Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5300-5320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4372αντιαναιμικός, ή, ό [ἀντιαναιμικός] α-ντι-α-ναι-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που καταπολεμά την αναιμία: ~ή: βιταμίνη. ~ά: φάρμακα.|| (ως ουσ.) ~ό (ενν. προϊόν, σκεύασμα). [< αγγλ. antianemic, γαλλ. antianémique]
4373αντιαναπτυξιακός, ή, ό [ἀντιαναπτυξιακός] α-ντι-α-να-πτυ-ξι-α-κός επίθ.: που είναι εναντίον της ανάπτυξης ή την εμποδίζει: ~ός: κρατικός παρεμβατισμός. ~ή: (οικονομική) πολιτική. ~ό: φορολογικό σύστημα.~ές: ρυθμίσεις. Βλ. αντιπαραγωγικός.
4374αντιανδρογόνο[ἀντιανδρογόνο] α-ντι-αν-δρο-γό-νο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΙΑΤΡ. ουσία ή φάρμακο που αναστέλλει τη δράση των ανδρογόνων ορμονών. Βλ. οιστρογόνα. ΑΝΤ. ανδρογόνο [< αγγλ. antiandrogen, γαλλ. antiandrogène]
4375αντιανεμικός, ή, ό [ἀντιανεμικός] α-ντι-α-νε-μι-κός επίθ.: που προστατεύει από τον άνεμο: ~ή: στολή. ~ό: μπουφάν. ~ά: γυαλιά/δίχτυα (για την προστασία των σπαρτών). Βλ. αδιάβροχος, θερμομονωτ-, ισοθερμ-ικός. ● Ουσ.: αντιανεμικό (το): ρούχο, συνήθ. πανωφόρι, που προφυλάσσει από τον άνεμο και τη βροχή: ~ με εσωτερική επένδυση. Αδιάβροχο-~. Βλ. άνορακ. [< γαλλ. coupe-vent]
4376αντιανέμιος, α, ο [ἀντιανέμιος] α-ντι-α-νέ-μι-ος επίθ.: ΑΡΧΙΤ. που σταματά τη δύναμη του ανέμου: ~οι: σύνδεσμοι (μεταλλικών στεγών). Βλ. αντιανεμικός. ● Ουσ.: αντιανέμιο (το) 1. προστατευτικό κάλυμμα μικροφώνου. 2. ΑΡΧΙΤ. {συνήθ. στον πληθ.} πετάσματα ή σύνδεσμοι που ανακόπτουν τον άνεμο.
4377αντιαποικιακός, ή, ό [ἀντιαποικιακός] α-ντι-α-ποι-κι-α-κός επίθ. & αντιαποικιοκρατικός: που αντιτίθεται στην αποικιοκρατία, τον ιμπεριαλισμό: ~ός: αγώνας. ~ή: εξέγερση/πάλη. ~ά: κινήματα. Πβ. αντιιμπεριαλιστικός, (εθνικο)απελευθερωτικός. [< γαλλ. anticolonialiste, 1903, αγγλ. anticolonialist]
4378αντιαρθριτικός, ή, ό [ἀντιαρθριτικός] α-ντι-αρ-θρι-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που ανακουφίζει από τα συμπτώματα της αρθρίτιδας. [< γαλλ. antiarthritique, αγγλ. antiarthritic]
4379αντιαριστερός, ή, ό [ἀντιαριστερός] α-ντι-α-ρι-στε-ρός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που αντιτίθεται στην ιδεολογία ή την πολιτική της Αριστεράς. Πβ. αντικομμουνιστικός. Βλ. αντιδεξιός. ΑΝΤ. φιλοαριστερός
4380αντιαρματικός, ή, ό [ἀντιαρματικός] α-ντι-αρ-μα-τι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση ή εξουδετέρωση τεθωρακισμένων αρμάτων: ~ή: άμυνα/νάρκη/ρουκέτα. ~ό: πυροβόλο. ~οί: πύραυλοι. ~ά: βλήματα/πυρά. Βλ. ανθυποβρυχιακός, αντιαεροπορικός. ● Ουσ.: αντιαρματικό (το): συνήθ. ενν. βλήμα ή όπλο: κατευθυνόμενο ~ τρίτης γενιάς. [< αγγλ. antitank, 1916, γαλλ. antichar, 1928]
4381αντιαρρυθμικός, ή, ό [ἀντιαρρυθμικός] α-ντι-αρ-ρυθ-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προλαμβάνει, μειώνει ή διακόπτει την καρδιακή αρρυθμία: ~ός: αναστολέας. ~ά φάρμακα για τη θεραπεία της κολπικής μαρμαρυγής. [< αγγλ. antiarrhythmic, 1954, γαλλ. antiar(r)ythmique]
4382αντιασθματικός, ή, ό [ἀντιασθματικός] α-ντι-α-σθμα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που καταπολεμά, θεραπεύει ή προλαμβάνει το βρογχικό άσθμα: ~ή: αγωγή. Πβ. βρογχοδιασταλτικός. [< γαλλ. antiasthmatique, αγγλ. antiasthmatic]
4383αντιασφαλιστικός, ή, ό [ἀντιασφαλιστικός] α-ντι-α-σφα-λι-στι-κός επίθ.: που αντιβαίνει στα ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων: ~ή: πολιτική. ~ά: μέτρα. ~οί και αντεργατικοί νόμοι.
4384αντιασφυξιογόνος, ος/α, ο [ἀντιασφυξιογόνος] α-ντι-α-σφυ-ξι-ο-γό-νος επίθ.: συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αντιασφυξιογόνα/αντιασφυξιογόνος μάσκα & μάσκα αερίων & προσωπίδα αερίων: ΤΕΧΝΟΛ. που προστατεύει κυρ. από τα ασφυξιογόνα αέρια. [< αγγλ. gas mask, 1915]
4385αντιαυταρχικός, ή, ό [ἀντιαυταρχικός] α-ντι-αυ-ταρ-χι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στον αυταρχισμό: ~ή: αγωγή/συμπεριφορά. ~ό: σχολείο. ~ές: αντιλήψεις. ~ή και συμμετοχική εκπαίδευση. Βλ. δεσποτ-, τυρανν-ικός. [< αγγλ. antiauthoritarian]
4386αντίβ[ἀντίβ] α-ντίβ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. σικορέ. [< γαλλ. endive]
4387αντιβαίνει[ἀντιβαίνει] α-ντι-βαί-νει ρ. (αμτβ.) {αντέβαινε, αντιβαίν-οντας, μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): αντιτίθεται, αντίκειται σε κάτι: Πράξη/ρύθμιση που ~ στους/(σπανιότ.) προς τους/(συχνότ. αδόκ.) τους νόμους. ~ει στα συμφέροντα του κράτους. Πβ. εναντιώνομαι, προσκρούω. ΑΝΤ. συμφωνεί, ταιριάζει. [< αρχ. ἀντιβαίνω, γαλλ. aller à l΄encontre]
4388αντιβάιρους[ἀντιβάιρους] α-ντι-βά-ι-ρους ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό που εντοπίζει και διαγράφει ιούς από υπολογιστή: ενημερωμένο ~ (= αντιικό). Αναβάθμιση/εγκατάσταση ~. ΣΥΝ. αντιβιοτικό (2), αντιιός (1) [< αγγλ. antivirus, 1988, γαλλ. ~, 1989]
4389αντιβακτηριακός, ή, ό [ἀντιβακτηριακός] α-ντι-βα-κτη-ρι-α-κός επίθ. & αντιβακτηριδιακός: ΦΑΡΜΑΚ. που αποτρέπει την ανάπτυξη βακτηρίων: ~ή: προστασία. ~ό: σαπούνι/στοματικό διάλυμα. ~ές: ιδιότητες (βλ. απολυμαντικές). ~ά: φάρμακα. (ως ουσ.) Ήπιο ~ό. Βλ. αντιμικροβιακός, αντιμυκητιασικός. [< γαλλ. antibactérien, αγγλ. antibacterial]
4390αντιβαλλιστικός, ή, ό [ἀντιβαλλιστικός] α-ντι-βαλ-λι-στι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με ή χρησιμοποιείται για την αναχαίτιση ή καταστροφή βαλλιστικών όπλων: ~ός: πύραυλος. ~ή: άμυνα/προστασία. Βλ. ανθυποβρυχιακός, αντι-αεροπορικός, -αρματικός, -ιστικός1. [< αγγλ. antiballistic (missile), 1963, γαλλ. anti-bal(l)istique]
4391αντίβαρο[ἀντίβαρο] α-ντί-βα-ρο ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) ό,τι εξασφαλίζει την ισορροπία, λειτουργεί αντισταθμιστικά: γεωπολιτικό/ισχυρό ~. Η αναδάσωση μπορεί να λειτουργήσει ως ~ στις κλιματικές αλλαγές. 2. ΤΕΧΝΟΛ. {συνηθέστ. στον πληθ.} βάρος που χρησιμοποιείται για τη μετακίνηση ή την εξισορρόπηση άλλου βάρους ή γενικότ. δύναμης: ~α ζυγοστάθμισης/τιμονιού/τροχών. ΣΥΝ. αντιστάθμισμα (2) [< γαλλ. contrepoids]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.