| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52589 | τυφλόμυγα | τυ-φλό-μυ-γα ουσ. (θηλ.): παιδικό παιχνίδι κατά το οποίο ένας παίκτης, που έχει δεμένα τα μάτια του με μαντίλι, προσπαθεί να πιάσει κάποιον από τους συμπαίκτες του και, ψηλαφώντας τον, να τον αναγνωρίσει. | |
| 52590 | τυφλοπόντικας | τυ-φλο-πό-ντι-κας ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. μικρό τρωκτικό (επιστ. ονομασ. Talpa europea) με κοντή ουρά, πολύ απαλό μαύρο τρίχωμα, οξεία όσφρηση και ακοή, αλλά ασθενική όραση, καθώς τα μάτια του καλύπτονται από δέρμα, το οποίο ζει σε υπόγειες στοές που φτιάχνει με τα ισχυρά του δόντια και τα κατάλληλα διαμορφωμένα μπροστινά του πόδια. ΣΥΝ. ασπάλακας 2. (μτφ., για πρόσ.) που του αρέσει να ζει στο σκοτάδι. | |
| 52591 | τυφλός | , ή, ό τυ-φλός επίθ. 1. που δεν βλέπει, δεν έχει την ικανότητα της όρασης: Γεννήθηκε/έμεινε ~. Ήταν εντελώς/σχεδόν ~ή. ~ από το ένα μάτι.|| (ως ουσ.) Μερικώς/ολικώς ~οί. Συνοδοί/σχολή ~ών. Επίδομα ~ού. Μπαστούνι/πεζοδρόμια (: με χαρακτηριστικές ανάγλυφες κίτρινες πλάκες)/σύστημα γραφής (= Μπράιγ) για ~ούς. Πβ. αόμματος, γκαβός, στραβός. 2. (μτφ., για αρνητικά συνήθ. συναισθήματα) παράφορος, παράλογος: ~ός: έρωτας. ~ή: οργή. ~ό: μίσος/πάθος. 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) απόλυτος, απεριόριστος, ολοκληρωτικός: ~ή: αφοσίωση/πίστη/προσήλωση/υπακοή. Βλ. εθελότυφλος. 4. (μτφ.) που ενεργεί άβουλα, χαρακτηρίζεται από απουσία κρίσης ή λογικής: ~ από φανατισμό/για εκδίκηση. ~ό όργανο της εξουσίας.|| Οι ~ές δυνάμεις της αγοράς. Πβ. άλογος. 5. (μτφ., για επιθετική ή τρομοκρατική ενέργεια) που δεν έχει συγκεκριμένο στόχο: ~ή: βομβιστική επίθεση/τρομοκρατία. ~ά: χτυπήματα. 6. (μτφ.) που δεν έχει έξοδο, αλλά μόνο είσοδο ή δεν έχει παράθυρο ή το άνοιγμά του είναι χτισμένο: ~ός: δρόμος (πβ. αδιέξοδος). ~ό: οικόπεδο.|| ~ός: διάδρομος/τοίχος. ~ό: δωμάτιο.|| ~ό: παράθυρο. 7. (μτφ.) που δεν επιτρέπει την ορατότητα: ~ή: προσπέραση/στροφή. 8. (μτφ., σε ομαδικά αθλήματα) που γίνεται από παίκτη με περιορισμένο οπτικό πεδίο: ~ή: απόκρουση/μπαλιά/πάσα. ● επίρρ.: τυφλά ● ΣΥΜΠΛ.: τυφλή μελέτη & τυφλή δοκιμασία/έρευνα: ΙΑΤΡ. κατά την οποία ασθενείς και ερευνητές γιατροί δεν γνωρίζουν ποιος λαμβάνει νέα θεραπεία, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αντικειμενικότητα στην κρίση τους: απλή (: αγνοούν μόνο οι άρρωστοι)/διπλή (: αγνοούν και οι δύο) ~ ~., τυφλή προσγείωση: που γίνεται αυτόματα, χωρίς ο πιλότος να έχει οπτική επαφή με τον διάδρομο προσγείωσης. [< αγγλ. blind landing, 1930] , τυφλό (έντερο): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. το αρχικό τμήμα του παχέος εντέρου που βρίσκεται ανάμεσα στον ειλεό και το ανιόν κόλον και καταλήγει στη σκωληκοειδή απόφυση. , τυφλό σημείο 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. περιοχή του αμφιβληστροειδούς χιτώνα όπου καταλήγει το οπτικό νεύρο και η οποία αντιστοιχεί στην απουσία φωτοευαίσθητων κυττάρων, με αποτέλεσμα την ύπαρξη κενού στο οπτικό πεδίο, το οποίο δεν γίνεται αντιληπτό υπό κανονικές συνθήκες. 2. περιοχή που δεν μπορεί να ελέγξει κάποιος με την όρασή του, στην οποία δεν μπορεί να δει: Το ~ ~ του καθρέφτη (του αυτοκινήτου)., τυφλό σύστημα (μτφ.): πληκτρολόγηση (σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ή γραφομηχανή) χωρίς ο χρήστης να κοιτά τα πλήκτρα., τυφλό τραύμα (μτφ.): με οπή μόνο στο σημείο εισόδου: Φέρει ~ ~ στο(ν) θώρακα. ΑΝΤ. διαμπερές τραύμα, Κυριακή του τυφλού βλ. Κυριακή, τυφλή βία βλ. βία, τυφλή πτήση βλ. πτήση ● ΦΡ.: η δικαιοσύνη είναι τυφλή & (σπάν.) η Θέμις είναι τυφλή: για να δηλωθεί ότι η απονομή της δικαιοσύνης γίνεται με αμεροληψία., στα τυφλά 1. (μτφ.) στην τύχη: Πηγαίναμε/ψάχναμε ~ ~ (= στα κουτουρού).|| Ραντεβού ~ ~ (: χωρίς να ξέρει και να έχει δει ποτέ ο ένας τον άλλον). 2. χωρίς κάποιος να βλέπει: Περπατούν τη νύχτα ~ ~ (: στο σκοτάδι)., εμπιστεύομαι κάποιον με κλειστά μάτια/τυφλά βλ. εμπιστεύομαι, έχω/δείχνω απόλυτη/τυφλή εμπιστοσύνη σε κάποιον/κάτι βλ. εμπιστοσύνη, ποιος στραβός/τυφλός δεν θέλει το φως του; βλ. φως, στους τυφλούς/στους στραβούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος βλ. μονόφθαλμος [< αρχ. τυφλός, γαλλ. aveugle] | |
| 52592 | τυφλοσούρτης | τυ-φλο-σούρ-της ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) τυφλοσύρτης (συνήθ. μειωτ.): λυσάρι και κατ' επέκτ. κάθε βοηθητικός οδηγός με έτοιμες λύσεις και πρακτικές οδηγίες που εφαρμόζονται πιστά και μηχανικά. Πβ. μπούσουλας, ρετσέτα. | |
| 52593 | τυφλότητα | τυ-φλό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.) : η κατάσταση του τυφλού: επίδομα ~ας. ΑΝΤ. όραση.|| (μτφ.) Εθνικιστική ~. Πβ. τύφλα. Βλ. -ότητα. [< αρχ. τυφλότης] | |
| 52594 | τυφλώνω | τυ-φλώ-νω ρ. (μτβ.) {τύφλω-σα, τυφλώ-σει, -θηκα, -μένος, τυφλών-οντας} 1. κάνω κάποιον να χάσει, προσωρινά ή μόνιμα, την αίσθηση της όρασης: ~θηκε μετά από ένα σοβαρό ατύχημα.|| (για ισχυρή πηγή φωτός που περιορίζει τη δυνατότητα όρασης:) Με ~σε ο ήλιος/η λάμψη/ο προβολέας. Πβ. θαμπώνω. ΣΥΝ. γκαβώνω, στραβώνω (3) 2. (μτφ.) θολώνω την κρίση κάποιου· εντυπωσιάζω: Τον έχει ~σει το μίσος/το πάθος/ο φανατισμός. ~θηκε από τα πλούτη. Ήταν ~μένη από τον έρωτά της γι' αυτόν. Βλ. εθελοτυφλώ.|| Τον ~σε η σπάνια ομορφιά της. [< μεσν. τυφλώνω < αρχ. τυφλῶ] | |
| 52595 | τύφλωση | τύ-φλω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. έλλειψη ή απώλεια της όρασης λόγω οφθαλμικής πάθησης ή εξωτερικών αιτίων: εκ γενετής/επίκτητη/στιγμιαία ~. ~ που οφείλεται σε διαβήτη. Κίνδυνος/μορφές/πρόληψη ~ης. Θεραπεία της ~ης με γενετική μηχανική. Ιστοσελίδα αναγνώσιμη από άτομα με ~. Πβ. οπτική αναπηρία. Βλ. γλαύκωμα, τράχωμα.|| (ΨΥΧΙΑΤΡ.) Ψυχική ~ (: ο πάσχων βλέπει τα αντικείμενα, αλλά αδυνατεί να τα αναγνωρίσει). 2. (μτφ.) απουσία κρίσης ή διάκρισης: ηθική/ιδεολογική/πνευματική/πολιτική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: τύφλωση απροσεξίας & αντιληπτική τύφλωση: ΨΥΧΟΛ. αδυναμία αντίληψης αντικειμένου που βρίσκεται στο άμεσο οπτικό πεδίο, γιατί η προσοχή είναι στραμμένη αλλού. [< αγγλ. inattentional/perceptual blindnesses] [< 1: αρχ. τύφλωσις, αγγλ. blindness 2: γαλλ. aveuglement] | |
| 52596 | τυφλωτικός | , ή, ό τυ-φλω-τι-κός επίθ.: που προκαλεί τύφλωση: ~ή: λάμψη (= εκτυφλωτική). [< μτγν. τυφλωτικός] | |
| 52597 | τυφοειδής | , ής, ές τυ-φο-ει-δής επίθ.: ΙΑΤΡ. που έχει μορφή τύφου. Βλ. -ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: τυφοειδής πυρετός: οξύ λοιμώδες νόσημα το οποίο οφείλεται στη σαλμονέλα του τύφου, χαρακτηρίζεται κυρ. από βραδυκαρδία, εξελκώσεις στο λεπτό έντερο και προσβολή της σπλήνας και σήμερα θεραπεύεται με αντιβιοτικά: κρούσματα/συμπτώματα ~ούς ~ού. Πβ. παράτυφος. ΣΥΝ. κοιλιακός τύφος. [< γαλλ. typhoïde, αγγλ. typhoid] | |
| 52598 | τύφος | [τῦφος] τύ-φος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. βαριά, λοιμώδης νόσος, η οποία οφείλεται στον μικροοργανισμό ρικέτσια που μεταδίδεται από τα περιττώματα ψείρας, εμφανίζεται με διάφορες κλινικές μορφές και χαρακτηρίζεται συνήθ. από υψηλό πυρετό, λήθαργο, κεφαλαλγία και κηλιδώδη εξανθήματα: ενδημικός/εξανθηματικός/επιδημικός/κοιλιακός (= τυφοειδής πυρετός) ~. Εμβόλια/επιδημία ~ου. Η σαλμονέλα του ~ου. Βλ. παράτυφος, χολέρα. [< αρχ. τῦφος, γαλλ.-αγγλ. typhus] | |
| 52599 | τυφώνας | τυ-φώ-νας ουσ. (αρσ.) 1. ΜΕΤΕΩΡ. τροπικός κυκλώνας· δίνη αέρα που συνοδεύεται από ανέμους μεγάλης ταχύτητας, βροχοπτώσεις και παλιρροϊκά κύματα, η οποία εμφανίζεται κυρ. στην Καραϊβική Θάλασσα, στον Κόλπο του Μεξικού και στον Ειρηνικό Ωκεανό: ισχυρός/φονικός ~. Καταστροφικό πέρασμα ~α. Ενίσχυση/ένταση/εξασθένιση/περιοδικότητα ~ων. Το μάτι του ~α (= το κέντρο του). ~ απειλεί/πλήττει την περιοχή ... Ο ~ υποβαθμίστηκε σε τροπική καταιγίδα (: λόγω εξασθένησής του). Βλ. ανεμοστρόβιλος. 2. (μτφ.) όποιος ή ό,τι προκαλεί αναστάτωση, ταραχή ή και καταστροφή με τη σύντομη παρουσία του: πολιτικός ~. Οικονομικός ~ σαρώνει τον κόσμο. Η ομάδα πέρασε σαν ~ (: κατατρόπωσε τον αντίπαλό της, πβ. σίφουνας). [< 1: αρχ. τυφῶν, γαλλ. typhon, αγγλ. typhoon] | |
| 52600 | τυχαίνω | τυ-χαί-νω ρ. (αμτβ.) {έτυχα, να/θα τύχει}: (+ γεν.) ως απολεξικοποιημένο ρήμα: Έτυχα ευνοϊκής κριτικής (= με έκριναν ευνοϊκά). Δεν περίμενα να τύχω τέτοιας θερμής υποδοχής (= να με υποδεχτούν θερμά). Ελπίζουμε ότι το αίτημά μας θα τύχει της προσοχής σας. Πιστεύω ότι θα τύχω μεγάλης υποστήριξης. Ο θεσμός/η πρόταση έτυχε ευρείας αποδοχής. ● τυχαίνει 1. γίνεται αναπάντεχα, τυχαία· συμβαίνει κατά σύμπτωση: Της ~ουν πολλές αναποδιές. Τέτοιες ευκαιρίες δεν σου ~ουν συχνά. Κάτι θα τους έτυχε και καθυστέρησαν.|| (απρόσ., + να) ~ συχνά να έχουμε διαφορετικές απόψεις/να ξέρω από πρώτο χέρι την υπόθεση (= τυγχάνει). Έτυχε να γίνω ... (= κατά τύχη έγινα). Έτυχε να βρίσκεται εκεί γύρω/να έχουν το ίδιο όνομα/να 'ρθει την κατάλληλη στιγμή/να συναντηθούμε (= συνέπεσε). Δεν έχει τύχει ποτέ να τη γνωρίσω.|| Αν τύχει κάτι, θα σε ενημερώσω. Μην τύχει (= μην τυχόν) και σου ξεφύγει τίποτα. 2. (+ γεν.) κερδίζει κάτι τυχαία: Μου έτυχε (= έλαχε, έπεσε) το φλουρί. 3. (με αναφορική αντων. ή επίρρ.) γίνεται χωρίς μεγάλη προσοχή ή ενδιαφέρον: Τρώει ό,τι τύχει (: ό,τι να 'ναι). Βολεύεται όπου τύχει (: όπου να 'ναι). Το δείγμα λαμβάνεται όπως τύχει (: όπως να 'ναι). ● ΦΡ.: είναι να μη σου τύχει (κάτι) & καλύτερα να μη σου τύχει (προφ.): για κατάσταση που είναι πολύ δύσκολο να ξεπεραστεί: Σε όλες τις δουλειές υπάρχουν οι περίεργοι, ~ ~., ... να σου (πε)τύχει βλ. πετυχαίνω, μου πέφτει το λαχείο βλ. λαχείο [< μεσν. τυχαίνω < αρχ. τυγχάνω] | |
| 52601 | τυχαιοποίηση | τυ-χαι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τυχαιοποιώ: υπολογισμένη ~. ~ του δείγματος (π.χ. των συμμετεχόντων). [< αγγλ. randomization, 1926, γαλλ. randomisation, 1957] | |
| 52602 | τυχαιοποιώ | [τυχαιοποιῶ] τυ-χαι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {τυχαιοποι-εί ... | -ήθηκε, -ημένος} (επιστ.): δημιουργώ συνθήκες τυχαιότητας, χρησιμοποιώ τυχαία κατανομή ή δειγματοληψία σε πείραμα ή διαδικασία: Οι συμμετέχοντες ~ήθηκαν σε ομάδες. ~ημένος: σχεδιασμός. ~ημένο: δείγμα. ~ημένες: έρευνες. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. randomize, 1926, γαλλ. randomiser, 1963] | |
| 52604 | τυχαιότητα | τυ-χαι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του τυχαίου: φαινοµενική ~. Βαθμός/συνθήκες ~ας. (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Η ~ των αποτελεσμάτων/του δείγματος. Πβ. συμπτωματικότητα. Βλ. -ότητα, πιθανότητα. [< αγγλ. randomness] | |
| 52605 | τυχάρπαστος | , η, ο τυ-χάρ-πα-στος επίθ.: (για πρόσ.) που έχει αναδειχθεί και διακριθεί λόγω τυχαίων περιστάσεων και όχι με την αξία και τις ικανότητές του: ~ος: πολιτικάντης (= καιροσκόπος). Πβ. ασήμαντος.|| (ως ουσ. στο αρσ. κ. θηλ.) Πρόσεχε, μη σε κοροϊδεύει ο κάθε ~. | |
| 37341 | τυχάρπαστος | , η, ο [οὐρανοκατέβατος] ου-ρα-νο-κα-τέ-βα-τος επίθ.: που εμφανίζεται ξαφνικά, σαν να έχει πέσει από τον ουρανό ή θεόσταλτος· (κυρ. μτφ.) απρόσμενος, ανέλπιστος: (για πρόσ.) ~ος: επισκέπτης.|| Παρουσιάστηκε μπροστά μας ~, σαν να ήταν κομήτης. Ήρθε ~ και έσωσε την κατάσταση (βλ. από μηχανής θεός). Δεν είναι ~ στον χώρο της πολιτικής (πβ. αλεξιπτωτιστής, τυχάρπαστος).|| ~η: ευκαιρία/ιδέα/λύση/σκέψη/τύχη. ~ο: δώρο. ~α: λεφτά. Του ήρθε ~η η έμπνευση. ● επίρρ.: ουρανοκατέβατα | |
| 52606 | τυχεράκιας | τυ-χε-ρά-κιας ουσ. (αρσ.) (προφ.): τυχερός άνθρωπος: Καλά να περάσεις ~ια! Βλ. -άκιας. | |
| 52607 | τυχερό | τυ-χε-ρό ουσ. (ουδ.) 1. ό,τι έχει ορίσει η τύχη για τον καθένα· γραφτό, ριζικό: Θα γίνει ό,τι είναι ~. Όλα είναι ~ά στη ζωή. (Δεν) ήταν (το) ~ (μου) να ... Πβ. μοίρα, πεπρωμένο. 2. (σπάν., συνήθ. με κεφαλ. Τ) γούρι για το νέο έτος. ● τυχερά (τα) (προφ.): πρόσθετη αμοιβή που παίρνει κάποιος ως φιλοδώρημα και γενικότ. κάθε απροσδόκητο όφελος: Στη δουλειά της έχει και πολλά ~.|| Τα ~ του επαγγέλματος.|| (ειδικότ. για ερωτικές κατακτήσεις:) Έχει και τα ~ του/της. | |
| 52608 | τυχερός | , ή, ό τυ-χε-ρός επίθ. 1. που ευνοείται από την τύχη: ~ή: ακροάτρια (: σε κλήρωση ραδιοφωνικού σταθμού). ~ό: κορίτσι. ~οί: παίκτες. Είναι ~ στον έρωτα/στη ζωή/στα χαρτιά. Είμαι/νιώθω/στάθηκα πολύ ~ή. Είμαι ~ που με εμπιστεύτηκε.|| (ως ουσ.) O ~ της βασιλόπιτας/της κλήρωσης. Ο ~ της χρονιάς (: αυτός που κέρδισε τον πρώτο αριθμό του λαχείου). Μεγάλη ~ή του διαγωνισμού αναδείχθηκε η ... Ο μοναδικός ~ που κέρδισε ... ευρώ στο Τζόκερ. Βλ. υπερ~. ΣΥΝ. καλότυχος ΑΝΤ. άμοιρος (1), ατυχής (4), άτυχος (1), κακότυχος 2. που πιστεύεται ότι φέρνει τύχη: ~ός: αριθμός. ~ή: ημέρα (: σε αστρολογικές προβλέψεις)/πέτρα/χρονιά. ~ό: αστέρι/νόμισμα/χρώμα.|| ~ός: λαχνός/συνδυασμός. ~ό: δελτίο. ΣΥΝ. γούρικος. ΑΝΤ. γρουσούζικος.|| (για πρόσ.) ~ός: άνθρωπος (= γουρλής. ΑΝΤ. γρουσούζης). 3. που εξαρτάται από την τύχη ή τις συμπτώσεις: ~ό: γκολ/καλάθι. Πβ. τυχαίος. ΑΝΤ. περίτεχνος.|| ~ός: γάμος. Βλ. -ερός. ● Υποκ.: τυχερούλης , α, ικο ● ΣΥΜΠΛ.: τυχερά παιχνίδια βλ. παιχνίδι ● ΦΡ.: τυχερός (μέσα) στην ατυχία του & (λόγ.) εν τη ατυχία του: για ευχάριστη πτυχή σε μια γενικά δυσάρεστη κατάσταση: Ήμουν τυχερή ~ ~ μου: μου έκλεψαν το πορτοφόλι, μα ήταν άδειο., τελευταίος και τυχερός βλ. τελευταίος [< μεσν. τυχερός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ