Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [53100-53120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52609τύχητύ-χη ουσ. (θηλ.) 1. σύμπτωση ευνοϊκών καταστάσεων: Με λίγη ~ θα κερδίσουμε. Η ~ του βρίσκεται στα χέρια (+γεν.) … Δεν είχε ~ στη ζωή του. Είναι ζήτημα ~ης αν θα τα καταφέρει.|| (στα τυχερά παιχνίδια:) Έχει μεγάλη ~ σήμερα (πβ. φάρδος, ΑΝΤ. γκίνια).|| (ως ευχή:) Καλή ~! Πβ. καλοτυχία. ΑΝΤ. ατυχία (1), γκαντεμιά, κακοτυχία 2. οτιδήποτε καθορίζει θετικά ή αρνητικά την εξέλιξη γεγονότων, χωρίς να έχει προβλεφθεί· μοίρα, πεπρωμένο: Έτσι τα έφερε/τα ΄φερε η ~. Αναζήτησε καλύτερη ~ στο εξωτερικό. Η ~ ευνοεί τους τολμηρούς. Τον εγκατέλειψε η ~ του. Πβ. γραφτό, ειμαρμένη, ριζικό. ΣΥΝ. τυχερό (1) 3. ό,τι σχετίζεται με το μέλλον ή τη μετέπειτα εξέλιξη κάποιου: οι ~ες των ανθρώπινων κοινωνιών. Εντείνεται η ανησυχία για την ~ των αμάχων. Συγκεχυμένες είναι οι πληροφορίες για την ~ των αγνοουμένων.|| (για πράγμα) Αγνοείται η ~ των έργων τέχνης που εκλάπησαν. ● ΣΥΜΠΛ.: ο τροχός της τύχης βλ. τροχός, πείραμα τύχης βλ. πείραμα ● ΦΡ.: από (καθαρή) τύχη: χάρη σε τυχαίο γεγονός ή ευνοϊκή συγκυρία: ~ ~ δεν υπήρξαν θύματα. Επέζησε/σώθηκε ~ ~. Πβ. ως εκ θαύματος., αφήνω/εγκαταλείπω/παρατώ κάποιον/κάτι στην τύχη/στη μοίρα του: δεν νοιάζομαι για κάποιον ή κάτι, αδιαφορώ πλήρως για αυτό(ν): Είχε αφήσει/εγκαταλείψει/παρατήσει ~ του τον άρρωστο πατέρα της. Πβ. αφήνω κάποιον στη δυστυχία του., για καλή/για κακή μου τύχη: (σε αφήγηση) ευτυχώς/δυστυχώς για μένα: Για καλή ~, είχα εξαιρετικούς καθηγητές. Για κακή ~ με έκλεψαν., δεν έχει τύχη: δεν πρόκειται να πετύχει καλά αποτελέσματα, να έχει θετική κατάληξη: Η ομάδα ~ ~ στον τελικό. Με τόσο συντηρητικές απόψεις δεν ~εις ~., δοκιμάζω την τύχη μου: ριψοκινδυνεύω: Δεν είναι σίγουρος για το αποτέλεσμα, αλλά θα ~σει ~ του., έχω την τύχη με το μέρος μου: έχω την εύνοια της τύχης, είμαι καλότυχος: Όλα καλά του πάνε, έχει ~ ~ του!, η τύχη μού γελάει/μού χαμογελάει: αποδεικνύομαι τυχερός: Τόσα χρόνια ζούσε με μεροκάματα, αλλά του χαμογέλασε η τύχη και κέρδισε το λαχείο., η τύχη μού γυρίζει την πλάτη: είμαι κακότυχος: Ενώ όλα πήγαιναν μια χαρά, ξαφνικά η τύχη τού γύρισε ~. Η τύχη γύρισε την πλάτη στην ομάδα., κάνω/βρίσκω την τύχη μου: μου τυχαίνει κάτι καλό και πετυχαίνω, πλουτίζω: Έκανε/βρήκε ~ του στο εξωτερικό., κατά τύχη: τυχαία, συμπτωματικά: Βρέθηκε στην περιοχή ~ ~., κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατο (γνωμ.): όλοι μπορεί να βρεθούν στην ίδια θέση, καθώς η έκβαση των πραγμάτων δεν μπορεί να προκαθοριστεί., κρατώ στα χέρια μου την τύχη κάποιου: καθορίζω, κατευθύνω τη ζωή του., πού τέτοια τύχη! & (σπάν.) χάρη: για να δηλωθεί ότι κάτι δεν μπορεί να γίνει, παρόλο που θα ήταν επιθυμητό: Ήλπιζα ότι θα έβρισκα εισιτήρια, αλλά ~ ~! -Ήρθε; -Μπα! ~ ~! Πβ. πού τέτοιο πρά(γ)μα!, στην τύχη: χωρίς πλάνο, όπως να ’ναι: Αγοράζει/διαλέγει/επιλέγει ~ ~. ΣΥΝ. απλώς/εική και ως έτυχε, στα κουτουρού, στα τυφλά (1), την τύχη/το κέρατό μου μέσα (αργκό-υβριστ.): για να δηλωθεί έντονη αγανάκτηση., τύχη αγαθή [τύχῃ ἀγαθῇ] (λόγ.): κατά καλή τύχη: ~ ~ (: ευτυχώς) αποφεύχθηκε το μοιραίο.|| (επίσ.) ~ ~ έδοξε τη Ακαδημία Αθηνών ..., ακολουθεί τη μοίρα/την τύχη κάποιου βλ. ακολουθώ, αν έχεις τύχη διάβαινε και ριζικό περπάτει βλ. διαβαίνω, ανοίγει η τύχη μου βλ. ανοίγω, αφήνω (κάτι) στην τύχη βλ. αφήνω, γαμώ την τύχη/το φελέκι μου βλ. φελέκι, είμαι άξιος της μοίρας/της τύχης μου βλ. άξιος, ειρωνεία της τύχης βλ. ειρωνεία, ένωσαν τις τύχες τους βλ. ενώνω, έτσι το θέλησε η μοίρα/ο Θεός/η τύχη βλ. θέλω, η τύχη του πρωτάρη βλ. πρωτάρης, πρωτάρα, κοιμάται κι η τύχη του δουλεύει βλ. κοιμάμαι, μίλησε με την τύχη (του) βλ. μιλώ, τύχη βουνό βλ. βουνό [< 1,2: αρχ. τύχη 3: γαλλ. sort]
52610τυχοδιώκτηςτυ-χο-διώ-κτης ουσ. (αρσ.) , τυχοδιώκτρια (η): πρόσωπο που ζει ριψοκίνδυνα και εκμεταλλεύεται τις περιστάσεις, χωρίς ηθικές αναστολές, για να πετύχει τον σκοπό του: Ο πόλεμος δίνει ευκαιρίες σε ~ες.|| (ως επίθ.) ~ες: επιχειρηματίες. Πβ. αριβίστας, καιροσκόπος. [< γαλλ. aventurier, aventuriste, 1918, ιταλ. avventurista, 1975]
52611τυχοδιωκτικός, ή, ό τυ-χο-διω-κτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον τυχοδιώκτη: ~ή: ζωή/κίνηση/πολιτική/τακτική. ~ές: ενέργειες/επιδιώξεις. Πβ. αριβίστικος, καιροσκοπικός. ● επίρρ.: τυχοδιωκτικά [< γαλλ. aventureux, ιταλ. avventuristico, 1972]
52612τυχοδιωκτισμόςτυ-χο-διω-κτι-σμός ουσ. (αρσ.): ο τρόπος ζωής και (συνεκδ. στον πληθ.) οι ενέργειες του τυχοδιώκτη: πολιτικός ~.|| Ιμπεριαλιστικοί ~οί. Πβ. αριβ-, καιροσκοπ-ισμός. Βλ. -ισμός. [< πβ. γαλλ. aventurisme, 1906, ιταλ. avventurismo, 1926
52613τυχόντυ-χόν επίρρ. 1. για την έκφραση μικρής πιθανότητας, απειλής ή σε ερωτήσεις ευγένειας: Αν ~ (= αν τύχει και) χρειάζεστε περαιτέρω πληροφορίες ... Το σημείωσα στο ημερολόγιό μου μην/μήπως ~ και ξεχαστώ. Πρόσωπα που ~ (= ενδεχομένως, τυχαίνει να) διαφημίζονται σε ιστότοπο.|| Mην ~ (και) (= αλίμονό σου αν, μην τύχει και) κοιτάξεις δίπλα!|| Μήπως ~ προτιμάς κάτι άλλο; ΣΥΝ. ίσως 2. (ως επίθ.) που μπορεί να έχει συμβεί στο παρελθόν ή να προκύψει στο μέλλον· πιθανός: έλεγχος για τη διόρθωση ~ λαθών. ~ ακραία καιρικά φαινόμενα/επιδείνωση του καιρού. Παρακαλώ για ~ παρατηρήσεις. Θα απαντήσουμε σε ~ πρότασή σας για συνεργασία. Πβ. ενδεχόμενος. [< ουδ. μτχ. αορ. του ρ. τυγχάνω]
52614τυχών, ούσα, όν τυ-χών μτχ. {τυχ-όντος, -όντα | -όντες (ουδ. -όντα)} (λόγ.) & (προφ.) τυχόντας: κυρ. στη ● ΦΡ.: ο πρώτος τυχών/τυχόντας (ως ουσ.): οποιοσδήποτε, όποιος να 'ναι: Όπως και να το κάνουμε, δεν είναι ~ ~ (= ασήμαντος, τιποτένιος, τυχαίος).|| Μην αποκαλύπτεις τα μυστικά σου στον πρώτο/στον κάθε ~όντα (= σε άγνωστο, στον καθένα, στον πασαένα). [< μτχ. αορ. του ρ. τυγχάνω]
52615τύψειςτύ-ψεις ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. τύψη}: δυσάρεστη κατάσταση που βιώνει κάποιος εξαιτίας των ενοχών του: Aισθάνομαι/έχω/νιώθω ~ για κάτι/που ... Τον βασανίζουν/τον τρώνε οι ~. Αυτοκτόνησε από/είναι γεμάτος ~. Χωρίς ίχνος ~ης. [< μτγν. τύψις]
52616τωνβλ. αυτός, ο, η, το
52617τωόντι & τω όντι[τῷ ὄντι] τω-ό-ντι επίρρ. (λόγ.): πράγματι, όντως: Ένας ~ μεγάλος ηγέτης (πβ. αληθινά). Συμπαθής είναι ~ (= στ' αλήθεια). ΣΥΝ. πραγματικά ● βλ. ον [< αρχ. φρ. τῷ ὄντι]
52618τώρατώ-ρα επίρρ. 1. αυτή την ώρα, αυτή τη στιγμή: Πού να βρίσκεται ~; (Έ)ως/ίσαμε/μέχρι ~ δεν έχει σημειωθεί κανένα πρόβλημα. Τι θυμήθηκα ~! Γίνε μέλος/κάντε κράτηση ~! Παλιότερα τον δικαιολογούσα, αλλά ~ δεν μπορώ. ~ βέβαια μιλάμε εντελώς θεωρητικά. Να περάσουμε ~ στο συμβάν. Και ~ έρχομαι στο διά ταύτα.|| Aπό ~ (= εδώ) και μετά/στο εξής/στο μέλλον. ~ πλέον τα πράγματα έχουν αλλάξει. Δεν είναι ~ πια της μόδας. ~ να δούμε τι θα γίνει. ~ που μπορώ, θα πάω διακοπές.|| Άλλοτε και ~ (= σήμερα). ΑΝΤ. παλιά.|| (ως ουσ., το παρόν:) Το τότε/πριν/χτες και το ~. Το ~ και το αύριο/μετά. Προσπαθεί να ζήσει το ~ και να ξεχάσει το παρελθόν. 2. αμέσως: Ειδοποίησέ την ~! Πες του να έρθει ~! Ό,τι είναι να γίνει πρέπει να γίνει ~! (εμφατ.) ~ αμέσως. 3. για να δοθεί έμφαση σε κάτι που έχει αρχίσει από καιρό ή στη χρονική διάρκεια γεγονότος: Χρόνια ~ ακούμε τα ίδια και τα ίδια. Eίναι δυο χρόνια ~ που ασχολείται με την υπόθεση. Πάνε ~ έξι μήνες που δεν την έχουμε δει. 4. για να δηλωθεί απορία, αδιέξοδο, δυσαρέσκεια, απειλή: Και ~ τι κάνουμε;|| ~ πια είναι αργά.|| ~ βρήκες και συ την ώρα να το συζητήσουμε.|| ~ θα δει τι έχει να πάθει! ● ΦΡ.: από τώρα; (προφ.): από τόσο νωρίς;: Φεύγουμε ~ ~; ~ ~ πας να κοιμηθείς;, ή τώρα ή ποτέ: για κάτι που πρέπει να γίνει εξάπαντος ή να ξεκινήσει τη στιγμή που μιλάμε: Είπα ~ ~ και το τόλμησα!, τώρα δα/μόλις (προφ.) 1. πριν από πολύ λίγο: ~ ~ με πήρε τηλέφωνο. Πβ. προ ολίγου. 2. αυτή(ν) ακριβώς τη στιγμή: Αυτό σκεφτόμουν ~ ~., τώρα μάλιστα (προφ.): δηλώνει επιβράβευση ή αποδοκιμασία, δυσαρέσκεια: ~ ~, σε παραδέχομαι!|| ~ ~! Μας σώσατε., τώρα τελευταία (προφ.): εδώ και λίγο καιρό: Δεν αισθάνομαι καλά ~ ~ (= τον τελευταίο καιρό)., αιώνες τώρα βλ. αιώνας, εδώ και τώρα βλ. εδώ, έλα τώρα/δα! βλ. έλα, έτσι/τώρα εξηγείται! βλ. εξηγώ, θα σου 'λεγα (τώρα) βλ. λέω, λέμε τώρα βλ. λέω, μη χέ(σω) (τώρα) βλ. χέζω, τώρα δέσαμε! βλ. δένω, τώρα είναι που ... βλ. που, τώρα κοντά βλ. κοντά, τώρα που βρήκαμε παπά, ας/να θάψουμε πεντέξι βλ. παπάς, τώρα που γυρίζει βλ. γυρίζω [< μτγν. τώρα]
58752τωρινός, ή, ό τω-ρι-νός επίθ.: που υπάρχει ή συμβαίνει τώρα: Ο ~ (= νυν) ιδιοκτήτης/κάτοχος/πρόεδρος. Η ~ή γενιά/εποχή/κατάσταση/κυβέρνηση/πολιτική. Το ~ό Διοικητικό Συμβούλιο. Οι ~ές (= σύγχρονες) ανάγκες. Τα ~ά γεγονότα/προβλήματα. Με τα ~ά δεδομένα, ... Πβ. τρέχων. ΣΥΝ. παρών (2), σημερινός (1) ΑΝΤ. αλλοτινός, παλιός (2), προηγούμενος, πρωτινός, τοτινός ● Ουσ.: τωρινά (τα): ενν. χρόνια ή περιστατικά. Πβ. παρόν, σήμερα. ΑΝΤ. περασμένα [< μεσν. τωρινός]
52619υ1. (πρόφ. ύψιλον) το εικοστό γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον φωνηεντικό φθόγγο [i] (φυγή) και τους συμφωνικούς φθόγγους [f] (ευχή) και [v] (αυγή): ~ κεφαλαίο (Υ). ~ μικρό (υ). Πβ. ύψιλον. Βλ. δίφθογγος, δίψηφο, φωνήεν. 2. (πρόφ. ύψιλον) τετρακόσια ή τετρακοσιοστός. 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Υ ή ,υ) τετρακόσιες χιλιάδες. [< αρχ. Υ, μεσν. υ]
52937Υ.ΕΘ.Α.(το): Υπουργείο Εθνικής Άμυνας.
53010Υ.ΠΑΙ.Θ.(το): Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων.
52620ύαινα[ὕαινα] ύ-αι-να ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. άγριο, μεγαλόσωμο σαρκοφάγο, κυρ. πτωματοφάγο, θηλαστικό (οικογ. Hyaenidae) με χαρακτηριστικά δυσάρεστη οσμή, το οποίο μοιάζει με σκύλο: στικτή ~. 2. (μτφ.-μειωτ.) μοχθηρός, σκληρός και ύπουλος άνθρωπος. [< αρχ. ὕαινα, αγγλ. hyena, γαλλ. hyène]
52621υάκινθος[ὑάκινθος] υ-ά-κιν-θος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίνθου}: ΒΟΤ. ετήσιο καλλωπιστικό φυτό (επιστ. ονομασ. Hyacinthus orientalis) με μικρά, κυρ. μπλε ή μοβ αρωματικά άνθη· συνεκδ. το άνθος του. ΣΥΝ. ζουμπούλι [< αρχ. ὑάκινθος, γαλλ. yacinthe, αγγλ. hyacinth]
52622υαλικάβλ. γυαλικά
52623υαλοβάμβακας[ὑαλοβάμβακας] υ-α-λο-βάμ-βα-κας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. θερμομονωτικό και ηχομονωτικό υλικό από λεπτές ίνες γυαλιού για την κατασκευή του οποίου εκτοξεύεται αέρας σε ρευστό γυαλί: μπουφάν με επένδυση ~α. Βλ. πετροβάμβακας. ΣΥΝ. υαλόνημα, φίμπεργκλας [< αμερικ. fibreglass, 1937]
52624υαλοβερνίκωμα[ὑαλοβερνίκωμα] υ-α-λο-βερ-νί-κω-μα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. υαλώδες μείγμα με το οποίο επιχρίονται αντικείμενα από τερακότα προκειμένου να γίνουν αδιάβροχα.
52625υαλογράφημα[ὑαλογράφημα] υ-α-λο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. βιτρό. Βλ. -γράφημα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.