| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52705 | υγρομετρικός | , ή, ό [ὑγρομετρικός] υ-γρο-με-τρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. -ΜΕΤΕΩΡ. που σχετίζεται με την υγρομετρία. [< γαλλ. hygrométrique, αγγλ. hygrometric] | |
| 52706 | υγρόμετρο | [ὑγρόμετρο] υ-γρό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. -ΜΕΤΕΩΡ. όργανο για τη μέτρηση της σχετικής υγρασίας της ατμόσφαιρας: ψηφιακό ~. Πβ. υγρογράφος. Βλ. -μετρο. ΣΥΝ. υγρασιόμετρο, υγροσκόπιο [< γαλλ. hygromètre, αγγλ. hygrometer] | |
| 52707 | υγρομόνωση | [ὑγρομόνωση] υ-γρο-μό-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. είδος μόνωσης που προστατεύει (κτίριο) από την υγρασία. Πβ. στεγανοποίηση. | |
| 52708 | υγροποιημένος | , η, ο [ὑγροποιημένος] υ-γρο-ποι-η-μέ-νος επίθ.: που έχει υγροποιηθεί: ~ος: αέρας. ~ο: προπάνιο. Άζωτο σε ~η μορφή. ● ΣΥΜΠΛ.: υγροποιημένο αέριο πετρελαίου βλ. αέριο, υγροποιημένο φυσικό αέριο βλ. αέριο | |
| 52709 | υγροποίηση | [ὑγροποίηση] υ-γρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ.-ΧΗΜ. μετατροπή στερεού ή αέριου σώματος σε υγρό. Βλ. αεριο-, ατμο-, στερεο-ποίηση, εξαέρωση, εξάτμιση, εξαΰλωση, εξάχνωση. [< γαλλ. liquéfaction] | |
| 52710 | υγροποιήσιμος | , η, ο [ὑγροποιήσιμος] υ-γρο-ποι-ή-σι-μος επίθ. (επιστ.): που μπορεί να υγροποιηθεί: ~ο: αέριο. [< γαλλ. liquéfiable] | |
| 52711 | υγροποιώ | [ὑγροποιῶ] υ-γρο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {υγροποι-εί ... | υγροποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} : προκαλώ υγροποίηση: Οι υδρατμοί ~ούνται σε υψηλή θερμοκρασία. Πβ. ρευστοποιώ. Βλ. αεριο-, ατμο-, στερεο-ποιώ, εξαερώνω, εξατμίζω. [< μτγν. ὑγροποιῶ, γαλλ. liquéfier] | |
| 52712 | υγρός | , ή, ό [ὑγρός] υ-γρός επίθ. 1. που έχει ρευστή σύσταση: ~ός: σίδηρος. ~ή: ενέργεια/κόλλα/μελάνη/μορφή/σοκολάτα/τροφή/φάση/χρωματογραφία. ~ό: διάλυμα/καύσιμο/λίπασμα/σαπούνι (= υγροσάπουνο). ~ά: απόβλητα/μέταλλα. Σε ~ή κατάσταση. 2. που έχει υγρασία, έχει βραχεί ή γίνεται μέσα σε υγρό: ~ός: αέρας/καιρός/τοίχος. ~ή: ατμόσφαιρα. ~ό: περιβάλλον/χώμα.|| ~ή: πετσέτα. ~ά: μωρομάντιλα/πανάκια/ρούχα. Πβ. νοτερός, νοτισμένος, νωπός.|| ~ή: αποστείρωση. ΑΝΤ. στεγνός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: υγρά σύμφωνα: ΓΡΑΜΜ. οι φθόγγοι λ και ρ., υγρό στοιχείο: το νερό· ειδικότ. οι θάλασσες, τα ποτάμια, οι λίμνες και οι ωκεανοί., υγρός στίβος: ΑΘΛ. τα αθλήματα πισίνας (κολύμβηση, συγχρονισμένη κολύμβηση, υδατοσφαίριση, καταδύσεις)., υγρός τάφος: το υγρό στοιχείο, συνήθ. η θάλασσα για όσους χάνουν τη ζωή τους εκεί μετά από ναυάγιο ή ατύχημα., οθόνη υγρών κρυστάλλων βλ. οθόνη, υγρά λιβάδια βλ. λιβάδι, υγρό άζωτο βλ. άζωτο, υγρό πυρ βλ. πυρ, υγροί κρύσταλλοι βλ. κρύσταλλος [< αρχ. ὑγρός] | |
| 52713 | υγροσάπουνο | [ὑγροσάπουνο] υ-γρο-σά-που-νο ουσ. (ουδ.): σαπούνι σε υγρή μορφή: ~ προσώπου/χεριών. Πβ. κρεμοσάπουνο. | |
| 52714 | υγροσκοπικός | , ή, ό [ὑγροσκοπικός] υ-γρο-σκο-πι-κός επίθ.: που έχει την ιδιότητα να απορροφά ή να συγκρατεί υγρασία: ~ό: μέσο/ξύλο/υλικό. Βλ. υδρόφιλος.|| ~ή: ουσία. [< γαλλ. hygroscopique, αγγλ. hygroscopic] | |
| 52715 | υγροσκοπικότητα | [ὑγροσκοπικότητα] υ-γρο-σκο-πι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του υγροσκοπικού: ~ του εδάφους/ξύλου. [< γαλλ. hygroscopicité, αγγλ. hygroscopicity] | |
| 52716 | υγροσκόπιο | [ὑγροσκόπιο] υ-γρο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΕΩΡ. υγρόμετρο. Πβ. υγρογράφος. Βλ. -σκόπιο. ΣΥΝ. υγρασιόμετρο [< γαλλ.-αγγλ. hygroscope] | |
| 52717 | υγροστάτης | [ὑγροστάτης] υ-γρο-στά-της ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο που ελέγχει την υγρασία του αέρα σε εσωτερικούς χώρους και το οποίο χρησιμοποιείται στις συσκευές κλιματισμού. Βλ. -στάτης. [< αγγλ. hygrostat, 1915] | |
| 52718 | υγρόσφαιρα | βλ. υδρόσφαιρα | |
| 52719 | υγρότητα | [ὑγρότητα] υ-γρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του υγρού. Βλ. -ότητα. [< αρχ. ὑγρότης] | |
| 52720 | υγρότοπος | [ὑγρότοπος] υ-γρό-το-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ) -όπου}: ΟΙΚΟΛ. ελώδης περιοχή όπου αναπτύσσεται υδρόβια χλωρίδα και πανίδα: τεχνητός/φυσικός ~. Βλ. -τοπος. ΣΥΝ. υγροβιότοπος [< αγγλ. wetland] | |
| 52721 | υγρόφιλος | , η, ο [ὑγρόφιλος] υ-γρό-φι-λος επίθ. 1. (κυρ. για φυτά) που ευδοκιμεί σε υγρό τόπο: ~η: βλάστηση. ~ο: δάσος. Βλ. ψυχρόφιλος. ΣΥΝ. υδροχαρής 2. που απορροφά νερό ή υγρασία. Βλ. -φιλος. ΣΥΝ. υδρόφιλος (1) [< γαλλ. hygrophile, αγγλ. hygrophilous] | |
| 52722 | υγρόψυκτος | , η, ο βλ. υδρόψυκτος | |
| 52723 | ύγρωμα | [ὕγρωμα] ύ-γρω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. συγκέντρωση ορώδους υγρού κάτω από το δέρμα, κυρ. στο γόνατο ή τον αγκώνα: κυστικό ~. Πβ. θυλακίτιδα. Βλ. τενοντίτιδα, -ωμα2. [< γαλλ.-αγγλ. hygroma] | |
| 52724 | ΥΔ | (το): 1. (η) Υπεύθυνη Δήλωση. 2. Υπουργείο Δικαιοσύνης. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ