| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4380 | αντιαρματικός | , ή, ό [ἀντιαρματικός] α-ντι-αρ-μα-τι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση ή εξουδετέρωση τεθωρακισμένων αρμάτων: ~ή: άμυνα/νάρκη/ρουκέτα. ~ό: πυροβόλο. ~οί: πύραυλοι. ~ά: βλήματα/πυρά. Βλ. ανθυποβρυχιακός, αντιαεροπορικός. ● Ουσ.: αντιαρματικό (το): συνήθ. ενν. βλήμα ή όπλο: κατευθυνόμενο ~ τρίτης γενιάς. [< αγγλ. antitank, 1916, γαλλ. antichar, 1928] | |
| 4381 | αντιαρρυθμικός | , ή, ό [ἀντιαρρυθμικός] α-ντι-αρ-ρυθ-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προλαμβάνει, μειώνει ή διακόπτει την καρδιακή αρρυθμία: ~ός: αναστολέας. ~ά φάρμακα για τη θεραπεία της κολπικής μαρμαρυγής. [< αγγλ. antiarrhythmic, 1954, γαλλ. antiar(r)ythmique] | |
| 4382 | αντιασθματικός | , ή, ό [ἀντιασθματικός] α-ντι-α-σθμα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που καταπολεμά, θεραπεύει ή προλαμβάνει το βρογχικό άσθμα: ~ή: αγωγή. Πβ. βρογχοδιασταλτικός. [< γαλλ. antiasthmatique, αγγλ. antiasthmatic] | |
| 4383 | αντιασφαλιστικός | , ή, ό [ἀντιασφαλιστικός] α-ντι-α-σφα-λι-στι-κός επίθ.: που αντιβαίνει στα ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων: ~ή: πολιτική. ~ά: μέτρα. ~οί και αντεργατικοί νόμοι. | |
| 4384 | αντιασφυξιογόνος | , ος/α, ο [ἀντιασφυξιογόνος] α-ντι-α-σφυ-ξι-ο-γό-νος επίθ.: συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αντιασφυξιογόνα/αντιασφυξιογόνος μάσκα & μάσκα αερίων & προσωπίδα αερίων: ΤΕΧΝΟΛ. που προστατεύει κυρ. από τα ασφυξιογόνα αέρια. [< αγγλ. gas mask, 1915] | |
| 4385 | αντιαυταρχικός | , ή, ό [ἀντιαυταρχικός] α-ντι-αυ-ταρ-χι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στον αυταρχισμό: ~ή: αγωγή/συμπεριφορά. ~ό: σχολείο. ~ές: αντιλήψεις. ~ή και συμμετοχική εκπαίδευση. Βλ. δεσποτ-, τυρανν-ικός. [< αγγλ. antiauthoritarian] | |
| 4386 | αντίβ | [ἀντίβ] α-ντίβ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. σικορέ. [< γαλλ. endive] | |
| 4387 | αντιβαίνει | [ἀντιβαίνει] α-ντι-βαί-νει ρ. (αμτβ.) {αντέβαινε, αντιβαίν-οντας, μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): αντιτίθεται, αντίκειται σε κάτι: Πράξη/ρύθμιση που ~ στους/(σπανιότ.) προς τους/(συχνότ. αδόκ.) τους νόμους. ~ει στα συμφέροντα του κράτους. Πβ. εναντιώνομαι, προσκρούω. ΑΝΤ. συμφωνεί, ταιριάζει. [< αρχ. ἀντιβαίνω, γαλλ. aller à l΄encontre] | |
| 4388 | αντιβάιρους | [ἀντιβάιρους] α-ντι-βά-ι-ρους ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό που εντοπίζει και διαγράφει ιούς από υπολογιστή: ενημερωμένο ~ (= αντιικό). Αναβάθμιση/εγκατάσταση ~. ΣΥΝ. αντιβιοτικό (2), αντιιός (1) [< αγγλ. antivirus, 1988, γαλλ. ~, 1989] | |
| 4389 | αντιβακτηριακός | , ή, ό [ἀντιβακτηριακός] α-ντι-βα-κτη-ρι-α-κός επίθ. & αντιβακτηριδιακός: ΦΑΡΜΑΚ. που αποτρέπει την ανάπτυξη βακτηρίων: ~ή: προστασία. ~ό: σαπούνι/στοματικό διάλυμα. ~ές: ιδιότητες (βλ. απολυμαντικές). ~ά: φάρμακα. (ως ουσ.) Ήπιο ~ό. Βλ. αντιμικροβιακός, αντιμυκητιασικός. [< γαλλ. antibactérien, αγγλ. antibacterial] | |
| 4390 | αντιβαλλιστικός | , ή, ό [ἀντιβαλλιστικός] α-ντι-βαλ-λι-στι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με ή χρησιμοποιείται για την αναχαίτιση ή καταστροφή βαλλιστικών όπλων: ~ός: πύραυλος. ~ή: άμυνα/προστασία. Βλ. ανθυποβρυχιακός, αντι-αεροπορικός, -αρματικός, -ιστικός1. [< αγγλ. antiballistic (missile), 1963, γαλλ. anti-bal(l)istique] | |
| 4391 | αντίβαρο | [ἀντίβαρο] α-ντί-βα-ρο ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) ό,τι εξασφαλίζει την ισορροπία, λειτουργεί αντισταθμιστικά: γεωπολιτικό/ισχυρό ~. Η αναδάσωση μπορεί να λειτουργήσει ως ~ στις κλιματικές αλλαγές. 2. ΤΕΧΝΟΛ. {συνηθέστ. στον πληθ.} βάρος που χρησιμοποιείται για τη μετακίνηση ή την εξισορρόπηση άλλου βάρους ή γενικότ. δύναμης: ~α ζυγοστάθμισης/τιμονιού/τροχών. ΣΥΝ. αντιστάθμισμα (2) [< γαλλ. contrepoids] | |
| 4392 | αντιβαρύτητα | [ἀντιβαρύτητα] α-ντι-βα-ρύ-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. υποθετική δύναμη που εξουδετερώνει τα αποτελέσματα της βαρύτητας. Βλ. θεωρία της σχετικότητας. [< αγγλ. antigravity, 1949, γαλλ. antigravitation, περ. 1950] | |
| 4393 | αντιβαρυτικός | , ή, ό [ἀντιβαρυτικός] α-ντι-βα-ρυ-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που αναφέρεται στην αντιβαρύτητα: ~ές: δυνάμεις (βλ. σκοτεινή ενέργεια). [< αγγλ. antigravity, 1944, γαλλ. antigravitationnel, περ. 1950] | |
| 4394 | αντιβασιλέας | [ἀντιβασιλέας] α-ντι-βα-σι-λέ-ας ουσ. (αρσ.) & αντιβασιλιάς & (λόγ.) αντιβασιλεύς: ΠΟΛΙΤ.-ΙΣΤ. πρόσωπο που ασκεί νόμιμα τα βασιλικά καθήκοντα, συνήθ. λόγω ανηλικότητας, απουσίας ή θανάτου του βασιλιά. [< μτγν. ἀντιβασιλεύς] | |
| 4395 | αντιβασιλεία | [ἀντιβασιλεία] α-ντι-βα-σι-λεί-α ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. -ΙΣΤ. η εξουσία του αντιβασιλιά, το σύνολο των προσώπων που την ασκεί και το χρονικό διάστημα άσκησής της. [< γαλλ. vice-royauté ] | |
| 4396 | αντιβασιλικός | , ή, ό [ἀντιβασιλικός] α-ντι-βα-σι-λι-κός επίθ. (παλαιότ.): που αντιτίθεται στον βασιλιά ή τον θεσμό της βασιλείας. Πβ. αντιμοναρχικός. Βλ. βενιζελικός. ΑΝΤ. βασιλικός (3), βασιλόφρων, φιλοβασιλικός [< γαλλ. antiroyaliste, αγγλ. antiroyalist] | |
| 4397 | αντιβενιζελικός | , ή, ό [ἀντιβενιζελικός] α-ντι-βε-νι-ζε-λι-κός επίθ. ΙΣΤ.-ΠΟΛΙΤ.: που ήταν αντίθετος στον Ελευθέριο Βενιζέλο και το κόμμα του: (ως ουσ.) διχασμός βενιζελικών-~ών. Πβ. βασιλικός. | |
| 4398 | αντιβηχικός | , ή, ό [ἀντιβηχικός] α-ντι-βη-χι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που θεραπεύει τον βήχα ή ανακουφίζει από αυτόν: ~ή: δράση. ~ό: βότανο/σιρόπι. ~ές: ιδιότητες. ~ά και αποχρεμπτικά φάρμακα.|| (ως ουσ.) Χορήγηση ~ών (βλ. κωδεΐνη). [< πβ. αγγλ. antitussive, περ. 1909, γαλλ. antitussif, 1970] | |
| 4399 | αντιβία | [ἀντιβία] α-ντι-βί-α ουσ. (θηλ.): άσκηση βίας ως απάντηση ή αντίδραση σε βίαιες ενέργειες. [< αγγλ. counterviolence] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ