Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [53040-53060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52548τυροβολιάτυ-ρο-βο-λιά ουσ. (θηλ.) (διαλεκτ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λευκό, σχετικά μαλακό, παραδοσιακό τυρί, το οποίο παρασκευάζεται κατά τη στράγγιση του τυροπήγματος και προτού αρχίσει η ζύμωση για την παραγωγή κοπανιστής: γλυκιά ~. Πίτα με ~.
52549τυρόγαλα & τυρόγαλοτυ-ρό-γα-λα ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. (κοινό) ορός γάλακτος: τυριά ~ακτος. Βλ. μαvoύρι, μυζήθρα. 2. (σπάν.-μειωτ.) βλάχος, χωριάτης. [< μεσν. τυρόγαλον]
52550τυροειδής, ής, ές τυ-ρο-ει-δής επίθ.: ΙΑΤΡ. που μοιάζει στην υφή με τυρί: ~ής: νέκρωση (: µεταβολή νεκρού ιστού σε ~ή μάζα). Βλ. -ειδής. ΣΥΝ. τυρώδης [< γαλλ. caséeux]
52551τυροκαυτερήτυ-ρο-καυ-τε-ρή ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πολύ πικάντικη τυροσαλάτα. Πβ. χτυπητή. Βλ. τζατζίκι.
52552τυροκομείο[τυροκομεῖο] τυ-ρο-κο-μεί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο ή βιομηχανία παραγωγής τυριού ή/και τυροκομικών προϊόντων. Πβ. τυροκομία. Βλ. -κομείο. [< μτγν. τυροκομεῖον 'καλάθι για την παρασκευή τυριού']
52553τυροκόμησητυ-ρο-κό-μη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τυροκομώ: ~ γάλακτος. Η ~ της μυζήθρας. Πβ. τυροκομία.
52554τυροκομίατυ-ρο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παρασκευή τυριού και τυροκομικών προϊόντων· ειδικότ. ο σχετικός κλάδος ή η αντίστοιχη οργανωμένη μονάδα (τυροκομείο). Πβ. τυροκόμηση. Βλ. -κομία. [< γαλλ. fromagerie]
52555τυροκομικός, ή, ό τυ-ρο-κο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την τυροκομία: ~ή: επιχείρηση/μονάδα/παράδοση. ~ό: αλάτι. ~ές: εργασίες. Βλ. γαλακτοκομικός.|| (ως ουσ.) Αυστηροί έλεγχοι στα ~ά (ενν. προϊόντα, βλ. κεφαλοτύρι, μανούρι, φέτα). [< γαλλ. fromager]
52556τυροκόμοςτυ-ρο-κό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την τυροκομία. Βλ. -κόμος. [< γαλλ. fromager]
52557τυροκομώ[τυροκομῶ] τυ-ρο-κο-μώ ρ. (αμτβ.) {τυροκομεί ... | -είται, συνήθ. στον ενεστ.}: φτιάχνω τυρί από γάλα. Βλ. -κομώ. [< μτγν. τυροκομῶ]
52558τυροκουλούρατυ-ρο-κου-λού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): κουλούρα που περιέχει τυρί: ~ της Λαμπρής.
52559τυροκούλουροτυ-ρο-κού-λου-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κουλούρι που περιέχει τυρί.
52560τυρολέβηταςτυ-ρο-λέ-βη-τας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. καζάνι ειδικό για την παρασκευή τυριού.
52561τυρομπουκιέςτυ-ρο-μπου-κιές ουσ. (θηλ.) (οι): ΜΑΓΕΙΡ. μπουκιές από τυρί που σερβίρονται συνήθ. ως ορεκτικό: πικάντικες ~. Βλ. κοτομπουκιές.
52562τυρόπηγματυ-ρό-πηγ-μα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πηγμένο γάλα που χρησιμοποιείται για την παρασκευή τυριού. Βλ. τυρόγαλα.
52563τυρόπιτατυ-ρό-πι-τα ουσ. (θηλ.) ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με γέμιση από τυρί και συνήθ. αβγά: αφράτη/γλυκιά/ζεστή/παραδοσιακή/στριφτή (& στριφτόπιτα)/στρογγυλή/τραγανή/χωριάτικη ~. ~ κουρού/με φύλλο/χωρίς φύλλο (πβ. κασόπιτα)/με σφολιάτα/ταψιού. Βλ. -πιτα, σπανακο~. ● Υποκ.: τυροπιτάκι (το), τυροπιτίτσα (η), τυροπιτούλα (η)
52564τυροπιτάδικοτυ-ρο-πι-τά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατάστημα ή εργαστήριο παρασκευής και πώλησης κυρ. τυρόπιτας ή/και άλλων προϊόντων ζύμης. Βλ. -άδικο.
52565τυροπιτάςτυ-ρο-πι-τάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ιδιοκτήτης ή υπάλληλος τυροπιτάδικου· αυτός που παρασκευάζει τυρόπιτες. Βλ. -άς.
52566τυροπιτιέρατυ-ρο-πι-τιέ-ρα ουσ. (θηλ.): θερμαινόμενη βιτρίνα, θερμοθάλαμος με τυρόπιτες ή/και άλλα προϊόντα ζύμης. Βλ. -ιέρα.
52567τυροπωλείο[τυροπωλεῖο] τυ-ρο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα πώλησης κυρ. τυριού και τυροκομικών προϊόντων. Βλ. -πωλείο. ΣΥΝ. τυράδικο

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.