| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52675 | υγειονομία | [ὑγειονομία] υ-γει-ο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): κρατική υπηρεσία που φροντίζει για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας. Βλ. -νομία. [< γερμ. Gesundheitsamt] | |
| 52664 | υγειονομικάριος | [ὑβρίδιο] υ-βρί-δι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΒΙΟΛ. -ΒΟΤ. το προϊόν διασταύρωσης διαφορετικών ειδών ή γονοτύπων: απλό/γενετικό ~. Εκτρέφει ~α. ~ καλαμποκιού/σόγιας.|| (μτφ.) Μουσικά ~α. Βλ. -ίδιο. 2. ΓΛΩΣΣ. λέξη που δημιουργείται από τη σύνθεση λέξεων δύο διαφορετικών γλωσσών· νόθο σύνθετο: π.χ. φωτομοντάζ. [< γαλλ. hybride, αγγλ. hybrid] | |
| 1471 | υγειονομικάριος | [αἰσχρολογία] αι-σχρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): χρήση αισχρών, πρόστυχων λέξεων και φράσεων και (συνεκδ. στον πληθ.) οι ανάλογες λέξεις ή φράσεις: ~ και χυδαιολογία.|| Εκστομίζει ~ες. Τον έλουσε με βρισιές και ~ες (= αισχρόλογα). Βλ. -λογία. ΣΥΝ. αθυροστομία, βωμολοχία, ελευθεροστομία (1), υβρεολογία [< αρχ. αἰσχρολογία] | |
| 52676 | υγειονομικάριος | [ὑγειονομικάριος] υ-γει-ο-νο-μι-κά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) (προφ.): οπλίτης ή (υπ)αξιωματικός του υγειονομικού σώματος του Στρατού Ξηράς. | |
| 52677 | υγειονομικό | [ὑγειονομικό] υ-γει-ο-νο-μι-κό ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Υ) (προφ.): υγειονομική υπηρεσία: Το ~ της περιφέρειας ... Το μαγαζί έκλεισε μετά από έλεγχο του ~ού. | |
| 52678 | υγειονομικός | , ή, ό [ὑγειονομικός] υ-γει-ο-νο-μι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην υγειονομία: ~ός: γιατρός/έλεγχος/επιθεωρητής/κανονισμός/κίνδυνος. ~ή: βόμβα/διάταξη/εξέταση/(πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια) επιτροπή/κάλυψη/κρίση (: το σύστημα υγείας δεν μπορεί να ανταποκριθεί πλήρως σε έκτακτες καταστάσεις που θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία)/μέριμνα/μονάδα/περίθαλψη/υπηρεσία (= το υγειονομικό). ~ό: ίδρυμα/κέντρο/κλιμάκιο/πιστοποιητικό/προσωπικό/πρωτόκολλο/υλικό. ~ές: συνθήκες. Επιχειρήσεις/καταστήματα ~ού ενδιαφέροντος (: εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφέ, κέντρα διασκέδασης, μπαρ). ● Ουσ.: υγειονομικός (ο/η): υπάλληλος της Υγειονομίας. ● επίρρ.: υγειονομικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: υγειονομική ταφή: μέθοδος ελεγχόμενης και οργανωμένης διάθεσης των αποβλήτων στο έδαφος. Βλ. ΧΥΤΑ, ΧΥΤΡΕ, ΧΥΤΥ., υγειονομική ζώνη βλ. ζώνη, υγειονομική κάθαρση βλ. κάθαρση, υγειονομικός σταθμός βλ. σταθμός | |
| 52679 | υγειονόμος | [ὑγειονόμος] υ-γει-ο-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): προϊστάμενος υγειονομικού. Βλ. -νόμος. | |
| 52680 | υγιαίνω | [ὑγιαίνω] υ-γι-αί-νω ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): έχω καλή υγεία· κυρ. ως πρόποση: Υγίαινε/Υγιαίνετε (= στην υγειά σου/σας)! ΑΝΤ. αρρωσταίνω (1), νοσώ (2) [< αρχ. ὑγιαίνω] | |
| 52681 | υγιεινή | [ὑγιεινή] υ-γι-ει-νή ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. κλάδος που μελετά τις αρχές και τις μεθόδους που πρέπει να εφαρμόζονται για τη διατήρηση και βελτίωση της υγείας: ~ και ασφάλεια εργασίας. 2. η φροντίδα για την καθαριότητα του σώματος και κατ' επέκτ. το σύνολο των κανόνων που εξασφαλίζουν την ατομική και κοινωνική υγεία: ατομική/καθημερινή/προσωπική/στοματική ~.|| Βιομηχανική/δημόσια/επαγγελματική/νοσοκομειακή/περιβαλλοντική/σχολική ~. ~ των τροφίμων (: εξασφάλιση της καταλληλότητάς τους για κατανάλωση).|| ~ των φυτών. ● ΣΥΜΠΛ.: είδη υγιεινής: αυτά που είναι απαραίτητα για το μπάνιο και την κουζίνα, όπως λεκάνη, μπανιέρα, νεροχύτης, νιπτήρας, ντουζιέρα. [< αρχ. ὑγιεινή, γαλλ. hygiène, αγγλ. hygiene] | |
| 52682 | υγιεινιστής, υγιεινίστρια | [ὑγιεινιστής] υ-γι-ει-νι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): άτομο που υποστηρίζει θερμά την υγιεινή ζωή και διατροφή. | |
| 52683 | υγιεινολογία | [ὑγιεινολογία] υ-γι-ει-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με τη δημόσια υγιεινή. Βλ. -λογία. [< γαλλ. hygiène, αγγλ. hygiene, hygiology] | |
| 52684 | υγιεινολογικός | , ή, ό [ὑγιεινολογικός] υ-γι-ει-νο-λο-γι-κός επίθ. (λόγ.): ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την υγιεινολογία: ~ός: έλεγχος. | |
| 52685 | υγιεινολόγος | [ὑγιεινολόγος] υ-γι-ει-νο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στην υγιεινολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. hygiéniste, αγγλ. hygienist] | |
| 52686 | υγιεινός | , ή, ό [ὑγιεινός] υ-γι-ει-νός επίθ.: που ωφελεί την υγεία: ~ή: μαγειρική. ~ές: ιδιότητες (των φρούτων)/συνθήκες εργασίας. ~ό: κλίμα/νερό/περιβάλλον. ΑΝΤ. ανθυγιεινός, νοσηρός (2) ● επίρρ.: υγιεινά ● ΣΥΜΠΛ.: υγιεινή διατροφή βλ. διατροφή [< αρχ. ὑγιεινός, γαλλ. hygiénique, αγγλ. hygienic] | |
| 52687 | υγιεινότητα | [ὑγιεινότητα] υ-γι-ει-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του υγιεινού: ~ του κλίματος/των τροφίμων. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ανθυγιεινότητα [< μεσν. υγιεινότης, γαλλ. salubrité] | |
| 52688 | υγιής | , ής, ές [ὑγιής] υ-γι-ής επίθ. {υγι-ούς | -είς (ουδ. -ή)∙ υγιέστ-ερος, -ατος} 1. που έχει σωματική ή/και ψυχική υγεία: ~ής: οργανισμός. ~ής: καρδιά. ~ές: δέρμα/σώμα. ~ή: δόντια/μαλλιά. Είναι εντελώς ~. Γέννησε ένα ~ατο κοριτσάκι. ~ής και ικανός για εργασία/στράτευση.|| (ως ουσ.) Μόνο οι ~είς μπορούν να γίνουν αιμοδότες. ΣΥΝ. γερός (1) ΑΝΤ. αρρωστημένος (2), αρρωστιάρης, άρρωστος (1), ασθενής 2. που χαρακτηρίζεται από ηθική, λογική ή ορθότητα· που είναι ή λειτουργεί όπως πρέπει: ~ής: ανταγωνισμός. ~ής: αντίδραση/αντιμετώπιση/δραστηριότητα/νοοτροπία. ~είς: αντιλήψεις/απόψεις/αρχές/σκέψεις. ~ή: (συν)αισθήματα.|| ~ής: δημοκρατία/δικαιοσύνη/ενημέρωση/εταιρεία (: με αποδοτικότητα)/(πολιτική/πολιτιστική) ζωή/κοινωνία/οικογένεια/οικονομία. ~ές: περιβάλλον. ~είς: θεσμοί. Πβ. ακμαίος, ανθηρός, εύρωστος. ΑΝΤ. αρρωστημένος (1), νοσηρός (1) ● επίρρ.: υγιώς [-ῶς]: ~ σκεπτόμενος. ● ΦΡ.: νους υγιής εν σώματι υγιεί βλ. νους [< αρχ. ὑγιής] | |
| 52689 | υγραέριο | [ὑγραέριο] υ-γρα-έ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} : ΧΗΜ. άχρωμο και άοσμο αέριο καύσιμο, παράγωγο του πετρελαίου, το οποίο αξιοποιείται σε υγροποιημένη μορφή σε οικιακές και βιομηχανικές χρήσεις: αντλία/κουζίνα/συσκευή ~ίου. Αυτοκίνητα που κινούνται με ~. Έκρηξη φιάλης ~ίου. ΣΥΝ. υγροποιημένο αέριο πετρελαίου | |
| 52690 | υγραεριοκίνηση | [ὑγραεριοκίνηση] υ-γρα-ε-ρι-ο-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. χρήση υγραερίου ως καυσίμου κίνησης (οχημάτων): συνεργείο/σύστημα ~ης.|| (συνεκδ.) Εγκατάσταση ~ης. | |
| 52691 | υγραίνω | [ὑγραίνω] υ-γραί-νω ρ. (μτβ.) {ύγραν-α, υγράν-θηκα, υγραίν-οντας, κυρ. μεσοπαθ.}: διαποτίζω κάτι με υγρό, διαβρέχω, νοτίζω: ~ τα χείλια μου. Συσκευή που ~ει τον αέρα. Πβ. μουσκεύω. ΑΝΤ. στεγνώνω (1) ● Παθ.: υγραίνομαι: γίνομαι υγρός: Τα μάτια ~θηκαν από τη συγκίνηση. [< αρχ. ὑγραίνω] | |
| 52692 | υγράλατος | ,-η, -ο [ὑγράλατος] υ-γρά-λα-τος επίθ. (λόγ.): (κυρ. για μπακαλιάρο) που διατηρείται σε υγρή άλμη. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ