| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52617 | τωόντι & τω όντι | [τῷ ὄντι] τω-ό-ντι επίρρ. (λόγ.): πράγματι, όντως: Ένας ~ μεγάλος ηγέτης (πβ. αληθινά). Συμπαθής είναι ~ (= στ' αλήθεια). ΣΥΝ. πραγματικά ● βλ. ον [< αρχ. φρ. τῷ ὄντι] | |
| 52618 | τώρα | τώ-ρα επίρρ. 1. αυτή την ώρα, αυτή τη στιγμή: Πού να βρίσκεται ~; (Έ)ως/ίσαμε/μέχρι ~ δεν έχει σημειωθεί κανένα πρόβλημα. Τι θυμήθηκα ~! Γίνε μέλος/κάντε κράτηση ~! Παλιότερα τον δικαιολογούσα, αλλά ~ δεν μπορώ. ~ βέβαια μιλάμε εντελώς θεωρητικά. Να περάσουμε ~ στο συμβάν. Και ~ έρχομαι στο διά ταύτα.|| Aπό ~ (= εδώ) και μετά/στο εξής/στο μέλλον. ~ πλέον τα πράγματα έχουν αλλάξει. Δεν είναι ~ πια της μόδας. ~ να δούμε τι θα γίνει. ~ που μπορώ, θα πάω διακοπές.|| Άλλοτε και ~ (= σήμερα). ΑΝΤ. παλιά.|| (ως ουσ., το παρόν:) Το τότε/πριν/χτες και το ~. Το ~ και το αύριο/μετά. Προσπαθεί να ζήσει το ~ και να ξεχάσει το παρελθόν. 2. αμέσως: Ειδοποίησέ την ~! Πες του να έρθει ~! Ό,τι είναι να γίνει πρέπει να γίνει ~! (εμφατ.) ~ αμέσως. 3. για να δοθεί έμφαση σε κάτι που έχει αρχίσει από καιρό ή στη χρονική διάρκεια γεγονότος: Χρόνια ~ ακούμε τα ίδια και τα ίδια. Eίναι δυο χρόνια ~ που ασχολείται με την υπόθεση. Πάνε ~ έξι μήνες που δεν την έχουμε δει. 4. για να δηλωθεί απορία, αδιέξοδο, δυσαρέσκεια, απειλή: Και ~ τι κάνουμε;|| ~ πια είναι αργά.|| ~ βρήκες και συ την ώρα να το συζητήσουμε.|| ~ θα δει τι έχει να πάθει! ● ΦΡ.: από τώρα; (προφ.): από τόσο νωρίς;: Φεύγουμε ~ ~; ~ ~ πας να κοιμηθείς;, ή τώρα ή ποτέ: για κάτι που πρέπει να γίνει εξάπαντος ή να ξεκινήσει τη στιγμή που μιλάμε: Είπα ~ ~ και το τόλμησα!, τώρα δα/μόλις (προφ.) 1. πριν από πολύ λίγο: ~ ~ με πήρε τηλέφωνο. Πβ. προ ολίγου. 2. αυτή(ν) ακριβώς τη στιγμή: Αυτό σκεφτόμουν ~ ~., τώρα μάλιστα (προφ.): δηλώνει επιβράβευση ή αποδοκιμασία, δυσαρέσκεια: ~ ~, σε παραδέχομαι!|| ~ ~! Μας σώσατε., τώρα τελευταία (προφ.): εδώ και λίγο καιρό: Δεν αισθάνομαι καλά ~ ~ (= τον τελευταίο καιρό)., αιώνες τώρα βλ. αιώνας, εδώ και τώρα βλ. εδώ, έλα τώρα/δα! βλ. έλα, έτσι/τώρα εξηγείται! βλ. εξηγώ, θα σου 'λεγα (τώρα) βλ. λέω, λέμε τώρα βλ. λέω, μη χέ(σω) (τώρα) βλ. χέζω, τώρα δέσαμε! βλ. δένω, τώρα είναι που ... βλ. που, τώρα κοντά βλ. κοντά, τώρα που βρήκαμε παπά, ας/να θάψουμε πεντέξι βλ. παπάς, τώρα που γυρίζει βλ. γυρίζω [< μτγν. τώρα] | |
| 58752 | τωρινός | , ή, ό τω-ρι-νός επίθ.: που υπάρχει ή συμβαίνει τώρα: Ο ~ (= νυν) ιδιοκτήτης/κάτοχος/πρόεδρος. Η ~ή γενιά/εποχή/κατάσταση/κυβέρνηση/πολιτική. Το ~ό Διοικητικό Συμβούλιο. Οι ~ές (= σύγχρονες) ανάγκες. Τα ~ά γεγονότα/προβλήματα. Με τα ~ά δεδομένα, ... Πβ. τρέχων. ΣΥΝ. παρών (2), σημερινός (1) ΑΝΤ. αλλοτινός, παλιός (2), προηγούμενος, πρωτινός, τοτινός ● Ουσ.: τωρινά (τα): ενν. χρόνια ή περιστατικά. Πβ. παρόν, σήμερα. ΑΝΤ. περασμένα [< μεσν. τωρινός] | |
| 52619 | υ | 1. (πρόφ. ύψιλον) το εικοστό γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον φωνηεντικό φθόγγο [i] (φυγή) και τους συμφωνικούς φθόγγους [f] (ευχή) και [v] (αυγή): ~ κεφαλαίο (Υ). ~ μικρό (υ). Πβ. ύψιλον. Βλ. δίφθογγος, δίψηφο, φωνήεν. 2. (πρόφ. ύψιλον) τετρακόσια ή τετρακοσιοστός. 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Υ ή ,υ) τετρακόσιες χιλιάδες. [< αρχ. Υ, μεσν. υ] | |
| 52937 | Υ.ΕΘ.Α. | (το): Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. | |
| 53010 | Υ.ΠΑΙ.Θ. | (το): Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων. | |
| 52620 | ύαινα | [ὕαινα] ύ-αι-να ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. άγριο, μεγαλόσωμο σαρκοφάγο, κυρ. πτωματοφάγο, θηλαστικό (οικογ. Hyaenidae) με χαρακτηριστικά δυσάρεστη οσμή, το οποίο μοιάζει με σκύλο: στικτή ~. 2. (μτφ.-μειωτ.) μοχθηρός, σκληρός και ύπουλος άνθρωπος. [< αρχ. ὕαινα, αγγλ. hyena, γαλλ. hyène] | |
| 52621 | υάκινθος | [ὑάκινθος] υ-ά-κιν-θος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίνθου}: ΒΟΤ. ετήσιο καλλωπιστικό φυτό (επιστ. ονομασ. Hyacinthus orientalis) με μικρά, κυρ. μπλε ή μοβ αρωματικά άνθη· συνεκδ. το άνθος του. ΣΥΝ. ζουμπούλι [< αρχ. ὑάκινθος, γαλλ. yacinthe, αγγλ. hyacinth] | |
| 52622 | υαλικά | βλ. γυαλικά | |
| 52623 | υαλοβάμβακας | [ὑαλοβάμβακας] υ-α-λο-βάμ-βα-κας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. θερμομονωτικό και ηχομονωτικό υλικό από λεπτές ίνες γυαλιού για την κατασκευή του οποίου εκτοξεύεται αέρας σε ρευστό γυαλί: μπουφάν με επένδυση ~α. Βλ. πετροβάμβακας. ΣΥΝ. υαλόνημα, φίμπεργκλας [< αμερικ. fibreglass, 1937] | |
| 52624 | υαλοβερνίκωμα | [ὑαλοβερνίκωμα] υ-α-λο-βερ-νί-κω-μα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. υαλώδες μείγμα με το οποίο επιχρίονται αντικείμενα από τερακότα προκειμένου να γίνουν αδιάβροχα. | |
| 52625 | υαλογράφημα | [ὑαλογράφημα] υ-α-λο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. βιτρό. Βλ. -γράφημα. | |
| 52626 | υαλογραφία | [ὑαλογραφία] υ-α-λο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η τέχνη της ζωγραφικής στο γυαλί· συνεκδ. το υαλογράφημα. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. hyalographie] | |
| 52627 | υαλογράφος | [ὑαλογράφος] υ-α-λο-γρά-φος ουσ. (αρσ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. {κ. θηλ.} τεχνίτης που δημιουργεί υαλογραφήματα. 2. εργαλείο σχεδίασης ή αποτύπωσης σχεδίων σε γυαλί: ~ με διαμάντι. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. hyalographe] | |
| 52628 | υαλοειδής | , ής, ές [ὑαλοειδής] υ-α-λο-ει-δής επίθ.: ΑΝΑΤ. που είναι λείος και διαφανής όπως το γυαλί: ~ής: χόνδρος (: εύκαμπτη ημιδιαφανής ουσία στις αρθρώσεις των οστών). ~ής: μεμβράνη. Βλ. -ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: υαλοειδές/υαλώδες (σώμα): διάφανο υγρό το οποίο καλύπτει την εσωτερική κοιλότητα του ματιού πίσω από τον κρυσταλλοειδή φακό: αποκόλληση του ~ούς. Αιμορραγία στο ~. [< μτγν. ὑαλοειδής, γαλλ. hyaloïde, αγγλ. hyaloid] | |
| 52629 | υαλόθραυσμα | [ὑαλόθραυσμα] υ-α-λό-θραυ-σμα ουσ. (ουδ.) (επίσ.): γυαλί θρυμματισμένο σε μικρά κομμάτια το οποίο προορίζεται για ανακύκλωση. | |
| 52630 | υαλόθυρα | [ὑαλόθυρα] υ-α-λό-θυ-ρα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): γυάλινη πόρτα: δίφυλλη/μονόφυλλη ~. Πβ. τζαμόπορτα. | |
| 52631 | υαλοκαθαριστήρας | [ὑαλοκαθαριστήρας] υ-α-λο-κα-θα-ρι-στή-ρας ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} (επίσ.) & (προφ.) καθαριστήρας: ο κάθε βραχίονας που είναι προσαρμοσμένος στο μπροστινό και πίσω τζάμι του αυτοκινήτου, έχει λάστιχο κατά μήκος του και καθαρίζει τα τζάμια με τοξοειδείς επαναλαμβανόμενες κινήσεις: ~ες διακοπτόμενης λειτουργίας/με αισθητήρα βροχής. Μάκτρα ~ων. Βλ. τζαμοκαθαριστής. Βλ. πιτσιλιστήρια. [< γαλλ. essuie-glace, 1914] | |
| 52632 | υαλόνημα | [ὑαλόνημα] υ-α-λό-νη-μα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. υαλοβάμβακας. Βλ. ανθρακόνημα. | |
| 52633 | υαλόπαγος | [ὑαλόπαγος] υ-α-λό-πα-γος ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΕΩΡ. διαφανές, λείο και ομοιογενές στρώμα πάγου, το οποίο σχηματίζεται όταν βροχή σε κατάσταση υπέρτηξης έρθει σε επαφή με επιφάνεια που έχει θερμοκρασία κάτω από το μηδέν. Βλ. μαύρος πάγος. [< γαλλ. verglas] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ