| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52626 | υαλογραφία | [ὑαλογραφία] υ-α-λο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η τέχνη της ζωγραφικής στο γυαλί· συνεκδ. το υαλογράφημα. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. hyalographie] | |
| 52627 | υαλογράφος | [ὑαλογράφος] υ-α-λο-γρά-φος ουσ. (αρσ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. {κ. θηλ.} τεχνίτης που δημιουργεί υαλογραφήματα. 2. εργαλείο σχεδίασης ή αποτύπωσης σχεδίων σε γυαλί: ~ με διαμάντι. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. hyalographe] | |
| 52628 | υαλοειδής | , ής, ές [ὑαλοειδής] υ-α-λο-ει-δής επίθ.: ΑΝΑΤ. που είναι λείος και διαφανής όπως το γυαλί: ~ής: χόνδρος (: εύκαμπτη ημιδιαφανής ουσία στις αρθρώσεις των οστών). ~ής: μεμβράνη. Βλ. -ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: υαλοειδές/υαλώδες (σώμα): διάφανο υγρό το οποίο καλύπτει την εσωτερική κοιλότητα του ματιού πίσω από τον κρυσταλλοειδή φακό: αποκόλληση του ~ούς. Αιμορραγία στο ~. [< μτγν. ὑαλοειδής, γαλλ. hyaloïde, αγγλ. hyaloid] | |
| 52629 | υαλόθραυσμα | [ὑαλόθραυσμα] υ-α-λό-θραυ-σμα ουσ. (ουδ.) (επίσ.): γυαλί θρυμματισμένο σε μικρά κομμάτια το οποίο προορίζεται για ανακύκλωση. | |
| 52630 | υαλόθυρα | [ὑαλόθυρα] υ-α-λό-θυ-ρα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): γυάλινη πόρτα: δίφυλλη/μονόφυλλη ~. Πβ. τζαμόπορτα. | |
| 52631 | υαλοκαθαριστήρας | [ὑαλοκαθαριστήρας] υ-α-λο-κα-θα-ρι-στή-ρας ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} (επίσ.) & (προφ.) καθαριστήρας: ο κάθε βραχίονας που είναι προσαρμοσμένος στο μπροστινό και πίσω τζάμι του αυτοκινήτου, έχει λάστιχο κατά μήκος του και καθαρίζει τα τζάμια με τοξοειδείς επαναλαμβανόμενες κινήσεις: ~ες διακοπτόμενης λειτουργίας/με αισθητήρα βροχής. Μάκτρα ~ων. Βλ. τζαμοκαθαριστής. Βλ. πιτσιλιστήρια. [< γαλλ. essuie-glace, 1914] | |
| 52632 | υαλόνημα | [ὑαλόνημα] υ-α-λό-νη-μα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. υαλοβάμβακας. Βλ. ανθρακόνημα. | |
| 52633 | υαλόπαγος | [ὑαλόπαγος] υ-α-λό-πα-γος ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΕΩΡ. διαφανές, λείο και ομοιογενές στρώμα πάγου, το οποίο σχηματίζεται όταν βροχή σε κατάσταση υπέρτηξης έρθει σε επαφή με επιφάνεια που έχει θερμοκρασία κάτω από το μηδέν. Βλ. μαύρος πάγος. [< γαλλ. verglas] | |
| 52634 | υαλόπανο | [ὑαλόπανο] υ-α-λό-πα-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. υαλοΰφασμα. | |
| 52635 | υαλοπίνακας | [ὑαλοπίνακας] υ-α-λο-πί-να-κας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τζάμι: διπλός/μονός ~. Ενεργειακοί θερμομονωτικοί ~ες. ~ ασφαλείας. Βλ. πλεξιγκλάς, υάλωση. | |
| 52636 | υαλόπλασμα | [ὑαλόπλασμα] υ-α-λό-πλα-σμα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. η εξωτερική, διαφανής στιβάδα στο κυτταρόπλασμα ορισμένων πρωτοζώων. Πβ. εκτόπλασμα, θεμέλια ουσία. Βλ. -πλασμα. [< αγγλ. hyaloplasm] | |
| 52637 | υαλόπλεγμα | [ὑαλόπλεγμα] υ-α-λό-πλεγ-μα ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. οικοδομικό υλικό που κατασκευάζεται με την ύφανση ινών γυαλιού και χρησιμοποιείται για την ενίσχυση των σοβάδων και την αποφυγή δημιουργίας ρωγμών: ~ οπλισμού (επιχρισμάτων). | |
| 52638 | υαλοποίηση | [ὑαλοποίηση] υ-α-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. μετατροπή ουσίας σε γυαλί ή σε υλικό που μοιάζει με αυτό: ~ στερεών αποβλήτων. 2. ΙΑΤΡ. (στην εξωσωματική γονιμοποίηση) μέθοδος κατάψυξης ωαρίων. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. vitrification] | |
| 52639 | υαλοποιία | βλ. υαλουργία | |
| 52640 | υαλοποιώ | [ὑαλοποιῶ] υ-α-λο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) (λόγ.): μετατρέπω σε γυαλί. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. vitrifier] | |
| 52641 | υαλοπωλείο | [ὑαλοπωλεῖο] υ-α-λο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) & (προφ.) γυαλοπωλείο: κατάστημα όπου πωλούνται γυαλικά. Βλ. -πωλείο. ● ΦΡ.: σαν ταύρος σε υαλοπωλείο βλ. ταύρος | |
| 52642 | υαλοπώλης | [ὑαλοπώλης] υ-α-λο-πώ-λης ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ιδιοκτήτης υαλοπωλείου ή πωλητής γυαλικών. Βλ. -πώλης. | |
| 52643 | ύαλος | [ὕαλος] ύ-α-λος ουσ. (θηλ.) {υάλ-ου} (επίσ.): γυαλί: μονωτική/φυσική ~. ~ ασφαλείας. Βιομηχανία ~ου. Εντός ~ου (= in vitro). [< αρχ. ὕαλος] | |
| 52644 | υαλοστάσιο | [ὑαλοστάσιο] υ-α-λο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): κατασκευή από τζάμια, τζαμαρία: εξωτερικό/σταθερό ~. Βλ. -στάσιο. [< γαλλ. verrière] | |
| 52645 | υαλοτεχνία | [ὑαλοτεχνία] υ-α-λο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): υαλουργία. Βλ. -τεχνία. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ