| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52576 | τυρόψωμο | τυ-ρό-ψω-μο ουσ. (ουδ.): ψωμί που περιέχει τυρί, κυρ. φέτα. Βλ. ελιό-, σταφιδό-ψωμο. | |
| 52577 | τύρφη | τύρ-φη ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. οργανικό ίζημα, το οποίο δημιουργείται από τη συσσώρευση και την ατελή αποσύνθεση υπολειμμάτων ποωδών φυτών σε συνθήκες έλλειψης ατμοσφαιρικού αέρα: αποθέματα/εξόρυξη/κοιτάσματα/μπρικέτες/σχηματισμός ~ης. ~ για φυτά (βλ. λίπασμα, φυλλόχωμα). [< γερμ. Torf] | |
| 52578 | τυρφογένεση | τυρ-φο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. σχηματισμός τύρφης μέσω μικροβιακών και φυσικοχημικών παραγόντων. Βλ. -γένεση. | |
| 52579 | τυρφώδης | , ης, ες τυρ-φώ-δης επίθ. {τυρφώδ-ους | -εις (ουδ.-η)} (επιστ.): ΓΕΩΛ. που μοιάζει με τύρφη ή αποτελείται από αυτή: έλη με ~ες υπόστρωμα. ~εις: γαίες (= τυρφώνες). Βλ. -ώδης. [< γερμ. torfhaltig] | |
| 52580 | τυρφώνας | τυρ-φώ-νας ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΛ. -ΟΙΚΟΛ. υγρότοπος από τυρφώδεις γαίες, με ιδιαίτερη βλάστηση, ο οποίος απαντά σε περιοχές όπου βρέχει πολύ: όξινοι ~ες. Αλκαλικοί χαμηλοί ~ες. Ενεργοί ~ες υψιπέδων. Πβ. βάλτος, έλος, τέναγος. Βλ. -ώνας. | |
| 52581 | τυρώδης | , ης, ες τυ-ρώ-δης επίθ. {τυρώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. τυροειδής: ~ες: σμήγμα. Βλ. -ώδης. | |
| 52582 | τυτώ | τυ-τώ ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. είδος κουκουβάγιας (επιστ. ονομασ. Tyto alba), της οποίας το πρόσωπο, το στήθος και η κοιλιά είναι λευκά. Πβ. ανθρωποπούλι, κλαψοπούλι. Βλ. μπούφος. [< μτγν. τυτώ 'γλαῦξ'] | |
| 52583 | τυφέκιο | βλ. τουφέκι | |
| 52584 | τυφεκιοφόρος | τυ-φε-κι-ο-φό-ρος ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. στρατιώτης που φέρει τουφέκι: διμοιρία ~ων. Βλ. -φόρος. | |
| 52585 | τύφη | τύ-φη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ψάθα. [< μτγν. τύφη, αγγλ.-γαλλ. typha] | |
| 52586 | τυφικός | , ή, ό τυ-φι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον τύφο: (μη) ~ή σαλμονέλωση. [< γαλλ. typhique, αγγλ. typhic] | |
| 52588 | τυφλαμάρα | τυ-φλα-μά-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): τύφλα. Βλ. -άρα. | |
| 52589 | τυφλόμυγα | τυ-φλό-μυ-γα ουσ. (θηλ.): παιδικό παιχνίδι κατά το οποίο ένας παίκτης, που έχει δεμένα τα μάτια του με μαντίλι, προσπαθεί να πιάσει κάποιον από τους συμπαίκτες του και, ψηλαφώντας τον, να τον αναγνωρίσει. | |
| 52590 | τυφλοπόντικας | τυ-φλο-πό-ντι-κας ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. μικρό τρωκτικό (επιστ. ονομασ. Talpa europea) με κοντή ουρά, πολύ απαλό μαύρο τρίχωμα, οξεία όσφρηση και ακοή, αλλά ασθενική όραση, καθώς τα μάτια του καλύπτονται από δέρμα, το οποίο ζει σε υπόγειες στοές που φτιάχνει με τα ισχυρά του δόντια και τα κατάλληλα διαμορφωμένα μπροστινά του πόδια. ΣΥΝ. ασπάλακας 2. (μτφ., για πρόσ.) που του αρέσει να ζει στο σκοτάδι. | |
| 52591 | τυφλός | , ή, ό τυ-φλός επίθ. 1. που δεν βλέπει, δεν έχει την ικανότητα της όρασης: Γεννήθηκε/έμεινε ~. Ήταν εντελώς/σχεδόν ~ή. ~ από το ένα μάτι.|| (ως ουσ.) Μερικώς/ολικώς ~οί. Συνοδοί/σχολή ~ών. Επίδομα ~ού. Μπαστούνι/πεζοδρόμια (: με χαρακτηριστικές ανάγλυφες κίτρινες πλάκες)/σύστημα γραφής (= Μπράιγ) για ~ούς. Πβ. αόμματος, γκαβός, στραβός. 2. (μτφ., για αρνητικά συνήθ. συναισθήματα) παράφορος, παράλογος: ~ός: έρωτας. ~ή: οργή. ~ό: μίσος/πάθος. 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) απόλυτος, απεριόριστος, ολοκληρωτικός: ~ή: αφοσίωση/πίστη/προσήλωση/υπακοή. Βλ. εθελότυφλος. 4. (μτφ.) που ενεργεί άβουλα, χαρακτηρίζεται από απουσία κρίσης ή λογικής: ~ από φανατισμό/για εκδίκηση. ~ό όργανο της εξουσίας.|| Οι ~ές δυνάμεις της αγοράς. Πβ. άλογος. 5. (μτφ., για επιθετική ή τρομοκρατική ενέργεια) που δεν έχει συγκεκριμένο στόχο: ~ή: βομβιστική επίθεση/τρομοκρατία. ~ά: χτυπήματα. 6. (μτφ.) που δεν έχει έξοδο, αλλά μόνο είσοδο ή δεν έχει παράθυρο ή το άνοιγμά του είναι χτισμένο: ~ός: δρόμος (πβ. αδιέξοδος). ~ό: οικόπεδο.|| ~ός: διάδρομος/τοίχος. ~ό: δωμάτιο.|| ~ό: παράθυρο. 7. (μτφ.) που δεν επιτρέπει την ορατότητα: ~ή: προσπέραση/στροφή. 8. (μτφ., σε ομαδικά αθλήματα) που γίνεται από παίκτη με περιορισμένο οπτικό πεδίο: ~ή: απόκρουση/μπαλιά/πάσα. ● επίρρ.: τυφλά ● ΣΥΜΠΛ.: τυφλή μελέτη & τυφλή δοκιμασία/έρευνα: ΙΑΤΡ. κατά την οποία ασθενείς και ερευνητές γιατροί δεν γνωρίζουν ποιος λαμβάνει νέα θεραπεία, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αντικειμενικότητα στην κρίση τους: απλή (: αγνοούν μόνο οι άρρωστοι)/διπλή (: αγνοούν και οι δύο) ~ ~., τυφλή προσγείωση: που γίνεται αυτόματα, χωρίς ο πιλότος να έχει οπτική επαφή με τον διάδρομο προσγείωσης. [< αγγλ. blind landing, 1930] , τυφλό (έντερο): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. το αρχικό τμήμα του παχέος εντέρου που βρίσκεται ανάμεσα στον ειλεό και το ανιόν κόλον και καταλήγει στη σκωληκοειδή απόφυση. , τυφλό σημείο 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. περιοχή του αμφιβληστροειδούς χιτώνα όπου καταλήγει το οπτικό νεύρο και η οποία αντιστοιχεί στην απουσία φωτοευαίσθητων κυττάρων, με αποτέλεσμα την ύπαρξη κενού στο οπτικό πεδίο, το οποίο δεν γίνεται αντιληπτό υπό κανονικές συνθήκες. 2. περιοχή που δεν μπορεί να ελέγξει κάποιος με την όρασή του, στην οποία δεν μπορεί να δει: Το ~ ~ του καθρέφτη (του αυτοκινήτου)., τυφλό σύστημα (μτφ.): πληκτρολόγηση (σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ή γραφομηχανή) χωρίς ο χρήστης να κοιτά τα πλήκτρα., τυφλό τραύμα (μτφ.): με οπή μόνο στο σημείο εισόδου: Φέρει ~ ~ στο(ν) θώρακα. ΑΝΤ. διαμπερές τραύμα, Κυριακή του τυφλού βλ. Κυριακή, τυφλή βία βλ. βία, τυφλή πτήση βλ. πτήση ● ΦΡ.: η δικαιοσύνη είναι τυφλή & (σπάν.) η Θέμις είναι τυφλή: για να δηλωθεί ότι η απονομή της δικαιοσύνης γίνεται με αμεροληψία., στα τυφλά 1. (μτφ.) στην τύχη: Πηγαίναμε/ψάχναμε ~ ~ (= στα κουτουρού).|| Ραντεβού ~ ~ (: χωρίς να ξέρει και να έχει δει ποτέ ο ένας τον άλλον). 2. χωρίς κάποιος να βλέπει: Περπατούν τη νύχτα ~ ~ (: στο σκοτάδι)., εμπιστεύομαι κάποιον με κλειστά μάτια/τυφλά βλ. εμπιστεύομαι, έχω/δείχνω απόλυτη/τυφλή εμπιστοσύνη σε κάποιον/κάτι βλ. εμπιστοσύνη, ποιος στραβός/τυφλός δεν θέλει το φως του; βλ. φως, στους τυφλούς/στους στραβούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος βλ. μονόφθαλμος [< αρχ. τυφλός, γαλλ. aveugle] | |
| 52592 | τυφλοσούρτης | τυ-φλο-σούρ-της ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) τυφλοσύρτης (συνήθ. μειωτ.): λυσάρι και κατ' επέκτ. κάθε βοηθητικός οδηγός με έτοιμες λύσεις και πρακτικές οδηγίες που εφαρμόζονται πιστά και μηχανικά. Πβ. μπούσουλας, ρετσέτα. | |
| 52593 | τυφλότητα | τυ-φλό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.) : η κατάσταση του τυφλού: επίδομα ~ας. ΑΝΤ. όραση.|| (μτφ.) Εθνικιστική ~. Πβ. τύφλα. Βλ. -ότητα. [< αρχ. τυφλότης] | |
| 52594 | τυφλώνω | τυ-φλώ-νω ρ. (μτβ.) {τύφλω-σα, τυφλώ-σει, -θηκα, -μένος, τυφλών-οντας} 1. κάνω κάποιον να χάσει, προσωρινά ή μόνιμα, την αίσθηση της όρασης: ~θηκε μετά από ένα σοβαρό ατύχημα.|| (για ισχυρή πηγή φωτός που περιορίζει τη δυνατότητα όρασης:) Με ~σε ο ήλιος/η λάμψη/ο προβολέας. Πβ. θαμπώνω. ΣΥΝ. γκαβώνω, στραβώνω (3) 2. (μτφ.) θολώνω την κρίση κάποιου· εντυπωσιάζω: Τον έχει ~σει το μίσος/το πάθος/ο φανατισμός. ~θηκε από τα πλούτη. Ήταν ~μένη από τον έρωτά της γι' αυτόν. Βλ. εθελοτυφλώ.|| Τον ~σε η σπάνια ομορφιά της. [< μεσν. τυφλώνω < αρχ. τυφλῶ] | |
| 52595 | τύφλωση | τύ-φλω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. έλλειψη ή απώλεια της όρασης λόγω οφθαλμικής πάθησης ή εξωτερικών αιτίων: εκ γενετής/επίκτητη/στιγμιαία ~. ~ που οφείλεται σε διαβήτη. Κίνδυνος/μορφές/πρόληψη ~ης. Θεραπεία της ~ης με γενετική μηχανική. Ιστοσελίδα αναγνώσιμη από άτομα με ~. Πβ. οπτική αναπηρία. Βλ. γλαύκωμα, τράχωμα.|| (ΨΥΧΙΑΤΡ.) Ψυχική ~ (: ο πάσχων βλέπει τα αντικείμενα, αλλά αδυνατεί να τα αναγνωρίσει). 2. (μτφ.) απουσία κρίσης ή διάκρισης: ηθική/ιδεολογική/πνευματική/πολιτική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: τύφλωση απροσεξίας & αντιληπτική τύφλωση: ΨΥΧΟΛ. αδυναμία αντίληψης αντικειμένου που βρίσκεται στο άμεσο οπτικό πεδίο, γιατί η προσοχή είναι στραμμένη αλλού. [< αγγλ. inattentional/perceptual blindnesses] [< 1: αρχ. τύφλωσις, αγγλ. blindness 2: γαλλ. aveuglement] | |
| 52596 | τυφλωτικός | , ή, ό τυ-φλω-τι-κός επίθ.: που προκαλεί τύφλωση: ~ή: λάμψη (= εκτυφλωτική). [< μτγν. τυφλωτικός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ