Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [53160-53180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52667υβρίζω[ὑβρίζω] υ-βρί-ζω ρ. (μτβ.) {ύβρι-σα, υβρί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, μτχ. υβρισ-θείς, -θείσα, -θέν, υβριζ-όμενος} (λόγ.): βρίζω. Πβ. εξ~, καθ~, περι~. [< αρχ. ὑβρίζω]
52668ύβρις[ὕβρις] ύ-βρις ουσ. (θηλ.) {ύβρ-εως, -ιν | -εις, -εων} & ύβρη 1. (λόγ.) βρισιά: Εξαπέλυσε ~εις. 2. ΑΡΧ. {χωρ. πληθ.} αλαζονική και προσβλητική συμπεριφορά κάποιου ο οποίος ξεπερνά το ανθρώπινο μέτρο και δείχνει ασέβεια προς τους νόμους των θεών και των ανθρώπων: Διέπραξε ~ιν. Βλ. άτη, νέμεση. || (ΨΥΧΙΑΤΡ.) Το σύνδρομο της ύβρεως (: κυρ. για πολιτικούς, επίκτητη διαταραχή της συμπεριφοράς). [< αρχ. ὕβρις, αγγλ. hubris, hybris, γαλλ. ~, ~, 1918]
52669υβριστής[ὑβριστής] υ-βρι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. υβρίστρια} 1. (λόγ.) αυτός που βρίζει: χυδαίος ~. 2. ΑΡΧ. αυτός που οι ενέργειές του ή η συμπεριφορά του υπερβαίνουν το μέτρο, αλαζόνας, αυθάδης. [< 2: αρχ. ὑβριστής]
52670υβριστικός, ή, ό [ὑβριστικός] υ-βρι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ύβρη, που προσβάλλει, απαξιώνει ή εμπεριέχει ύβρεις: ~ός: λόγος/όρος. ~ή: απάντηση/γλώσσα/επίθεση/συμπεριφορά. ~ό: λεξιλόγιο/περιεχόμενο. ~οί: χαρακτηρισμοί. ~ές: εκφράσεις. ~ά: επίθετα/μηνύματα/συνθήματα. ● επίρρ.: υβριστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. ὑβριστικός, αγγλ. hubristic]
52671ύβωμα[ὕβωμα] ύ-βω-μα ουσ. (ουδ.) {υβώμ-ατα} 1. ΓΕΩΛ. υπερυψωμένο τμήμα γης που περιβάλλεται από περιοχές με διαφορετικό ανάγλυφο, όπως όρη και πεδιάδες: υποθαλάσσιο ~ (: υπερύψωση του θαλάσσιου πυθμένα· βλ. πάγκος, σύρτις, ύφαλος). Αμμώδη ~ατα. Πβ. γήλοφος, λόφος, ύψωμα. 2. (επιστ.) καμπούρα, εξόγκωμα, ύβος. [< 2: αρχ. ὕβωμα]
52672ΥΓ(το): υστερόγραφο.
52673υγεία[ὑγεία] υ-γεί-α ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) γεια & υγειά 1. φυσιολογική λειτουργία του οργανισμού, κατάσταση σωματικής και ψυχικής ευεξίας: ατσάλινη/δημόσια/διαταραγμένη/ευαίσθητη/εύθραυστη/κλονισμένη/κοινωνική/πνευματική ~. Η ανθρώπινη ~ (= η ~ του ανθρώπου). Η ~ των ζώων/των φυτών. Περιβαλλοντική ~. Βλάπτω/καταστρέφω/προσέχω/ρισκάρω/φροντίζω την ~ μου. Βιβλιάριο/επαγγέλματα/πιστοποιητικό/ταμείο ~ας. Το χρώμα της ~ας (: κυρ. το ροδαλό). Κοινωνικοί προσδιοριστές της ~ας (: φτώχεια, ρατσισμός, σεξισμός). Κάτι έχει επιπτώσεις/κάνει καλό στην ~. Eίμαι άσχημα/πολύ καλά/περίφημα στην ~ μου. Πίνω στην υγειά σου. (ως ευχή σε γιορτή ή γενέθλια) Kαι του χρόνου με ~! Πάνω απ' όλα η ~. ~ και καλή καρδιά (: συνήθ. σε περιπτώσεις όπου δεν συνέβη κάτι επιθυμητό). Ευχές για ~ και ευτυχία. Λόγοι/προβλήματα ~ας με αναγκάζουν να πάρω άδεια. Επείγοντα περιστατικά ~ας. H κατάσταση της ~ας του δεν εμπνέει ανησυχία. Σκάει από ~/χαίρει άκρας ~ας (= είναι μια χαρά στην ~ του). 2. (για κοινωνία ή κράτος) οι αρχές, οι κανόνες και γενικότ. ο τομέας των υπηρεσιών υγείας: δημόσια ~. Πολιτική (της) ~ας. Eθνικό Σύστημα ~ας (ακρ. EΣY). Πρωτοβάθμια (ακρ. ΠΦΥ)/δευτεροβάθμια/τριτοβάθμια φροντίδα ~ας. Παγκόσμια Oργάνωση ~ας (ακρ. ΠΟΥ). ● ΣΥΜΠΛ.: επαγγελματίας υγείας: φυσικό πρόσωπο με κατάλληλη πιστοποίηση και άδεια που παρέχει υγιεονομική περίθαλψη., Κέντρο Υγείας: σταθμός υγειονομικής περίθαλψης που βρίσκεται συνήθ. στην περιφέρεια., μοντέλο πεποιθήσεων για την υγεία: το οποίο εξετάζει τους παράγοντες που επηρεάζουν τη συμπεριφορά ενός ατόμου σε σχέση με θέματα πρόληψης ασθενειών., αγωγή υγείας βλ. αγωγή, επισκέπτης υγείας βλ. επισκέπτης, επισκέπτρια, χαρτί υγείας/τουαλέτας βλ. χαρτί, ψυχική υγεία βλ. ψυχικός ● ΦΡ.: βρίσκω την υγειά μου: (συνήθ. στο τέλος πρότασης) απαλλάσσομαι από πρόβλημα και γενικότ. ανεπιθύμητη κατάσταση: Μετακόμισα σε ήσυχη γειτονιά και βρήκα ~., και σε/εις άλλα με υγεία: ως ευχή για να υπάρξουν και άλλες ευχάριστες στιγμές και να τις χαρεί κάποιος με υγεία., με τις υγείες σου/σας! 1. ως ευχή σε κάποιον που μόλις φτερνίστηκε. ΣΥΝ. γεια σου!, γείτσες 2. (ειρων.) ως έκφραση προς κάποιον που βιώνει μια αρνητική κατάσταση ή μια αποτυχία. Πβ. καλοχώνευτος. 3. ως ευχή σε κάποιον που μόλις έφαγε ή ήπιε., στην υγειά (σου/του/μας) & (λογ.) εις υγείαν: τυπική ευχή σε πρόποση. ΣΥΝ. γεια μας!, εβίβα & βίβα, (για) να δεις/δει την υγειά σου/του βλ. βλέπω, εις υγείαν/στην υγεία των κορόιδων/του κορόιδου βλ. κορόιδο [< αρχ. ὑγίεια, μτγν. ὑγεία]
52674υγειονομείο[ὑγειονομεῖο] υ-γει-ο-νο-μεί-ο ουσ. (ουδ.): υπηρεσία που βρίσκεται στα σύνορα και στα λιμάνια μιας χώρας και έχει ως κύριο μέλημα την παρεμπόδιση της μετάδοσης λοιμωδών νόσων. [< γερμ. Gesundheitsamt]
52675υγειονομία[ὑγειονομία] υ-γει-ο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): κρατική υπηρεσία που φροντίζει για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας. Βλ. -νομία. [< γερμ. Gesundheitsamt]
52664υγειονομικάριος

[ὑβρίδιο] υ-βρί-δι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΒΙΟΛ. -ΒΟΤ. το προϊόν διασταύρωσης διαφορετικών ειδών ή γονοτύπων: απλό/γενετικό ~. Εκτρέφει ~α. ~ καλαμποκιού/σόγιας.|| (μτφ.) Μουσικά ~α. Βλ. -ίδιο. 2. ΓΛΩΣΣ. λέξη που δημιουργείται από τη σύνθεση λέξεων δύο διαφορετικών γλωσσών· νόθο σύνθετο: π.χ. φωτομοντάζ. [< γαλλ. hybride, αγγλ. hybrid]

1471υγειονομικάριος

[αἰσχρολογία] αι-σχρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): χρήση αισχρών, πρόστυχων λέξεων και φράσεων και (συνεκδ. στον πληθ.) οι ανάλογες λέξεις ή φράσεις: ~ και χυδαιολογία.|| Εκστομίζει ~ες. Τον έλουσε με βρισιές και ~ες (= αισχρόλογα). Βλ. -λογία. ΣΥΝ. αθυροστομία, βωμολοχία, ελευθεροστομία (1), υβρεολογία [< αρχ. αἰσχρολογία]

52676υγειονομικάριος[ὑγειονομικάριος] υ-γει-ο-νο-μι-κά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) (προφ.): οπλίτης ή (υπ)αξιωματικός του υγειονομικού σώματος του Στρατού Ξηράς.
52677υγειονομικό[ὑγειονομικό] υ-γει-ο-νο-μι-κό ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Υ) (προφ.): υγειονομική υπηρεσία: Το ~ της περιφέρειας ... Το μαγαζί έκλεισε μετά από έλεγχο του ~ού.
52678υγειονομικός, ή, ό [ὑγειονομικός] υ-γει-ο-νο-μι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην υγειονομία: ~ός: γιατρός/έλεγχος/επιθεωρητής/κανονισμός/κίνδυνος. ~ή: βόμβα/διάταξη/εξέταση/(πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια) επιτροπή/κάλυψη/κρίση (: το σύστημα υγείας δεν μπορεί να ανταποκριθεί πλήρως σε έκτακτες καταστάσεις που θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία)/μέριμνα/μονάδα/περίθαλψη/υπηρεσία (= το υγειονομικό). ~ό: ίδρυμα/κέντρο/κλιμάκιο/πιστοποιητικό/προσωπικό/πρωτόκολλο/υλικό. ~ές: συνθήκες. Επιχειρήσεις/καταστήματα ~ού ενδιαφέροντος (: εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφέ, κέντρα διασκέδασης, μπαρ). ● Ουσ.: υγειονομικός (ο/η): υπάλληλος της Υγειονομίας. ● επίρρ.: υγειονομικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: υγειονομική ταφή: μέθοδος ελεγχόμενης και οργανωμένης διάθεσης των αποβλήτων στο έδαφος. Βλ. ΧΥΤΑ, ΧΥΤΡΕ, ΧΥΤΥ., υγειονομική ζώνη βλ. ζώνη, υγειονομική κάθαρση βλ. κάθαρση, υγειονομικός σταθμός βλ. σταθμός
52679υγειονόμος[ὑγειονόμος] υ-γει-ο-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): προϊστάμενος υγειονομικού. Βλ. -νόμος.
52680υγιαίνω[ὑγιαίνω] υ-γι-αί-νω ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): έχω καλή υγεία· κυρ. ως πρόποση: Υγίαινε/Υγιαίνετε (= στην υγειά σου/σας)! ΑΝΤ. αρρωσταίνω (1), νοσώ (2) [< αρχ. ὑγιαίνω]
52681υγιεινή[ὑγιεινή] υ-γι-ει-νή ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. κλάδος που μελετά τις αρχές και τις μεθόδους που πρέπει να εφαρμόζονται για τη διατήρηση και βελτίωση της υγείας: ~ και ασφάλεια εργασίας. 2. η φροντίδα για την καθαριότητα του σώματος και κατ' επέκτ. το σύνολο των κανόνων που εξασφαλίζουν την ατομική και κοινωνική υγεία: ατομική/καθημερινή/προσωπική/στοματική ~.|| Βιομηχανική/δημόσια/επαγγελματική/νοσοκομειακή/περιβαλλοντική/σχολική ~. ~ των τροφίμων (: εξασφάλιση της καταλληλότητάς τους για κατανάλωση).|| ~ των φυτών. ● ΣΥΜΠΛ.: είδη υγιεινής: αυτά που είναι απαραίτητα για το μπάνιο και την κουζίνα, όπως λεκάνη, μπανιέρα, νεροχύτης, νιπτήρας, ντουζιέρα. [< αρχ. ὑγιεινή, γαλλ. hygiène, αγγλ. hygiene]
52682υγιεινιστής, υγιεινίστρια[ὑγιεινιστής] υ-γι-ει-νι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): άτομο που υποστηρίζει θερμά την υγιεινή ζωή και διατροφή.
52683υγιεινολογία[ὑγιεινολογία] υ-γι-ει-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με τη δημόσια υγιεινή. Βλ. -λογία. [< γαλλ. hygiène, αγγλ. hygiene, hygiology]
52684υγιεινολογικός, ή, ό [ὑγιεινολογικός] υ-γι-ει-νο-λο-γι-κός επίθ. (λόγ.): ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την υγιεινολογία: ~ός: έλεγχος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.