Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [53060-53080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52568τυροπώληςτυ-ρο-πώ-λης ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης τυροπωλείου ή γενικότ. πωλητής τυριού. Πβ. τυράς. Βλ. -πώλης. ΣΥΝ. τυρέμπορος [< αρχ. τυροπώλης]
52569τυρόςτυ-ρός ουσ. (αρσ.) (αρχαιοπρ.): τυρί. ● ΦΡ.: μεταξύ τυρού και αχλαδιού & (λόγ.) αχλαδίου: στο τέλος του γεύματος· κατ' επέκτ. για πρόχειρη και ευκαιριακή συζήτηση σημαντικής υπόθεσης: Είχαν την ευκαιρία να συνομιλήσουν ~ ~. Στην κουβέντα, ~ ~, εξέφρασε τον προβληματισμό του για ... Πβ. παρεμπιπτόντως, περιστασιακά. [< γαλλ. entre la poire et le fromage] [< αρχ. τυρός]
52570τυροσαλάτατυ-ρο-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. ορεκτικό με βασικά συστατικά πολτοποιημένο τυρί, ρίγανη και λάδι: πικάντικη ~ (= τυροκαυτερή). Βλ. -σαλάτα.
52571τυροσινάσητυ-ρο-σι-νά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο, πολύ διαδεδομένο στα ζώα και στα φυτά, το οποίο καταλύει την οξείδωση της τυροσίνης, με αποτέλεσμα την παραγωγή μελανίνης. [< γαλλ.-αγγλ. tyrosinase]
52572τυροσίνητυ-ρο-σί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. αμινοξύ (C9H11NO3), πολύ διαδεδομένο στη φύση μέσω τροφών πλούσιων σε πρωτεΐνες, το οποίο είναι απαραίτητο για τη βιοσύνθεση των ορμονών του θυρεοειδούς αδένα, της μελανίνης και των κατεχολαμινών. Βλ. -ίνη. [< γαλλ.-αγγλ. tyrosine]
52573τυροτρίφτηςτυ-ρο-τρί-φτης ουσ. (αρσ.): τρίφτης τυριού. [< μεσν. τυροτρίπτης]
52574τυροφαγίατυ-ρο-φα-γί-α ουσ. (θηλ.): διατροφή που βασίζεται στην πολύ μεγάλη κατανάλωση τυριού. Βλ. -φαγία. [< μεσν. τυροφαγία]
52575τυροφάγοςτυ-ρο-φά-γος επίθ./ουσ. (ο/η): αυτός που καταναλώνει πολύ τυρί. Βλ. -φάγος. ● ΣΥΜΠΛ.: η εβδομάδα/Κυριακή της Τυροφάγου: ΕΚΚΛΗΣ. Τυρινή. Βλ. κρεοφάγος. [< μτγν. τυροφάγος]
52576τυρόψωμοτυ-ρό-ψω-μο ουσ. (ουδ.): ψωμί που περιέχει τυρί, κυρ. φέτα. Βλ. ελιό-, σταφιδό-ψωμο.
52577τύρφητύρ-φη ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. οργανικό ίζημα, το οποίο δημιουργείται από τη συσσώρευση και την ατελή αποσύνθεση υπολειμμάτων ποωδών φυτών σε συνθήκες έλλειψης ατμοσφαιρικού αέρα: αποθέματα/εξόρυξη/κοιτάσματα/μπρικέτες/σχηματισμός ~ης. ~ για φυτά (βλ. λίπασμα, φυλλόχωμα). [< γερμ. Torf]
52578τυρφογένεσητυρ-φο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. σχηματισμός τύρφης μέσω μικροβιακών και φυσικοχημικών παραγόντων. Βλ. -γένεση.
52579τυρφώδης, ης, ες τυρ-φώ-δης επίθ. {τυρφώδ-ους | -εις (ουδ.-η)} (επιστ.): ΓΕΩΛ. που μοιάζει με τύρφη ή αποτελείται από αυτή: έλη με ~ες υπόστρωμα. ~εις: γαίες (= τυρφώνες). Βλ. -ώδης. [< γερμ. torfhaltig]
52580τυρφώναςτυρ-φώ-νας ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΛ. -ΟΙΚΟΛ. υγρότοπος από τυρφώδεις γαίες, με ιδιαίτερη βλάστηση, ο οποίος απαντά σε περιοχές όπου βρέχει πολύ: όξινοι ~ες. Αλκαλικοί χαμηλοί ~ες. Ενεργοί ~ες υψιπέδων. Πβ. βάλτος, έλος, τέναγος. Βλ. -ώνας.
52581τυρώδης, ης, ες τυ-ρώ-δης επίθ. {τυρώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. τυροειδής: ~ες: σμήγμα. Βλ. -ώδης.
52582τυτώ

τυ-τώ ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. είδος κουκουβάγιας (επιστ. ονομασ. Tyto alba), της οποίας το πρόσωπο, το στήθος και η κοιλιά είναι λευκά. Πβ. ανθρωποπούλι, κλαψοπούλι. Βλ. μπούφος. [< μτγν. τυτώ 'γλαῦξ']

52583τυφέκιοβλ. τουφέκι
52584τυφεκιοφόροςτυ-φε-κι-ο-φό-ρος ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. στρατιώτης που φέρει τουφέκι: διμοιρία ~ων. Βλ. -φόρος.
52585τύφητύ-φη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ψάθα. [< μτγν. τύφη, αγγλ.-γαλλ. typha]
52586τυφικός

, ή, ό τυ-φι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον τύφο: (μη) ~ή σαλμονέλωση. [< γαλλ. typhique, αγγλ. typhic]

52588τυφλαμάρατυ-φλα-μά-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): τύφλα. Βλ. -άρα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.