Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [53140-53160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52634υαλόπανο[ὑαλόπανο] υ-α-λό-πα-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. υαλοΰφασμα.
52635υαλοπίνακας[ὑαλοπίνακας] υ-α-λο-πί-να-κας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τζάμι: διπλός/μονός ~. Ενεργειακοί θερμομονωτικοί ~ες. ~ ασφαλείας. Βλ. πλεξιγκλάς, υάλωση.
52636υαλόπλασμα[ὑαλόπλασμα] υ-α-λό-πλα-σμα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. η εξωτερική, διαφανής στιβάδα στο κυτταρόπλασμα ορισμένων πρωτοζώων. Πβ. εκτόπλασμα, θεμέλια ουσία. Βλ. -πλασμα. [< αγγλ. hyaloplasm]
52637υαλόπλεγμα[ὑαλόπλεγμα] υ-α-λό-πλεγ-μα ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. οικοδομικό υλικό που κατασκευάζεται με την ύφανση ινών γυαλιού και χρησιμοποιείται για την ενίσχυση των σοβάδων και την αποφυγή δημιουργίας ρωγμών: ~ οπλισμού (επιχρισμάτων).
52638υαλοποίηση[ὑαλοποίηση] υ-α-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. μετατροπή ουσίας σε γυαλί ή σε υλικό που μοιάζει με αυτό: ~ στερεών αποβλήτων. 2. ΙΑΤΡ. (στην εξωσωματική γονιμοποίηση) μέθοδος κατάψυξης ωαρίων. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. vitrification]
52639υαλοποιίαβλ. υαλουργία
52640υαλοποιώ[ὑαλοποιῶ] υ-α-λο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) (λόγ.): μετατρέπω σε γυαλί. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. vitrifier]
52641υαλοπωλείο[ὑαλοπωλεῖο] υ-α-λο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) & (προφ.) γυαλοπωλείο: κατάστημα όπου πωλούνται γυαλικά. Βλ. -πωλείο. ● ΦΡ.: σαν ταύρος σε υαλοπωλείο βλ. ταύρος
52642υαλοπώλης[ὑαλοπώλης] υ-α-λο-πώ-λης ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ιδιοκτήτης υαλοπωλείου ή πωλητής γυαλικών. Βλ. -πώλης.
52643ύαλος[ὕαλος] ύ-α-λος ουσ. (θηλ.) {υάλ-ου} (επίσ.): γυαλί: μονωτική/φυσική ~. ~ ασφαλείας. Βιομηχανία ~ου. Εντός ~ου (= in vitro). [< αρχ. ὕαλος]
52644υαλοστάσιο[ὑαλοστάσιο] υ-α-λο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): κατασκευή από τζάμια, τζαμαρία: εξωτερικό/σταθερό ~. Βλ. -στάσιο. [< γαλλ. verrière]
52645υαλοτεχνία[ὑαλοτεχνία] υ-α-λο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): υαλουργία. Βλ. -τεχνία.
52646υαλότουβλο[ὑαλότουβλο] υ-α-λό-του-βλο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} : θερμοηχομονωτικό δομικό υλικό που επιτρέπει τη διέλευση του φωτός και χρησιμοποιείται στην κατασκευή ή διακόσμηση τοίχων: ζωγραφιστά ~α. ~α δαπέδου. Βλ. πυρότουβλο. [< αγγλ. glass block]
52647υαλουργείο[ὑαλουργεῖο] υ-α-λουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο κατεργασίας γυαλιού. [< μτγν. ὑαλουργεῖον]
52648υαλουργία[ὑαλουργία] υ-α-λουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) υαλοποιία: η τέχνη της επεξεργασίας του γυαλιού και της κατασκευής αντικειμένων από γυαλί και η αντίστοιχη βιομηχανία. Βλ. -ουργία. ΣΥΝ. υαλοτεχνία [< μεσν. υαλουργία]
52649υαλουργικός, ή, ό [ὑαλουργικός] υ-α-λουρ-γι-κός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται στην υαλουργία: ~ός: κλίβανος. ~ή: βιομηχανία (= υαλουργία).
52650υαλουργός[ὑαλουργός] υ-α-λουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): τεχνίτης που ασχολείται με την κατασκευή γυάλινων αντικειμένων και την επεξεργασία του γυαλιού. Βλ. αγγειοπλάστης, κεραμοποιός, -ουργός1. [< μτγν. ὑαλουργός]
52651υαλουρονικός, ή, ό [ὑαλουρονικός] υ-α-λου-ρο-νι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υαλουρονικό οξύ: ΒΙΟΧ. φυσική υδρόφιλη ουσία που βρίσκεται κυρ. στο υαλοειδές σώμα, τις αρθρώσεις και τους ιστούς· το σχετικό προϊόν της βιοτεχνολογίας που χρησιμοποιείται στην κοσμετολογία και τη ρευματολογία: ενέσιμο ~ ~. Θεραπεία των ρυτίδων με ~ ~. Κρέμα με ~ ~. Βλ. βιοϋλικά, κολλαγόνο, λίφτινγκ, μπότοξ, σιλικόνη, φίλερ. [< αγγλ. hyaluronic acid, 1934, γαλλ. (acide) hyaluronique, 1937]
52652υαλοΰφασμα[ὑαλοΰφασμα] υ-α-λο-ΰ-φα-σμα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδική γάζα η οποία τοποθετείται για να ενισχύσει τα επαλειπτικά υλικά που χρησιμοποιούνται στην υγρομόνωση. ΣΥΝ. υαλόπανο [< αγγλ. glass fabric]
52653υαλόφρακτος, η, ο [ὑαλόφρακτος] υ-α-λό-φρα-κτος επίθ. (λόγ.): που περιβάλλεται από τζάμια: ~ος: χώρος. ~ο: θερμοκήπιο. Πβ. τζαμωτός.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.