Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [53200-53220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52693ύγρανση[ὕγρανση] ύ-γραν-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υγραίνω: μηχανισμός ~ης (βλ. αφ~). Πβ. νότισμα. Βλ. βρέξιμο. ΑΝΤ. στέγνωμα [< μτγν. ὕγρανσις]
52694υγραντήρας[ὑγραντήρας] υ-γρα-ντή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που αυξάνει την υγρασία του ατμοσφαιρικού αέρα σε έναν κλειστό χώρο: ~ δωματίου. Βλ. αφ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ πούρων. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. humidificateur, αγγλ. humidifier]
52695υγραντικός, ή, ό [ὑγραντικός] υ-γρα-ντι-κός επίθ.: που προκαλεί ύγρανση: ~ά: στοιχεία.|| (ως ουσ.) Υγραντήρας πούρων με ~ό. [< μτγν. ὑγραντικός]
52696υγρασία[ὑγρασία] υ-γρα-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΜΕΤΕΩΡ. παρουσία υδρατμών στον ατμοσφαιρικό αέρα: κανονική/μέση/υψηλή/χαμηλή ~. ~ εδάφους. Έχει ~. Ομίχλη και αυξημένη ~. ΑΝΤ. ξηρασία 2. η υγρότητα μιας επιφάνειας ή ενός χώρου· κατ' επέκτ. τα σταγονίδια νερού που εμφανίζονται σε επιφάνειες ή αντικείμενα με αποτέλεσμα τη φθορά τους: ~ στο σπίτι/στους τοίχους. Το ταβάνι έχει πιάσει ~. Βλ. μούχλα.|| Η φυσική ~ της επιδερμίδας. ● ΣΥΜΠΛ.: απόλυτη υγρασία: η πυκνότητα των υδρατμών σε ορισμένο όγκο αέρα που εκφράζεται συνήθ. σε γραμμάρια ανά κυβικό μέτρο., σχετική υγρασία: η ποσότητα των υδρατμών που υπάρχουν σε ορισμένο όγκο ατμοσφαιρικού αέρα προς τη μέγιστη ποσότητα υδρατμών που θα μπορούσε να συγκρατήσει ο αέρας αυτός. [< αρχ. ὑγρασία]
52697υγρασιόμετρο[ὑγρασιόμετρο ] υ-γρα-σι-ό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΕΩΡ. υγρόμετρο. ΣΥΝ. υγροσκόπιο [< αγγλ. moisture meter, 1952, γαλλ. doseur d'humidité]
52698υγρό[ὑγρό] υ-γρό ουσ. (ουδ.) 1. ΦΥΣ. σώμα με συγκεκριμένο όγκο, αλλά ακαθόριστο σχήμα· κατάσταση της ύλης κατά την οποία τα μόρια μιας ουσίας ρέουν ελεύθερα και έχουν μικρή συνοχή μεταξύ τους: αλκαλικό/εύφλεκτο/παχύρρευστο/ψυκτικό ~. ~ καθαρισμού/μπαταρίας. Βλ. αέριο, στερεό.|| ~ πιάτων (= απορρυπαντικό)/φακών επαφής. 2. ΦΥΣΙΟΛ. κάθε ρευστό συστατικό που βρίσκεται στον οργανισμό ή εκκρίνεται από αυτόν: εντερικό/οργανικό/παγκρεατικό ~. ~ά του κόλπου (ή κολπικά ~ά).υγρά (τα): το νερό, τα ροφήματα και τα αφεψήματα: Το καλοκαίρι πρέπει να καταναλώνονται άφθονα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γαστρικό υγρό: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. όξινο υγρό που εκκρίνουν οι αδένες του στομαχικού βλεννογόνου, το οποίο συμβάλλει στη διάσπαση των τροφών και στην καταστροφή μικροοργανισμών: παλινδρόμηση ~ού ~ού στον οισοφάγο (= γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση)., αμνιακό υγρό βλ. αμνιακός, εγκεφαλονωτιαίο υγρό βλ. εγκεφαλονωτιαίος, υδατοειδές υγρό βλ. υδατοειδής [< αρχ. ὑγρόν]
52699υγρο- & υγρό- & υγρ-α' συνθετικό που αναφέρεται 1. ΜΕΤΕΩΡ. στην υγρασία: υγρό-μετρο.|| Υγρο-σκόπιο. 2. στην υγρή μορφή, κατάσταση: υγρο-ποίηση. Υγρ-αίνω. 3. στο νερό: υγρό-φιλος (πβ. υδρο-, ΑΝΤ. ξηρο-). Υγρό-τοπος (βλ. ξερο-). 4. ΓΡΑΜΜ. στα υγρά σύμφωνα: υγρό-ληκτος.
52700υγροβιότοπος[ὑγροβιότοπος] υ-γρο-βι-ό-το-πος ουσ. (αρσ.) & υδροβιότοπος: ΟΙΚΟΛ. υγρότοπος.
52701υγρογράφος[ὑγρογράφος] υ-γρο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΕΩΡ. όργανο που καταγράφει την υγρασία του ατμοσφαιρικού αέρα. Πβ. υγρόμετρο. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. hygrographe, αγγλ. hygrograph]
52702υγροηλεκτρισμός[ὑγροηλεκτρισμός] υ-γρο-η-λε-κτρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. εναλλακτική μορφή ενέργειας που προέρχεται από τη συλλογή μικρών ηλεκτρικών φορτίων απευθείας από τον υγρό αέρα και από την οποία παράγεται ηλεκτρισμός.
52703υγρόληκτος, η, ο [ὑγρόληκτος] υ-γρό-λη-κτος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για λέξη) που το θέμα της λήγει σε υγρό σύμφωνο (λ ή ρ): π.χ. αγγελ-ία, φθείρ-ω. Βλ. συμφωνόληκτος.
52704υγρομετρία[ὑγρομετρία] υ-γρο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. -ΜΕΤΕΩΡ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο τη μέτρηση της υγρασίας στην ατμόσφαιρα με τη βοήθεια ειδικών οργάνων. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. hygrométrie , αγγλ. hygrometry]
52705υγρομετρικός, ή, ό [ὑγρομετρικός] υ-γρο-με-τρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. -ΜΕΤΕΩΡ. που σχετίζεται με την υγρομετρία. [< γαλλ. hygrométrique, αγγλ. hygrometric]
52706υγρόμετρο[ὑγρόμετρο] υ-γρό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. -ΜΕΤΕΩΡ. όργανο για τη μέτρηση της σχετικής υγρασίας της ατμόσφαιρας: ψηφιακό ~. Πβ. υγρογράφος. Βλ. -μετρο. ΣΥΝ. υγρασιόμετρο, υγροσκόπιο [< γαλλ. hygromètre, αγγλ. hygrometer]
52707υγρομόνωση[ὑγρομόνωση] υ-γρο-μό-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. είδος μόνωσης που προστατεύει (κτίριο) από την υγρασία. Πβ. στεγανοποίηση.
52708υγροποιημένος, η, ο [ὑγροποιημένος] υ-γρο-ποι-η-μέ-νος επίθ.: που έχει υγροποιηθεί: ~ος: αέρας. ~ο: προπάνιο. Άζωτο σε ~η μορφή. ● ΣΥΜΠΛ.: υγροποιημένο αέριο πετρελαίου βλ. αέριο, υγροποιημένο φυσικό αέριο βλ. αέριο
52709υγροποίηση[ὑγροποίηση] υ-γρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ.-ΧΗΜ. μετατροπή στερεού ή αέριου σώματος σε υγρό. Βλ. αεριο-, ατμο-, στερεο-ποίηση, εξαέρωση, εξάτμιση, εξαΰλωση, εξάχνωση. [< γαλλ. liquéfaction]
52710υγροποιήσιμος, η, ο [ὑγροποιήσιμος] υ-γρο-ποι-ή-σι-μος επίθ. (επιστ.): που μπορεί να υγροποιηθεί: ~ο: αέριο. [< γαλλ. liquéfiable]
52711υγροποιώ[ὑγροποιῶ] υ-γρο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {υγροποι-εί ... | υγροποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} : προκαλώ υγροποίηση: Οι υδρατμοί ~ούνται σε υψηλή θερμοκρασία. Πβ. ρευστοποιώ. Βλ. αεριο-, ατμο-, στερεο-ποιώ, εξαερώνω, εξατμίζω. [< μτγν. ὑγροποιῶ, γαλλ. liquéfier]
52712υγρός, ή, ό [ὑγρός] υ-γρός επίθ. 1. που έχει ρευστή σύσταση: ~ός: σίδηρος. ~ή: ενέργεια/κόλλα/μελάνη/μορφή/σοκολάτα/τροφή/φάση/χρωματογραφία. ~ό: διάλυμα/καύσιμο/λίπασμα/σαπούνι (= υγροσάπουνο). ~ά: απόβλητα/μέταλλα. Σε ~ή κατάσταση. 2. που έχει υγρασία, έχει βραχεί ή γίνεται μέσα σε υγρό: ~ός: αέρας/καιρός/τοίχος. ~ή: ατμόσφαιρα. ~ό: περιβάλλον/χώμα.|| ~ή: πετσέτα. ~ά: μωρομάντιλα/πανάκια/ρούχα. Πβ. νοτερός, νοτισμένος, νωπός.|| ~ή: αποστείρωση. ΑΝΤ. στεγνός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: υγρά σύμφωνα: ΓΡΑΜΜ. οι φθόγγοι λ και ρ., υγρό στοιχείο: το νερό· ειδικότ. οι θάλασσες, τα ποτάμια, οι λίμνες και οι ωκεανοί., υγρός στίβος: ΑΘΛ. τα αθλήματα πισίνας (κολύμβηση, συγχρονισμένη κολύμβηση, υδατοσφαίριση, καταδύσεις)., υγρός τάφος: το υγρό στοιχείο, συνήθ. η θάλασσα για όσους χάνουν τη ζωή τους εκεί μετά από ναυάγιο ή ατύχημα., οθόνη υγρών κρυστάλλων βλ. οθόνη, υγρά λιβάδια βλ. λιβάδι, υγρό άζωτο βλ. άζωτο, υγρό πυρ βλ. πυρ, υγροί κρύσταλλοι βλ. κρύσταλλος [< αρχ. ὑγρός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.