| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52685 | υγιεινολόγος | [ὑγιεινολόγος] υ-γι-ει-νο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στην υγιεινολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. hygiéniste, αγγλ. hygienist] | |
| 52686 | υγιεινός | , ή, ό [ὑγιεινός] υ-γι-ει-νός επίθ.: που ωφελεί την υγεία: ~ή: μαγειρική. ~ές: ιδιότητες (των φρούτων)/συνθήκες εργασίας. ~ό: κλίμα/νερό/περιβάλλον. ΑΝΤ. ανθυγιεινός, νοσηρός (2) ● επίρρ.: υγιεινά ● ΣΥΜΠΛ.: υγιεινή διατροφή βλ. διατροφή [< αρχ. ὑγιεινός, γαλλ. hygiénique, αγγλ. hygienic] | |
| 52687 | υγιεινότητα | [ὑγιεινότητα] υ-γι-ει-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του υγιεινού: ~ του κλίματος/των τροφίμων. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ανθυγιεινότητα [< μεσν. υγιεινότης, γαλλ. salubrité] | |
| 52688 | υγιής | , ής, ές [ὑγιής] υ-γι-ής επίθ. {υγι-ούς | -είς (ουδ. -ή)∙ υγιέστ-ερος, -ατος} 1. που έχει σωματική ή/και ψυχική υγεία: ~ής: οργανισμός. ~ής: καρδιά. ~ές: δέρμα/σώμα. ~ή: δόντια/μαλλιά. Είναι εντελώς ~. Γέννησε ένα ~ατο κοριτσάκι. ~ής και ικανός για εργασία/στράτευση.|| (ως ουσ.) Μόνο οι ~είς μπορούν να γίνουν αιμοδότες. ΣΥΝ. γερός (1) ΑΝΤ. αρρωστημένος (2), αρρωστιάρης, άρρωστος (1), ασθενής 2. που χαρακτηρίζεται από ηθική, λογική ή ορθότητα· που είναι ή λειτουργεί όπως πρέπει: ~ής: ανταγωνισμός. ~ής: αντίδραση/αντιμετώπιση/δραστηριότητα/νοοτροπία. ~είς: αντιλήψεις/απόψεις/αρχές/σκέψεις. ~ή: (συν)αισθήματα.|| ~ής: δημοκρατία/δικαιοσύνη/ενημέρωση/εταιρεία (: με αποδοτικότητα)/(πολιτική/πολιτιστική) ζωή/κοινωνία/οικογένεια/οικονομία. ~ές: περιβάλλον. ~είς: θεσμοί. Πβ. ακμαίος, ανθηρός, εύρωστος. ΑΝΤ. αρρωστημένος (1), νοσηρός (1) ● επίρρ.: υγιώς [-ῶς]: ~ σκεπτόμενος. ● ΦΡ.: νους υγιής εν σώματι υγιεί βλ. νους [< αρχ. ὑγιής] | |
| 52689 | υγραέριο | [ὑγραέριο] υ-γρα-έ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} : ΧΗΜ. άχρωμο και άοσμο αέριο καύσιμο, παράγωγο του πετρελαίου, το οποίο αξιοποιείται σε υγροποιημένη μορφή σε οικιακές και βιομηχανικές χρήσεις: αντλία/κουζίνα/συσκευή ~ίου. Αυτοκίνητα που κινούνται με ~. Έκρηξη φιάλης ~ίου. ΣΥΝ. υγροποιημένο αέριο πετρελαίου | |
| 52690 | υγραεριοκίνηση | [ὑγραεριοκίνηση] υ-γρα-ε-ρι-ο-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. χρήση υγραερίου ως καυσίμου κίνησης (οχημάτων): συνεργείο/σύστημα ~ης.|| (συνεκδ.) Εγκατάσταση ~ης. | |
| 52691 | υγραίνω | [ὑγραίνω] υ-γραί-νω ρ. (μτβ.) {ύγραν-α, υγράν-θηκα, υγραίν-οντας, κυρ. μεσοπαθ.}: διαποτίζω κάτι με υγρό, διαβρέχω, νοτίζω: ~ τα χείλια μου. Συσκευή που ~ει τον αέρα. Πβ. μουσκεύω. ΑΝΤ. στεγνώνω (1) ● Παθ.: υγραίνομαι: γίνομαι υγρός: Τα μάτια ~θηκαν από τη συγκίνηση. [< αρχ. ὑγραίνω] | |
| 52692 | υγράλατος | ,-η, -ο [ὑγράλατος] υ-γρά-λα-τος επίθ. (λόγ.): (κυρ. για μπακαλιάρο) που διατηρείται σε υγρή άλμη. | |
| 52693 | ύγρανση | [ὕγρανση] ύ-γραν-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υγραίνω: μηχανισμός ~ης (βλ. αφ~). Πβ. νότισμα. Βλ. βρέξιμο. ΑΝΤ. στέγνωμα [< μτγν. ὕγρανσις] | |
| 52694 | υγραντήρας | [ὑγραντήρας] υ-γρα-ντή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που αυξάνει την υγρασία του ατμοσφαιρικού αέρα σε έναν κλειστό χώρο: ~ δωματίου. Βλ. αφ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ πούρων. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. humidificateur, αγγλ. humidifier] | |
| 52695 | υγραντικός | , ή, ό [ὑγραντικός] υ-γρα-ντι-κός επίθ.: που προκαλεί ύγρανση: ~ά: στοιχεία.|| (ως ουσ.) Υγραντήρας πούρων με ~ό. [< μτγν. ὑγραντικός] | |
| 52696 | υγρασία | [ὑγρασία] υ-γρα-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΜΕΤΕΩΡ. παρουσία υδρατμών στον ατμοσφαιρικό αέρα: κανονική/μέση/υψηλή/χαμηλή ~. ~ εδάφους. Έχει ~. Ομίχλη και αυξημένη ~. ΑΝΤ. ξηρασία 2. η υγρότητα μιας επιφάνειας ή ενός χώρου· κατ' επέκτ. τα σταγονίδια νερού που εμφανίζονται σε επιφάνειες ή αντικείμενα με αποτέλεσμα τη φθορά τους: ~ στο σπίτι/στους τοίχους. Το ταβάνι έχει πιάσει ~. Βλ. μούχλα.|| Η φυσική ~ της επιδερμίδας. ● ΣΥΜΠΛ.: απόλυτη υγρασία: η πυκνότητα των υδρατμών σε ορισμένο όγκο αέρα που εκφράζεται συνήθ. σε γραμμάρια ανά κυβικό μέτρο., σχετική υγρασία: η ποσότητα των υδρατμών που υπάρχουν σε ορισμένο όγκο ατμοσφαιρικού αέρα προς τη μέγιστη ποσότητα υδρατμών που θα μπορούσε να συγκρατήσει ο αέρας αυτός. [< αρχ. ὑγρασία] | |
| 52697 | υγρασιόμετρο | [ὑγρασιόμετρο ] υ-γρα-σι-ό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΕΩΡ. υγρόμετρο. ΣΥΝ. υγροσκόπιο [< αγγλ. moisture meter, 1952, γαλλ. doseur d'humidité] | |
| 52698 | υγρό | [ὑγρό] υ-γρό ουσ. (ουδ.) 1. ΦΥΣ. σώμα με συγκεκριμένο όγκο, αλλά ακαθόριστο σχήμα· κατάσταση της ύλης κατά την οποία τα μόρια μιας ουσίας ρέουν ελεύθερα και έχουν μικρή συνοχή μεταξύ τους: αλκαλικό/εύφλεκτο/παχύρρευστο/ψυκτικό ~. ~ καθαρισμού/μπαταρίας. Βλ. αέριο, στερεό.|| ~ πιάτων (= απορρυπαντικό)/φακών επαφής. 2. ΦΥΣΙΟΛ. κάθε ρευστό συστατικό που βρίσκεται στον οργανισμό ή εκκρίνεται από αυτόν: εντερικό/οργανικό/παγκρεατικό ~. ~ά του κόλπου (ή κολπικά ~ά). ● υγρά (τα): το νερό, τα ροφήματα και τα αφεψήματα: Το καλοκαίρι πρέπει να καταναλώνονται άφθονα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γαστρικό υγρό: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. όξινο υγρό που εκκρίνουν οι αδένες του στομαχικού βλεννογόνου, το οποίο συμβάλλει στη διάσπαση των τροφών και στην καταστροφή μικροοργανισμών: παλινδρόμηση ~ού ~ού στον οισοφάγο (= γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση)., αμνιακό υγρό βλ. αμνιακός, εγκεφαλονωτιαίο υγρό βλ. εγκεφαλονωτιαίος, υδατοειδές υγρό βλ. υδατοειδής [< αρχ. ὑγρόν] | |
| 52699 | υγρο- & υγρό- & υγρ- | α' συνθετικό που αναφέρεται 1. ΜΕΤΕΩΡ. στην υγρασία: υγρό-μετρο.|| Υγρο-σκόπιο. 2. στην υγρή μορφή, κατάσταση: υγρο-ποίηση. Υγρ-αίνω. 3. στο νερό: υγρό-φιλος (πβ. υδρο-, ΑΝΤ. ξηρο-). Υγρό-τοπος (βλ. ξερο-). 4. ΓΡΑΜΜ. στα υγρά σύμφωνα: υγρό-ληκτος. | |
| 52700 | υγροβιότοπος | [ὑγροβιότοπος] υ-γρο-βι-ό-το-πος ουσ. (αρσ.) & υδροβιότοπος: ΟΙΚΟΛ. υγρότοπος. | |
| 52701 | υγρογράφος | [ὑγρογράφος] υ-γρο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΕΩΡ. όργανο που καταγράφει την υγρασία του ατμοσφαιρικού αέρα. Πβ. υγρόμετρο. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. hygrographe, αγγλ. hygrograph] | |
| 52702 | υγροηλεκτρισμός | [ὑγροηλεκτρισμός] υ-γρο-η-λε-κτρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. εναλλακτική μορφή ενέργειας που προέρχεται από τη συλλογή μικρών ηλεκτρικών φορτίων απευθείας από τον υγρό αέρα και από την οποία παράγεται ηλεκτρισμός. | |
| 52703 | υγρόληκτος | , η, ο [ὑγρόληκτος] υ-γρό-λη-κτος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για λέξη) που το θέμα της λήγει σε υγρό σύμφωνο (λ ή ρ): π.χ. αγγελ-ία, φθείρ-ω. Βλ. συμφωνόληκτος. | |
| 52704 | υγρομετρία | [ὑγρομετρία] υ-γρο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. -ΜΕΤΕΩΡ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο τη μέτρηση της υγρασίας στην ατμόσφαιρα με τη βοήθεια ειδικών οργάνων. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. hygrométrie , αγγλ. hygrometry] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ