ~ή: επιχείρηση/μονάδα/παράδοση. ~ό: αλάτι. ~ές: εργασίες. Βλ. γαλακτοκομικός.|| (ως ουσ.) Αυστηροί έλεγχοι στα ~ά (ενν. προϊόντα, βλ. κεφαλοτύρι, μανούρι, φέτα). [< γαλλ. fromager] | |
| 52556 | τυροκόμος | τυ-ρο-κό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την τυροκομία. Βλ. -κόμος. [< γαλλ. fromager] | |
| 52557 | τυροκομώ | [τυροκομῶ] τυ-ρο-κο-μώ ρ. (αμτβ.) {τυροκομεί ... | -είται, συνήθ. στον ενεστ.}: φτιάχνω τυρί από γάλα. Βλ. -κομώ. [< μτγν. τυροκομῶ] | |
| 52558 | τυροκουλούρα | τυ-ρο-κου-λού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): κουλούρα που περιέχει τυρί: ~ της Λαμπρής. | |
| 52559 | τυροκούλουρο | τυ-ρο-κού-λου-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κουλούρι που περιέχει τυρί. | |
| 52560 | τυρολέβητας | τυ-ρο-λέ-βη-τας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. καζάνι ειδικό για την παρασκευή τυριού. | |
| 52561 | τυρομπουκιές | τυ-ρο-μπου-κιές ουσ. (θηλ.) (οι): ΜΑΓΕΙΡ. μπουκιές από τυρί που σερβίρονται συνήθ. ως ορεκτικό: πικάντικες ~. Βλ. κοτομπουκιές. | |
| 52562 | τυρόπηγμα | τυ-ρό-πηγ-μα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πηγμένο γάλα που χρησιμοποιείται για την παρασκευή τυριού. Βλ. τυρόγαλα. | |
| 52563 | τυρόπιτα | τυ-ρό-πι-τα ουσ. (θηλ.) ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με γέμιση από τυρί και συνήθ. αβγά: αφράτη/γλυκιά/ζεστή/παραδοσιακή/στριφτή (& στριφτόπιτα)/στρογγυλή/τραγανή/χωριάτικη ~. ~ κουρού/με φύλλο/χωρίς φύλλο (πβ. κασόπιτα)/με σφολιάτα/ταψιού. Βλ. -πιτα, σπανακο~. ● Υποκ.: τυροπιτάκι (το), τυροπιτίτσα (η), τυροπιτούλα (η) | |
| 52564 | τυροπιτάδικο | τυ-ρο-πι-τά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατάστημα ή εργαστήριο παρασκευής και πώλησης κυρ. τυρόπιτας ή/και άλλων προϊόντων ζύμης. Βλ. -άδικο. | |
| 52565 | τυροπιτάς | τυ-ρο-πι-τάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ιδιοκτήτης ή υπάλληλος τυροπιτάδικου· αυτός που παρασκευάζει τυρόπιτες. Βλ. -άς. | |
| 52566 | τυροπιτιέρα | τυ-ρο-πι-τιέ-ρα ουσ. (θηλ.): θερμαινόμενη βιτρίνα, θερμοθάλαμος με τυρόπιτες ή/και άλλα προϊόντα ζύμης. Βλ. -ιέρα. | |
| 52567 | τυροπωλείο | [τυροπωλεῖο] τυ-ρο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα πώλησης κυρ. τυριού και τυροκομικών προϊόντων. Βλ. -πωλείο. ΣΥΝ. τυράδικο | |