Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [53160-53180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52654υαλόχαρτοβλ. γυαλόχαρτο
52655υαλώδης, ης, ες [ὑαλώδης] υ-α-λώ-δης επίθ. {υαλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: που είναι διαυγής και λείος όπως το γυαλί: ~ης: λάμψη/μάζα/μορφή/πορσελάνη. ~ες: πέτρωμα/υλικό.|| (ΙΑΤΡ.) ~ης: χόνδρος. Βλ. -ώδης. ● ΣΥΜΠΛ.: υαλοειδές/υαλώδες (σώμα) βλ. υαλοειδής, υαλώδης μετάπτωση βλ. μετάπτωση [< μτγν. ὑαλώδης]
52656υάλωμα[ὑάλωμα] υ-ά-λω-μα ουσ. (ουδ.) {υαλώμ-ατος | -ατα}: υαλώδες υλικό που χρησιμοποιείται στην επίστρωση κυρ. κεραμικών πριν το ψήσιμο για λόγους προστασίας ή διακόσμησης· κατ' επέκτ. η σχετική τεχνική: διαφανές/μολυβδούχο ~. ~ατα χαμηλής και υψηλής θερμοκρασίας. Βλ. σμάλτο. [< μεσν. υάλωμα]
52657υάλωση[ὑάλωση] υ-ά-λω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. γυαλί που χρησιμοποιείται κυρ. στα κουφώματα: διπλή/ενεργειακή/μονή/τριπλή ~. Βλ. υαλοπίνακας. 2. υαλώδης προστατευτική και διακοσμητική επίστρωση κυρ. κεραμικών: ψυχρή ~ (: άχρωμο υγρό γυαλί που μπορεί να χρωματιστεί και να χρησιμοποιηθεί σαν τελική στρώση για τη διακόσμηση αντικειμένων).
52658υάρδαβλ. γιάρδα
52659ύβος[ὗβος] ύ-βος ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. λιπώδης προεξοχή στη ράχη της καμήλας, η οποία χρησιμεύει ως αποθήκη τροφής: καμήλα με έναν ή δύο ~ους (: δρομάδα και βακτριανή, αντίστοιχα). 2. ΙΑΤΡ. καμπούρα. Πβ. ύβωμα. Βλ. κύφωση. [< 1: αρχ. ὗβος]
52660υβρεολογία[ὑβρεολογία] υ-βρε-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): αισχρολογία. Βλ. -λογία.
52661υβρεολόγιο[ὑβρεολόγιο] υ-βρε-ο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): σωρεία από ύβρεις και γενικότ. υβριστικό, χυδαίο ή προσβλητικό λεξιλόγιο: ακατάσχετο ~. Βλ. -λόγιο. ΣΥΝ. βρισίδι
52662ύβρηβλ. ύβρις
52663υβριδικός, ή, ό [ὑβριδικός] υ-βρι-δι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο υβρίδιο· κατ' επέκτ. που προέρχεται από μείξη διαφορετικών στοιχείων ή ειδών: (ΒΙΟΛ.) ~ός: ιός.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ός: συναγερμός. ~ή: οθόνη/σχεδίαση/τεχνολογία/τηλεόραση. ~ό: αυτοκίνητο (με βενζινοκινητήρα και ηλεκτροκινητήρα).|| ~ή: γλώσσα. Το συνέδριο θα διεξαχθεί με ~ό τρόπο (: με φυσική και διαδικτυακή παρουσία). ● ΣΥΜΠΛ.: υβριδική πραγματικότητα: συνδυασμός πραγματικού και ψηφιακού περιβάλλοντος που αλληλεπιδρούν σε πραγματικό χρόνο. [< αγγλ. hybrid/mixed reality], υβριδικό ταχυδρομείο βλ. ταχυδρομείο [< γαλλ. hybride, αγγλ. hybrid]
52665υβριδισμός[ὑβριδισμός] υ-βρι-δι-σμός ουσ. (αρσ.): υβριδοποίηση. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. hybridisme, αγγλ. hybridism]
52666υβριδοποίηση[ὑβριδοποίηση] υ-βρι-δο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. υβριδισμός 1. ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. το σύνολο των διεργασιών ανάμειξης διαφορετικών ειδών ζώων ή ποικιλιών φυτών με σκοπό τη δημιουργία υβριδίων. 2. ΒΙΟΧ. δημιουργία υβριδικού μακρομορίου με σύνδεση δύο μονόκλωνων αλυσίδων DNA ή RNA ή DNA - RNA με δεσμούς υδρογόνου: ~ νουκλεϊκών οξέων. 3. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. δημιουργία υβριδικών τροχιακών με συγχώνευση απλών ατομικών τροχιακών. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. hybridation, αγγλ. hybridization]
52667υβρίζω[ὑβρίζω] υ-βρί-ζω ρ. (μτβ.) {ύβρι-σα, υβρί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, μτχ. υβρισ-θείς, -θείσα, -θέν, υβριζ-όμενος} (λόγ.): βρίζω. Πβ. εξ~, καθ~, περι~. [< αρχ. ὑβρίζω]
52668ύβρις[ὕβρις] ύ-βρις ουσ. (θηλ.) {ύβρ-εως, -ιν | -εις, -εων} & ύβρη 1. (λόγ.) βρισιά: Εξαπέλυσε ~εις. 2. ΑΡΧ. {χωρ. πληθ.} αλαζονική και προσβλητική συμπεριφορά κάποιου ο οποίος ξεπερνά το ανθρώπινο μέτρο και δείχνει ασέβεια προς τους νόμους των θεών και των ανθρώπων: Διέπραξε ~ιν. Βλ. άτη, νέμεση. || (ΨΥΧΙΑΤΡ.) Το σύνδρομο της ύβρεως (: κυρ. για πολιτικούς, επίκτητη διαταραχή της συμπεριφοράς). [< αρχ. ὕβρις, αγγλ. hubris, hybris, γαλλ. ~, ~, 1918]
52669υβριστής[ὑβριστής] υ-βρι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. υβρίστρια} 1. (λόγ.) αυτός που βρίζει: χυδαίος ~. 2. ΑΡΧ. αυτός που οι ενέργειές του ή η συμπεριφορά του υπερβαίνουν το μέτρο, αλαζόνας, αυθάδης. [< 2: αρχ. ὑβριστής]
52670υβριστικός, ή, ό [ὑβριστικός] υ-βρι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ύβρη, που προσβάλλει, απαξιώνει ή εμπεριέχει ύβρεις: ~ός: λόγος/όρος. ~ή: απάντηση/γλώσσα/επίθεση/συμπεριφορά. ~ό: λεξιλόγιο/περιεχόμενο. ~οί: χαρακτηρισμοί. ~ές: εκφράσεις. ~ά: επίθετα/μηνύματα/συνθήματα. ● επίρρ.: υβριστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. ὑβριστικός, αγγλ. hubristic]
52671ύβωμα[ὕβωμα] ύ-βω-μα ουσ. (ουδ.) {υβώμ-ατα} 1. ΓΕΩΛ. υπερυψωμένο τμήμα γης που περιβάλλεται από περιοχές με διαφορετικό ανάγλυφο, όπως όρη και πεδιάδες: υποθαλάσσιο ~ (: υπερύψωση του θαλάσσιου πυθμένα· βλ. πάγκος, σύρτις, ύφαλος). Αμμώδη ~ατα. Πβ. γήλοφος, λόφος, ύψωμα. 2. (επιστ.) καμπούρα, εξόγκωμα, ύβος. [< 2: αρχ. ὕβωμα]
52672ΥΓ(το): υστερόγραφο.
52673υγεία[ὑγεία] υ-γεί-α ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) γεια & υγειά 1. φυσιολογική λειτουργία του οργανισμού, κατάσταση σωματικής και ψυχικής ευεξίας: ατσάλινη/δημόσια/διαταραγμένη/ευαίσθητη/εύθραυστη/κλονισμένη/κοινωνική/πνευματική ~. Η ανθρώπινη ~ (= η ~ του ανθρώπου). Η ~ των ζώων/των φυτών. Περιβαλλοντική ~. Βλάπτω/καταστρέφω/προσέχω/ρισκάρω/φροντίζω την ~ μου. Βιβλιάριο/επαγγέλματα/πιστοποιητικό/ταμείο ~ας. Το χρώμα της ~ας (: κυρ. το ροδαλό). Κοινωνικοί προσδιοριστές της ~ας (: φτώχεια, ρατσισμός, σεξισμός). Κάτι έχει επιπτώσεις/κάνει καλό στην ~. Eίμαι άσχημα/πολύ καλά/περίφημα στην ~ μου. Πίνω στην υγειά σου. (ως ευχή σε γιορτή ή γενέθλια) Kαι του χρόνου με ~! Πάνω απ' όλα η ~. ~ και καλή καρδιά (: συνήθ. σε περιπτώσεις όπου δεν συνέβη κάτι επιθυμητό). Ευχές για ~ και ευτυχία. Λόγοι/προβλήματα ~ας με αναγκάζουν να πάρω άδεια. Επείγοντα περιστατικά ~ας. H κατάσταση της ~ας του δεν εμπνέει ανησυχία. Σκάει από ~/χαίρει άκρας ~ας (= είναι μια χαρά στην ~ του). 2. (για κοινωνία ή κράτος) οι αρχές, οι κανόνες και γενικότ. ο τομέας των υπηρεσιών υγείας: δημόσια ~. Πολιτική (της) ~ας. Eθνικό Σύστημα ~ας (ακρ. EΣY). Πρωτοβάθμια (ακρ. ΠΦΥ)/δευτεροβάθμια/τριτοβάθμια φροντίδα ~ας. Παγκόσμια Oργάνωση ~ας (ακρ. ΠΟΥ). ● ΣΥΜΠΛ.: επαγγελματίας υγείας: φυσικό πρόσωπο με κατάλληλη πιστοποίηση και άδεια που παρέχει υγιεονομική περίθαλψη., Κέντρο Υγείας: σταθμός υγειονομικής περίθαλψης που βρίσκεται συνήθ. στην περιφέρεια., μοντέλο πεποιθήσεων για την υγεία: το οποίο εξετάζει τους παράγοντες που επηρεάζουν τη συμπεριφορά ενός ατόμου σε σχέση με θέματα πρόληψης ασθενειών., αγωγή υγείας βλ. αγωγή, επισκέπτης υγείας βλ. επισκέπτης, επισκέπτρια, χαρτί υγείας/τουαλέτας βλ. χαρτί, ψυχική υγεία βλ. ψυχικός ● ΦΡ.: βρίσκω την υγειά μου: (συνήθ. στο τέλος πρότασης) απαλλάσσομαι από πρόβλημα και γενικότ. ανεπιθύμητη κατάσταση: Μετακόμισα σε ήσυχη γειτονιά και βρήκα ~., και σε/εις άλλα με υγεία: ως ευχή για να υπάρξουν και άλλες ευχάριστες στιγμές και να τις χαρεί κάποιος με υγεία., με τις υγείες σου/σας! 1. ως ευχή σε κάποιον που μόλις φτερνίστηκε. ΣΥΝ. γεια σου!, γείτσες 2. (ειρων.) ως έκφραση προς κάποιον που βιώνει μια αρνητική κατάσταση ή μια αποτυχία. Πβ. καλοχώνευτος. 3. ως ευχή σε κάποιον που μόλις έφαγε ή ήπιε., στην υγειά (σου/του/μας) & (λογ.) εις υγείαν: τυπική ευχή σε πρόποση. ΣΥΝ. γεια μας!, εβίβα & βίβα, (για) να δεις/δει την υγειά σου/του βλ. βλέπω, εις υγείαν/στην υγεία των κορόιδων/του κορόιδου βλ. κορόιδο [< αρχ. ὑγίεια, μτγν. ὑγεία]
52674υγειονομείο[ὑγειονομεῖο] υ-γει-ο-νο-μεί-ο ουσ. (ουδ.): υπηρεσία που βρίσκεται στα σύνορα και στα λιμάνια μιας χώρας και έχει ως κύριο μέλημα την παρεμπόδιση της μετάδοσης λοιμωδών νόσων. [< γερμ. Gesundheitsamt]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.