| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52597 | τυφοειδής | , ής, ές τυ-φο-ει-δής επίθ.: ΙΑΤΡ. που έχει μορφή τύφου. Βλ. -ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: τυφοειδής πυρετός: οξύ λοιμώδες νόσημα το οποίο οφείλεται στη σαλμονέλα του τύφου, χαρακτηρίζεται κυρ. από βραδυκαρδία, εξελκώσεις στο λεπτό έντερο και προσβολή της σπλήνας και σήμερα θεραπεύεται με αντιβιοτικά: κρούσματα/συμπτώματα ~ούς ~ού. Πβ. παράτυφος. ΣΥΝ. κοιλιακός τύφος. [< γαλλ. typhoïde, αγγλ. typhoid] | |
| 52598 | τύφος | [τῦφος] τύ-φος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. βαριά, λοιμώδης νόσος, η οποία οφείλεται στον μικροοργανισμό ρικέτσια που μεταδίδεται από τα περιττώματα ψείρας, εμφανίζεται με διάφορες κλινικές μορφές και χαρακτηρίζεται συνήθ. από υψηλό πυρετό, λήθαργο, κεφαλαλγία και κηλιδώδη εξανθήματα: ενδημικός/εξανθηματικός/επιδημικός/κοιλιακός (= τυφοειδής πυρετός) ~. Εμβόλια/επιδημία ~ου. Η σαλμονέλα του ~ου. Βλ. παράτυφος, χολέρα. [< αρχ. τῦφος, γαλλ.-αγγλ. typhus] | |
| 52599 | τυφώνας | τυ-φώ-νας ουσ. (αρσ.) 1. ΜΕΤΕΩΡ. τροπικός κυκλώνας· δίνη αέρα που συνοδεύεται από ανέμους μεγάλης ταχύτητας, βροχοπτώσεις και παλιρροϊκά κύματα, η οποία εμφανίζεται κυρ. στην Καραϊβική Θάλασσα, στον Κόλπο του Μεξικού και στον Ειρηνικό Ωκεανό: ισχυρός/φονικός ~. Καταστροφικό πέρασμα ~α. Ενίσχυση/ένταση/εξασθένιση/περιοδικότητα ~ων. Το μάτι του ~α (= το κέντρο του). ~ απειλεί/πλήττει την περιοχή ... Ο ~ υποβαθμίστηκε σε τροπική καταιγίδα (: λόγω εξασθένησής του). Βλ. ανεμοστρόβιλος. 2. (μτφ.) όποιος ή ό,τι προκαλεί αναστάτωση, ταραχή ή και καταστροφή με τη σύντομη παρουσία του: πολιτικός ~. Οικονομικός ~ σαρώνει τον κόσμο. Η ομάδα πέρασε σαν ~ (: κατατρόπωσε τον αντίπαλό της, πβ. σίφουνας). [< 1: αρχ. τυφῶν, γαλλ. typhon, αγγλ. typhoon] | |
| 52600 | τυχαίνω | τυ-χαί-νω ρ. (αμτβ.) {έτυχα, να/θα τύχει}: (+ γεν.) ως απολεξικοποιημένο ρήμα: Έτυχα ευνοϊκής κριτικής (= με έκριναν ευνοϊκά). Δεν περίμενα να τύχω τέτοιας θερμής υποδοχής (= να με υποδεχτούν θερμά). Ελπίζουμε ότι το αίτημά μας θα τύχει της προσοχής σας. Πιστεύω ότι θα τύχω μεγάλης υποστήριξης. Ο θεσμός/η πρόταση έτυχε ευρείας αποδοχής. ● τυχαίνει 1. γίνεται αναπάντεχα, τυχαία· συμβαίνει κατά σύμπτωση: Της ~ουν πολλές αναποδιές. Τέτοιες ευκαιρίες δεν σου ~ουν συχνά. Κάτι θα τους έτυχε και καθυστέρησαν.|| (απρόσ., + να) ~ συχνά να έχουμε διαφορετικές απόψεις/να ξέρω από πρώτο χέρι την υπόθεση (= τυγχάνει). Έτυχε να γίνω ... (= κατά τύχη έγινα). Έτυχε να βρίσκεται εκεί γύρω/να έχουν το ίδιο όνομα/να 'ρθει την κατάλληλη στιγμή/να συναντηθούμε (= συνέπεσε). Δεν έχει τύχει ποτέ να τη γνωρίσω.|| Αν τύχει κάτι, θα σε ενημερώσω. Μην τύχει (= μην τυχόν) και σου ξεφύγει τίποτα. 2. (+ γεν.) κερδίζει κάτι τυχαία: Μου έτυχε (= έλαχε, έπεσε) το φλουρί. 3. (με αναφορική αντων. ή επίρρ.) γίνεται χωρίς μεγάλη προσοχή ή ενδιαφέρον: Τρώει ό,τι τύχει (: ό,τι να 'ναι). Βολεύεται όπου τύχει (: όπου να 'ναι). Το δείγμα λαμβάνεται όπως τύχει (: όπως να 'ναι). ● ΦΡ.: είναι να μη σου τύχει (κάτι) & καλύτερα να μη σου τύχει (προφ.): για κατάσταση που είναι πολύ δύσκολο να ξεπεραστεί: Σε όλες τις δουλειές υπάρχουν οι περίεργοι, ~ ~., ... να σου (πε)τύχει βλ. πετυχαίνω, μου πέφτει το λαχείο βλ. λαχείο [< μεσν. τυχαίνω < αρχ. τυγχάνω] | |
| 52601 | τυχαιοποίηση | τυ-χαι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τυχαιοποιώ: υπολογισμένη ~. ~ του δείγματος (π.χ. των συμμετεχόντων). [< αγγλ. randomization, 1926, γαλλ. randomisation, 1957] | |
| 52602 | τυχαιοποιώ | [τυχαιοποιῶ] τυ-χαι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {τυχαιοποι-εί ... | -ήθηκε, -ημένος} (επιστ.): δημιουργώ συνθήκες τυχαιότητας, χρησιμοποιώ τυχαία κατανομή ή δειγματοληψία σε πείραμα ή διαδικασία: Οι συμμετέχοντες ~ήθηκαν σε ομάδες. ~ημένος: σχεδιασμός. ~ημένο: δείγμα. ~ημένες: έρευνες. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. randomize, 1926, γαλλ. randomiser, 1963] | |
| 52604 | τυχαιότητα | τυ-χαι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του τυχαίου: φαινοµενική ~. Βαθμός/συνθήκες ~ας. (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Η ~ των αποτελεσμάτων/του δείγματος. Πβ. συμπτωματικότητα. Βλ. -ότητα, πιθανότητα. [< αγγλ. randomness] | |
| 52605 | τυχάρπαστος | , η, ο τυ-χάρ-πα-στος επίθ.: (για πρόσ.) που έχει αναδειχθεί και διακριθεί λόγω τυχαίων περιστάσεων και όχι με την αξία και τις ικανότητές του: ~ος: πολιτικάντης (= καιροσκόπος). Πβ. ασήμαντος.|| (ως ουσ. στο αρσ. κ. θηλ.) Πρόσεχε, μη σε κοροϊδεύει ο κάθε ~. | |
| 37341 | τυχάρπαστος | , η, ο [οὐρανοκατέβατος] ου-ρα-νο-κα-τέ-βα-τος επίθ.: που εμφανίζεται ξαφνικά, σαν να έχει πέσει από τον ουρανό ή θεόσταλτος· (κυρ. μτφ.) απρόσμενος, ανέλπιστος: (για πρόσ.) ~ος: επισκέπτης.|| Παρουσιάστηκε μπροστά μας ~, σαν να ήταν κομήτης. Ήρθε ~ και έσωσε την κατάσταση (βλ. από μηχανής θεός). Δεν είναι ~ στον χώρο της πολιτικής (πβ. αλεξιπτωτιστής, τυχάρπαστος).|| ~η: ευκαιρία/ιδέα/λύση/σκέψη/τύχη. ~ο: δώρο. ~α: λεφτά. Του ήρθε ~η η έμπνευση. ● επίρρ.: ουρανοκατέβατα | |
| 52606 | τυχεράκιας | τυ-χε-ρά-κιας ουσ. (αρσ.) (προφ.): τυχερός άνθρωπος: Καλά να περάσεις ~ια! Βλ. -άκιας. | |
| 52607 | τυχερό | τυ-χε-ρό ουσ. (ουδ.) 1. ό,τι έχει ορίσει η τύχη για τον καθένα· γραφτό, ριζικό: Θα γίνει ό,τι είναι ~. Όλα είναι ~ά στη ζωή. (Δεν) ήταν (το) ~ (μου) να ... Πβ. μοίρα, πεπρωμένο. 2. (σπάν., συνήθ. με κεφαλ. Τ) γούρι για το νέο έτος. ● τυχερά (τα) (προφ.): πρόσθετη αμοιβή που παίρνει κάποιος ως φιλοδώρημα και γενικότ. κάθε απροσδόκητο όφελος: Στη δουλειά της έχει και πολλά ~.|| Τα ~ του επαγγέλματος.|| (ειδικότ. για ερωτικές κατακτήσεις:) Έχει και τα ~ του/της. | |
| 52608 | τυχερός | , ή, ό τυ-χε-ρός επίθ. 1. που ευνοείται από την τύχη: ~ή: ακροάτρια (: σε κλήρωση ραδιοφωνικού σταθμού). ~ό: κορίτσι. ~οί: παίκτες. Είναι ~ στον έρωτα/στη ζωή/στα χαρτιά. Είμαι/νιώθω/στάθηκα πολύ ~ή. Είμαι ~ που με εμπιστεύτηκε.|| (ως ουσ.) O ~ της βασιλόπιτας/της κλήρωσης. Ο ~ της χρονιάς (: αυτός που κέρδισε τον πρώτο αριθμό του λαχείου). Μεγάλη ~ή του διαγωνισμού αναδείχθηκε η ... Ο μοναδικός ~ που κέρδισε ... ευρώ στο Τζόκερ. Βλ. υπερ~. ΣΥΝ. καλότυχος ΑΝΤ. άμοιρος (1), ατυχής (4), άτυχος (1), κακότυχος 2. που πιστεύεται ότι φέρνει τύχη: ~ός: αριθμός. ~ή: ημέρα (: σε αστρολογικές προβλέψεις)/πέτρα/χρονιά. ~ό: αστέρι/νόμισμα/χρώμα.|| ~ός: λαχνός/συνδυασμός. ~ό: δελτίο. ΣΥΝ. γούρικος. ΑΝΤ. γρουσούζικος.|| (για πρόσ.) ~ός: άνθρωπος (= γουρλής. ΑΝΤ. γρουσούζης). 3. που εξαρτάται από την τύχη ή τις συμπτώσεις: ~ό: γκολ/καλάθι. Πβ. τυχαίος. ΑΝΤ. περίτεχνος.|| ~ός: γάμος. Βλ. -ερός. ● Υποκ.: τυχερούλης , α, ικο ● ΣΥΜΠΛ.: τυχερά παιχνίδια βλ. παιχνίδι ● ΦΡ.: τυχερός (μέσα) στην ατυχία του & (λόγ.) εν τη ατυχία του: για ευχάριστη πτυχή σε μια γενικά δυσάρεστη κατάσταση: Ήμουν τυχερή ~ ~ μου: μου έκλεψαν το πορτοφόλι, μα ήταν άδειο., τελευταίος και τυχερός βλ. τελευταίος [< μεσν. τυχερός] | |
| 52609 | τύχη | τύ-χη ουσ. (θηλ.) 1. σύμπτωση ευνοϊκών καταστάσεων: Με λίγη ~ θα κερδίσουμε. Η ~ του βρίσκεται στα χέρια (+γεν.) … Δεν είχε ~ στη ζωή του. Είναι ζήτημα ~ης αν θα τα καταφέρει.|| (στα τυχερά παιχνίδια:) Έχει μεγάλη ~ σήμερα (πβ. φάρδος, ΑΝΤ. γκίνια).|| (ως ευχή:) Καλή ~! Πβ. καλοτυχία. ΑΝΤ. ατυχία (1), γκαντεμιά, κακοτυχία 2. οτιδήποτε καθορίζει θετικά ή αρνητικά την εξέλιξη γεγονότων, χωρίς να έχει προβλεφθεί· μοίρα, πεπρωμένο: Έτσι τα έφερε/τα ΄φερε η ~. Αναζήτησε καλύτερη ~ στο εξωτερικό. Η ~ ευνοεί τους τολμηρούς. Τον εγκατέλειψε η ~ του. Πβ. γραφτό, ειμαρμένη, ριζικό. ΣΥΝ. τυχερό (1) 3. ό,τι σχετίζεται με το μέλλον ή τη μετέπειτα εξέλιξη κάποιου: οι ~ες των ανθρώπινων κοινωνιών. Εντείνεται η ανησυχία για την ~ των αμάχων. Συγκεχυμένες είναι οι πληροφορίες για την ~ των αγνοουμένων.|| (για πράγμα) Αγνοείται η ~ των έργων τέχνης που εκλάπησαν. ● ΣΥΜΠΛ.: ο τροχός της τύχης βλ. τροχός, πείραμα τύχης βλ. πείραμα ● ΦΡ.: από (καθαρή) τύχη: χάρη σε τυχαίο γεγονός ή ευνοϊκή συγκυρία: ~ ~ δεν υπήρξαν θύματα. Επέζησε/σώθηκε ~ ~. Πβ. ως εκ θαύματος., αφήνω/εγκαταλείπω/παρατώ κάποιον/κάτι στην τύχη/στη μοίρα του: δεν νοιάζομαι για κάποιον ή κάτι, αδιαφορώ πλήρως για αυτό(ν): Είχε αφήσει/εγκαταλείψει/παρατήσει ~ του τον άρρωστο πατέρα της. Πβ. αφήνω κάποιον στη δυστυχία του., για καλή/για κακή μου τύχη: (σε αφήγηση) ευτυχώς/δυστυχώς για μένα: Για καλή ~, είχα εξαιρετικούς καθηγητές. Για κακή ~ με έκλεψαν., δεν έχει τύχη: δεν πρόκειται να πετύχει καλά αποτελέσματα, να έχει θετική κατάληξη: Η ομάδα ~ ~ στον τελικό. Με τόσο συντηρητικές απόψεις δεν ~εις ~., δοκιμάζω την τύχη μου: ριψοκινδυνεύω: Δεν είναι σίγουρος για το αποτέλεσμα, αλλά θα ~σει ~ του., έχω την τύχη με το μέρος μου: έχω την εύνοια της τύχης, είμαι καλότυχος: Όλα καλά του πάνε, έχει ~ ~ του!, η τύχη μού γελάει/μού χαμογελάει: αποδεικνύομαι τυχερός: Τόσα χρόνια ζούσε με μεροκάματα, αλλά του χαμογέλασε η τύχη και κέρδισε το λαχείο., η τύχη μού γυρίζει την πλάτη: είμαι κακότυχος: Ενώ όλα πήγαιναν μια χαρά, ξαφνικά η τύχη τού γύρισε ~. Η τύχη γύρισε την πλάτη στην ομάδα., κάνω/βρίσκω την τύχη μου: μου τυχαίνει κάτι καλό και πετυχαίνω, πλουτίζω: Έκανε/βρήκε ~ του στο εξωτερικό., κατά τύχη: τυχαία, συμπτωματικά: Βρέθηκε στην περιοχή ~ ~., κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατο (γνωμ.): όλοι μπορεί να βρεθούν στην ίδια θέση, καθώς η έκβαση των πραγμάτων δεν μπορεί να προκαθοριστεί., κρατώ στα χέρια μου την τύχη κάποιου: καθορίζω, κατευθύνω τη ζωή του., πού τέτοια τύχη! & (σπάν.) χάρη: για να δηλωθεί ότι κάτι δεν μπορεί να γίνει, παρόλο που θα ήταν επιθυμητό: Ήλπιζα ότι θα έβρισκα εισιτήρια, αλλά ~ ~! -Ήρθε; -Μπα! ~ ~! Πβ. πού τέτοιο πρά(γ)μα!, στην τύχη: χωρίς πλάνο, όπως να ’ναι: Αγοράζει/διαλέγει/επιλέγει ~ ~. ΣΥΝ. απλώς/εική και ως έτυχε, στα κουτουρού, στα τυφλά (1), την τύχη/το κέρατό μου μέσα (αργκό-υβριστ.): για να δηλωθεί έντονη αγανάκτηση., τύχη αγαθή [τύχῃ ἀγαθῇ] (λόγ.): κατά καλή τύχη: ~ ~ (: ευτυχώς) αποφεύχθηκε το μοιραίο.|| (επίσ.) ~ ~ έδοξε τη Ακαδημία Αθηνών ..., ακολουθεί τη μοίρα/την τύχη κάποιου βλ. ακολουθώ, αν έχεις τύχη διάβαινε και ριζικό περπάτει βλ. διαβαίνω, ανοίγει η τύχη μου βλ. ανοίγω, αφήνω (κάτι) στην τύχη βλ. αφήνω, γαμώ την τύχη/το φελέκι μου βλ. φελέκι, είμαι άξιος της μοίρας/της τύχης μου βλ. άξιος, ειρωνεία της τύχης βλ. ειρωνεία, ένωσαν τις τύχες τους βλ. ενώνω, έτσι το θέλησε η μοίρα/ο Θεός/η τύχη βλ. θέλω, η τύχη του πρωτάρη βλ. πρωτάρης, πρωτάρα, κοιμάται κι η τύχη του δουλεύει βλ. κοιμάμαι, μίλησε με την τύχη (του) βλ. μιλώ, τύχη βουνό βλ. βουνό [< 1,2: αρχ. τύχη 3: γαλλ. sort] | |
| 52610 | τυχοδιώκτης | τυ-χο-διώ-κτης ουσ. (αρσ.) , τυχοδιώκτρια (η): πρόσωπο που ζει ριψοκίνδυνα και εκμεταλλεύεται τις περιστάσεις, χωρίς ηθικές αναστολές, για να πετύχει τον σκοπό του: Ο πόλεμος δίνει ευκαιρίες σε ~ες.|| (ως επίθ.) ~ες: επιχειρηματίες. Πβ. αριβίστας, καιροσκόπος. [< γαλλ. aventurier, aventuriste, 1918, ιταλ. avventurista, 1975] | |
| 52611 | τυχοδιωκτικός | , ή, ό τυ-χο-διω-κτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον τυχοδιώκτη: ~ή: ζωή/κίνηση/πολιτική/τακτική. ~ές: ενέργειες/επιδιώξεις. Πβ. αριβίστικος, καιροσκοπικός. ● επίρρ.: τυχοδιωκτικά [< γαλλ. aventureux, ιταλ. avventuristico, 1972] | |
| 52612 | τυχοδιωκτισμός | τυ-χο-διω-κτι-σμός ουσ. (αρσ.): ο τρόπος ζωής και (συνεκδ. στον πληθ.) οι ενέργειες του τυχοδιώκτη: πολιτικός ~.|| Ιμπεριαλιστικοί ~οί. Πβ. αριβ-, καιροσκοπ-ισμός. Βλ. -ισμός. [< πβ. γαλλ. aventurisme, 1906, ιταλ. avventurismo, 1926 | |
| 52613 | τυχόν | τυ-χόν επίρρ. 1. για την έκφραση μικρής πιθανότητας, απειλής ή σε ερωτήσεις ευγένειας: Αν ~ (= αν τύχει και) χρειάζεστε περαιτέρω πληροφορίες ... Το σημείωσα στο ημερολόγιό μου μην/μήπως ~ και ξεχαστώ. Πρόσωπα που ~ (= ενδεχομένως, τυχαίνει να) διαφημίζονται σε ιστότοπο.|| Mην ~ (και) (= αλίμονό σου αν, μην τύχει και) κοιτάξεις δίπλα!|| Μήπως ~ προτιμάς κάτι άλλο; ΣΥΝ. ίσως 2. (ως επίθ.) που μπορεί να έχει συμβεί στο παρελθόν ή να προκύψει στο μέλλον· πιθανός: έλεγχος για τη διόρθωση ~ λαθών. ~ ακραία καιρικά φαινόμενα/επιδείνωση του καιρού. Παρακαλώ για ~ παρατηρήσεις. Θα απαντήσουμε σε ~ πρότασή σας για συνεργασία. Πβ. ενδεχόμενος. [< ουδ. μτχ. αορ. του ρ. τυγχάνω] | |
| 52614 | τυχών | , ούσα, όν τυ-χών μτχ. {τυχ-όντος, -όντα | -όντες (ουδ. -όντα)} (λόγ.) & (προφ.) τυχόντας: κυρ. στη ● ΦΡ.: ο πρώτος τυχών/τυχόντας (ως ουσ.): οποιοσδήποτε, όποιος να 'ναι: Όπως και να το κάνουμε, δεν είναι ~ ~ (= ασήμαντος, τιποτένιος, τυχαίος).|| Μην αποκαλύπτεις τα μυστικά σου στον πρώτο/στον κάθε ~όντα (= σε άγνωστο, στον καθένα, στον πασαένα). [< μτχ. αορ. του ρ. τυγχάνω] | |
| 52615 | τύψεις | τύ-ψεις ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. τύψη}: δυσάρεστη κατάσταση που βιώνει κάποιος εξαιτίας των ενοχών του: Aισθάνομαι/έχω/νιώθω ~ για κάτι/που ... Τον βασανίζουν/τον τρώνε οι ~. Αυτοκτόνησε από/είναι γεμάτος ~. Χωρίς ίχνος ~ης. [< μτγν. τύψις] | |
| 52616 | των | βλ. αυτός, ο, η, το |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ