Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [53140-53160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52646υαλότουβλο[ὑαλότουβλο] υ-α-λό-του-βλο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} : θερμοηχομονωτικό δομικό υλικό που επιτρέπει τη διέλευση του φωτός και χρησιμοποιείται στην κατασκευή ή διακόσμηση τοίχων: ζωγραφιστά ~α. ~α δαπέδου. Βλ. πυρότουβλο. [< αγγλ. glass block]
52647υαλουργείο[ὑαλουργεῖο] υ-α-λουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο κατεργασίας γυαλιού. [< μτγν. ὑαλουργεῖον]
52648υαλουργία[ὑαλουργία] υ-α-λουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) υαλοποιία: η τέχνη της επεξεργασίας του γυαλιού και της κατασκευής αντικειμένων από γυαλί και η αντίστοιχη βιομηχανία. Βλ. -ουργία. ΣΥΝ. υαλοτεχνία [< μεσν. υαλουργία]
52649υαλουργικός, ή, ό [ὑαλουργικός] υ-α-λουρ-γι-κός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται στην υαλουργία: ~ός: κλίβανος. ~ή: βιομηχανία (= υαλουργία).
52650υαλουργός[ὑαλουργός] υ-α-λουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): τεχνίτης που ασχολείται με την κατασκευή γυάλινων αντικειμένων και την επεξεργασία του γυαλιού. Βλ. αγγειοπλάστης, κεραμοποιός, -ουργός1. [< μτγν. ὑαλουργός]
52651υαλουρονικός, ή, ό [ὑαλουρονικός] υ-α-λου-ρο-νι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υαλουρονικό οξύ: ΒΙΟΧ. φυσική υδρόφιλη ουσία που βρίσκεται κυρ. στο υαλοειδές σώμα, τις αρθρώσεις και τους ιστούς· το σχετικό προϊόν της βιοτεχνολογίας που χρησιμοποιείται στην κοσμετολογία και τη ρευματολογία: ενέσιμο ~ ~. Θεραπεία των ρυτίδων με ~ ~. Κρέμα με ~ ~. Βλ. βιοϋλικά, κολλαγόνο, λίφτινγκ, μπότοξ, σιλικόνη, φίλερ. [< αγγλ. hyaluronic acid, 1934, γαλλ. (acide) hyaluronique, 1937]
52652υαλοΰφασμα[ὑαλοΰφασμα] υ-α-λο-ΰ-φα-σμα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδική γάζα η οποία τοποθετείται για να ενισχύσει τα επαλειπτικά υλικά που χρησιμοποιούνται στην υγρομόνωση. ΣΥΝ. υαλόπανο [< αγγλ. glass fabric]
52653υαλόφρακτος, η, ο [ὑαλόφρακτος] υ-α-λό-φρα-κτος επίθ. (λόγ.): που περιβάλλεται από τζάμια: ~ος: χώρος. ~ο: θερμοκήπιο. Πβ. τζαμωτός.
52654υαλόχαρτοβλ. γυαλόχαρτο
52655υαλώδης, ης, ες [ὑαλώδης] υ-α-λώ-δης επίθ. {υαλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: που είναι διαυγής και λείος όπως το γυαλί: ~ης: λάμψη/μάζα/μορφή/πορσελάνη. ~ες: πέτρωμα/υλικό.|| (ΙΑΤΡ.) ~ης: χόνδρος. Βλ. -ώδης. ● ΣΥΜΠΛ.: υαλοειδές/υαλώδες (σώμα) βλ. υαλοειδής, υαλώδης μετάπτωση βλ. μετάπτωση [< μτγν. ὑαλώδης]
52656υάλωμα[ὑάλωμα] υ-ά-λω-μα ουσ. (ουδ.) {υαλώμ-ατος | -ατα}: υαλώδες υλικό που χρησιμοποιείται στην επίστρωση κυρ. κεραμικών πριν το ψήσιμο για λόγους προστασίας ή διακόσμησης· κατ' επέκτ. η σχετική τεχνική: διαφανές/μολυβδούχο ~. ~ατα χαμηλής και υψηλής θερμοκρασίας. Βλ. σμάλτο. [< μεσν. υάλωμα]
52657υάλωση[ὑάλωση] υ-ά-λω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. γυαλί που χρησιμοποιείται κυρ. στα κουφώματα: διπλή/ενεργειακή/μονή/τριπλή ~. Βλ. υαλοπίνακας. 2. υαλώδης προστατευτική και διακοσμητική επίστρωση κυρ. κεραμικών: ψυχρή ~ (: άχρωμο υγρό γυαλί που μπορεί να χρωματιστεί και να χρησιμοποιηθεί σαν τελική στρώση για τη διακόσμηση αντικειμένων).
52658υάρδαβλ. γιάρδα
52659ύβος[ὗβος] ύ-βος ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. λιπώδης προεξοχή στη ράχη της καμήλας, η οποία χρησιμεύει ως αποθήκη τροφής: καμήλα με έναν ή δύο ~ους (: δρομάδα και βακτριανή, αντίστοιχα). 2. ΙΑΤΡ. καμπούρα. Πβ. ύβωμα. Βλ. κύφωση. [< 1: αρχ. ὗβος]
52660υβρεολογία[ὑβρεολογία] υ-βρε-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): αισχρολογία. Βλ. -λογία.
52661υβρεολόγιο[ὑβρεολόγιο] υ-βρε-ο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): σωρεία από ύβρεις και γενικότ. υβριστικό, χυδαίο ή προσβλητικό λεξιλόγιο: ακατάσχετο ~. Βλ. -λόγιο. ΣΥΝ. βρισίδι
52662ύβρηβλ. ύβρις
52663υβριδικός, ή, ό [ὑβριδικός] υ-βρι-δι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο υβρίδιο· κατ' επέκτ. που προέρχεται από μείξη διαφορετικών στοιχείων ή ειδών: (ΒΙΟΛ.) ~ός: ιός.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ός: συναγερμός. ~ή: οθόνη/σχεδίαση/τεχνολογία/τηλεόραση. ~ό: αυτοκίνητο (με βενζινοκινητήρα και ηλεκτροκινητήρα).|| ~ή: γλώσσα. Το συνέδριο θα διεξαχθεί με ~ό τρόπο (: με φυσική και διαδικτυακή παρουσία). ● ΣΥΜΠΛ.: υβριδική πραγματικότητα: συνδυασμός πραγματικού και ψηφιακού περιβάλλοντος που αλληλεπιδρούν σε πραγματικό χρόνο. [< αγγλ. hybrid/mixed reality], υβριδικό ταχυδρομείο βλ. ταχυδρομείο [< γαλλ. hybride, αγγλ. hybrid]
52665υβριδισμός[ὑβριδισμός] υ-βρι-δι-σμός ουσ. (αρσ.): υβριδοποίηση. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. hybridisme, αγγλ. hybridism]
52666υβριδοποίηση[ὑβριδοποίηση] υ-βρι-δο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. υβριδισμός 1. ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. το σύνολο των διεργασιών ανάμειξης διαφορετικών ειδών ζώων ή ποικιλιών φυτών με σκοπό τη δημιουργία υβριδίων. 2. ΒΙΟΧ. δημιουργία υβριδικού μακρομορίου με σύνδεση δύο μονόκλωνων αλυσίδων DNA ή RNA ή DNA - RNA με δεσμούς υδρογόνου: ~ νουκλεϊκών οξέων. 3. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. δημιουργία υβριδικών τροχιακών με συγχώνευση απλών ατομικών τροχιακών. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. hybridation, αγγλ. hybridization]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.