| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52568 | τυροπώλης | τυ-ρο-πώ-λης ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης τυροπωλείου ή γενικότ. πωλητής τυριού. Πβ. τυράς. Βλ. -πώλης. ΣΥΝ. τυρέμπορος [< αρχ. τυροπώλης] | |
| 52569 | τυρός | τυ-ρός ουσ. (αρσ.) (αρχαιοπρ.): τυρί. ● ΦΡ.: μεταξύ τυρού και αχλαδιού & (λόγ.) αχλαδίου: στο τέλος του γεύματος· κατ' επέκτ. για πρόχειρη και ευκαιριακή συζήτηση σημαντικής υπόθεσης: Είχαν την ευκαιρία να συνομιλήσουν ~ ~. Στην κουβέντα, ~ ~, εξέφρασε τον προβληματισμό του για ... Πβ. παρεμπιπτόντως, περιστασιακά. [< γαλλ. entre la poire et le fromage] [< αρχ. τυρός] | |
| 52570 | τυροσαλάτα | τυ-ρο-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. ορεκτικό με βασικά συστατικά πολτοποιημένο τυρί, ρίγανη και λάδι: πικάντικη ~ (= τυροκαυτερή). Βλ. -σαλάτα. | |
| 52571 | τυροσινάση | τυ-ρο-σι-νά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο, πολύ διαδεδομένο στα ζώα και στα φυτά, το οποίο καταλύει την οξείδωση της τυροσίνης, με αποτέλεσμα την παραγωγή μελανίνης. [< γαλλ.-αγγλ. tyrosinase] | |
| 52572 | τυροσίνη | τυ-ρο-σί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. αμινοξύ (C9H11NO3), πολύ διαδεδομένο στη φύση μέσω τροφών πλούσιων σε πρωτεΐνες, το οποίο είναι απαραίτητο για τη βιοσύνθεση των ορμονών του θυρεοειδούς αδένα, της μελανίνης και των κατεχολαμινών. Βλ. -ίνη. [< γαλλ.-αγγλ. tyrosine] | |
| 52573 | τυροτρίφτης | τυ-ρο-τρί-φτης ουσ. (αρσ.): τρίφτης τυριού. [< μεσν. τυροτρίπτης] | |
| 52574 | τυροφαγία | τυ-ρο-φα-γί-α ουσ. (θηλ.): διατροφή που βασίζεται στην πολύ μεγάλη κατανάλωση τυριού. Βλ. -φαγία. [< μεσν. τυροφαγία] | |
| 52575 | τυροφάγος | τυ-ρο-φά-γος επίθ./ουσ. (ο/η): αυτός που καταναλώνει πολύ τυρί. Βλ. -φάγος. ● ΣΥΜΠΛ.: η εβδομάδα/Κυριακή της Τυροφάγου: ΕΚΚΛΗΣ. Τυρινή. Βλ. κρεοφάγος. [< μτγν. τυροφάγος] | |
| 52576 | τυρόψωμο | τυ-ρό-ψω-μο ουσ. (ουδ.): ψωμί που περιέχει τυρί, κυρ. φέτα. Βλ. ελιό-, σταφιδό-ψωμο. | |
| 52577 | τύρφη | τύρ-φη ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. οργανικό ίζημα, το οποίο δημιουργείται από τη συσσώρευση και την ατελή αποσύνθεση υπολειμμάτων ποωδών φυτών σε συνθήκες έλλειψης ατμοσφαιρικού αέρα: αποθέματα/εξόρυξη/κοιτάσματα/μπρικέτες/σχηματισμός ~ης. ~ για φυτά (βλ. λίπασμα, φυλλόχωμα). [< γερμ. Torf] | |
| 52578 | τυρφογένεση | τυρ-φο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. σχηματισμός τύρφης μέσω μικροβιακών και φυσικοχημικών παραγόντων. Βλ. -γένεση. | |
| 52579 | τυρφώδης | , ης, ες τυρ-φώ-δης επίθ. {τυρφώδ-ους | -εις (ουδ.-η)} (επιστ.): ΓΕΩΛ. που μοιάζει με τύρφη ή αποτελείται από αυτή: έλη με ~ες υπόστρωμα. ~εις: γαίες (= τυρφώνες). Βλ. -ώδης. [< γερμ. torfhaltig] | |
| 52580 | τυρφώνας | τυρ-φώ-νας ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΛ. -ΟΙΚΟΛ. υγρότοπος από τυρφώδεις γαίες, με ιδιαίτερη βλάστηση, ο οποίος απαντά σε περιοχές όπου βρέχει πολύ: όξινοι ~ες. Αλκαλικοί χαμηλοί ~ες. Ενεργοί ~ες υψιπέδων. Πβ. βάλτος, έλος, τέναγος. Βλ. -ώνας. | |
| 52581 | τυρώδης | , ης, ες τυ-ρώ-δης επίθ. {τυρώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. τυροειδής: ~ες: σμήγμα. Βλ. -ώδης. | |
| 52582 | τυτώ | τυ-τώ ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. είδος κουκουβάγιας (επιστ. ονομασ. Tyto alba), της οποίας το πρόσωπο, το στήθος και η κοιλιά είναι λευκά. Πβ. ανθρωποπούλι, κλαψοπούλι. Βλ. μπούφος. [< μτγν. τυτώ 'γλαῦξ'] | |
| 52583 | τυφέκιο | βλ. τουφέκι | |
| 52584 | τυφεκιοφόρος | τυ-φε-κι-ο-φό-ρος ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. στρατιώτης που φέρει τουφέκι: διμοιρία ~ων. Βλ. -φόρος. | |
| 52585 | τύφη | τύ-φη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ψάθα. [< μτγν. τύφη, αγγλ.-γαλλ. typha] | |
| 52586 | τυφικός | , ή, ό τυ-φι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον τύφο: (μη) ~ή σαλμονέλωση. [< γαλλ. typhique, αγγλ. typhic] | |
| 52588 | τυφλαμάρα | τυ-φλα-μά-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): τύφλα. Βλ. -άρα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ