| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52556 | τυροκόμος | τυ-ρο-κό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την τυροκομία. Βλ. -κόμος. [< γαλλ. fromager] | |
| 52557 | τυροκομώ | [τυροκομῶ] τυ-ρο-κο-μώ ρ. (αμτβ.) {τυροκομεί ... | -είται, συνήθ. στον ενεστ.}: φτιάχνω τυρί από γάλα. Βλ. -κομώ. [< μτγν. τυροκομῶ] | |
| 52558 | τυροκουλούρα | τυ-ρο-κου-λού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): κουλούρα που περιέχει τυρί: ~ της Λαμπρής. | |
| 52559 | τυροκούλουρο | τυ-ρο-κού-λου-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κουλούρι που περιέχει τυρί. | |
| 52560 | τυρολέβητας | τυ-ρο-λέ-βη-τας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. καζάνι ειδικό για την παρασκευή τυριού. | |
| 52561 | τυρομπουκιές | τυ-ρο-μπου-κιές ουσ. (θηλ.) (οι): ΜΑΓΕΙΡ. μπουκιές από τυρί που σερβίρονται συνήθ. ως ορεκτικό: πικάντικες ~. Βλ. κοτομπουκιές. | |
| 52562 | τυρόπηγμα | τυ-ρό-πηγ-μα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πηγμένο γάλα που χρησιμοποιείται για την παρασκευή τυριού. Βλ. τυρόγαλα. | |
| 52563 | τυρόπιτα | τυ-ρό-πι-τα ουσ. (θηλ.) ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με γέμιση από τυρί και συνήθ. αβγά: αφράτη/γλυκιά/ζεστή/παραδοσιακή/στριφτή (& στριφτόπιτα)/στρογγυλή/τραγανή/χωριάτικη ~. ~ κουρού/με φύλλο/χωρίς φύλλο (πβ. κασόπιτα)/με σφολιάτα/ταψιού. Βλ. -πιτα, σπανακο~. ● Υποκ.: τυροπιτάκι (το), τυροπιτίτσα (η), τυροπιτούλα (η) | |
| 52564 | τυροπιτάδικο | τυ-ρο-πι-τά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατάστημα ή εργαστήριο παρασκευής και πώλησης κυρ. τυρόπιτας ή/και άλλων προϊόντων ζύμης. Βλ. -άδικο. | |
| 52565 | τυροπιτάς | τυ-ρο-πι-τάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ιδιοκτήτης ή υπάλληλος τυροπιτάδικου· αυτός που παρασκευάζει τυρόπιτες. Βλ. -άς. | |
| 52566 | τυροπιτιέρα | τυ-ρο-πι-τιέ-ρα ουσ. (θηλ.): θερμαινόμενη βιτρίνα, θερμοθάλαμος με τυρόπιτες ή/και άλλα προϊόντα ζύμης. Βλ. -ιέρα. | |
| 52567 | τυροπωλείο | [τυροπωλεῖο] τυ-ρο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα πώλησης κυρ. τυριού και τυροκομικών προϊόντων. Βλ. -πωλείο. ΣΥΝ. τυράδικο | |
| 52568 | τυροπώλης | τυ-ρο-πώ-λης ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης τυροπωλείου ή γενικότ. πωλητής τυριού. Πβ. τυράς. Βλ. -πώλης. ΣΥΝ. τυρέμπορος [< αρχ. τυροπώλης] | |
| 52569 | τυρός | τυ-ρός ουσ. (αρσ.) (αρχαιοπρ.): τυρί. ● ΦΡ.: μεταξύ τυρού και αχλαδιού & (λόγ.) αχλαδίου: στο τέλος του γεύματος· κατ' επέκτ. για πρόχειρη και ευκαιριακή συζήτηση σημαντικής υπόθεσης: Είχαν την ευκαιρία να συνομιλήσουν ~ ~. Στην κουβέντα, ~ ~, εξέφρασε τον προβληματισμό του για ... Πβ. παρεμπιπτόντως, περιστασιακά. [< γαλλ. entre la poire et le fromage] [< αρχ. τυρός] | |
| 52570 | τυροσαλάτα | τυ-ρο-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. ορεκτικό με βασικά συστατικά πολτοποιημένο τυρί, ρίγανη και λάδι: πικάντικη ~ (= τυροκαυτερή). Βλ. -σαλάτα. | |
| 52571 | τυροσινάση | τυ-ρο-σι-νά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο, πολύ διαδεδομένο στα ζώα και στα φυτά, το οποίο καταλύει την οξείδωση της τυροσίνης, με αποτέλεσμα την παραγωγή μελανίνης. [< γαλλ.-αγγλ. tyrosinase] | |
| 52572 | τυροσίνη | τυ-ρο-σί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. αμινοξύ (C9H11NO3), πολύ διαδεδομένο στη φύση μέσω τροφών πλούσιων σε πρωτεΐνες, το οποίο είναι απαραίτητο για τη βιοσύνθεση των ορμονών του θυρεοειδούς αδένα, της μελανίνης και των κατεχολαμινών. Βλ. -ίνη. [< γαλλ.-αγγλ. tyrosine] | |
| 52573 | τυροτρίφτης | τυ-ρο-τρί-φτης ουσ. (αρσ.): τρίφτης τυριού. [< μεσν. τυροτρίπτης] | |
| 52574 | τυροφαγία | τυ-ρο-φα-γί-α ουσ. (θηλ.): διατροφή που βασίζεται στην πολύ μεγάλη κατανάλωση τυριού. Βλ. -φαγία. [< μεσν. τυροφαγία] | |
| 52575 | τυροφάγος | τυ-ρο-φά-γος επίθ./ουσ. (ο/η): αυτός που καταναλώνει πολύ τυρί. Βλ. -φάγος. ● ΣΥΜΠΛ.: η εβδομάδα/Κυριακή της Τυροφάγου: ΕΚΚΛΗΣ. Τυρινή. Βλ. κρεοφάγος. [< μτγν. τυροφάγος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ