Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [53220-53240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52725υδαρής, ής, ές [ὑδαρής] υ-δα-ρής επίθ. {υδαρ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): ρευστός, με αραιή σύσταση: ~ής: ζύμη/κοπριά/κρέμα. ~ές: διάλυμα/κρασί (= νερωμένο)/μείγμα. ~ή: κόπρανα. Πβ. νερουλός, υδατώδης. ΑΝΤ. πηχτός (2) [< αρχ. ὑδαρής]
52726ΥΔΑΣ(η): Υπηρεσία Διεθνούς Αναπτυξιακής Συνεργασίας (του Υπουργείου Εξωτερικών).
52728υδατάνθρακες[ὑδατάνθρακες] υ-δα-τάν-θρα-κες ουσ. (αρσ.) (οι): ΒΙΟΧ. οργανικές ενώσεις που σχηματίζονται στα φυτά κατά τη διαδικασία της φωτοσύνθεσης από διοξείδιο του άνθρακα και νερό και αποτελούν βασική πηγή ενέργειας κάθε ζωντανού οργανισμού: απλοί (βλ. σάκχαρο)/σύνθετοι (βλ. άμυλο) ~. Βλ. μακροθρεπτικά συστατικά. ΣΥΝ. γλυκίδια [< γαλλ. hydrates de carbone]
52729υδαταποθήκη[ὑδαταποθήκη] υ-δα-τα-πο-θή-κη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): φυσικός ή τεχνητός χώρος αποθήκευσης νερού: Η λίμνη αποτελεί την ~ της περιοχής. Βλ. ντεπόζιτο, ταμιευτήρας, υδατοδεξαμενή, φράγμα. [< γαλλ. château d'eau, réservoir à eau]
52730υδαταπωθητικός, ή, ό [ὑδαταπωθητικός] υ-δα-τα-πω-θη-τι-κός επίθ. & υδατοαπωθητικός (λόγ.): αδιάβροχος, υδατοστεγής: ~ός: σοβάς. ~ά: υλικά. ΑΝΤ. υδροπερατός
52731υδατίδωση[ὑδατίδωση] υ-δα-τί-δω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρασιτικό νόσημα των ιστών του ανθρώπου και των ζώων που οφείλεται στις προνύμφες του εχινόκοκκου. Βλ. εχινοκοκκίαση. [< πβ. αγγλ. hydatidosis, 1925]
52732υδατικός, ή, ό [ὑδατικός] υ-δα-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο νερό: ~ή: διάβρωση/πολιτική/ρύπανση/φάση. ~ό: διάλυμα/διαμέρισμα (μιας ευρύτερης περιοχής)/δυναμικό/εκχύλισμα/παρασκεύασμα/περιβάλλον/σύστημα.|| ~ή: κρέμα/μάσκα προσώπου (= ενυδατική). ~ό: γαλάκτωμα. ● ΣΥΜΠΛ.: υδάτινοι πόροι βλ. υδάτινος, υδρολογικό ισοζύγιο βλ. ισοζύγιο [< μτγν. ὑδατικός]
52733υδάτινος, η, ο [ὑδάτινος] υ-δά-τι-νος επίθ.: που αποτελείται από νερό: ~ος: όγκος/ορίζοντας/πλούτος. ~η: ενέργεια/επιφάνεια (: θάλασσα, λίμνη, ποτάμι, έλος)/ζωή/λεκάνη/μάζα/οδός/ρύπανση. ~ο: δυναμικό (: οι υδάτινοι πόροι ενός τόπου)/οικοσύστημα/πάρκο (= πάρκο νερού)/πέρασμα/περιβάλλον/ρεύμα/στοιχείο. ~α: αθλήματα/αποθέματα. ● ΣΥΜΠΛ.: υδάτινοι πόροι & υδατικοί πόροι: ΟΙΚΟΛ. το σύνολο των εκμεταλλεύσιμων φυσικών υδάτων (θάλασσα, λίμνες, ποτάμια, πηγές). [< αγγλ. water resources, 1913] [< αρχ. ὑδάτινος]
52734υδατο- & υδατό- & υδατ-(λόγ.): πρόθημα λέξεων, κυρ. όρων, με αναφορά στο νερό: υδατ-αποθήκη. Υδατό-πτωση. Υδατο-διαλυτός.
52735υδατοαπωθητικός, ή, ό βλ. υδαταπωθητικός
52736υδατογέφυρα[ὑδατογέφυρα] υ-δα-το-γέ-φυ-ρα ουσ. (θηλ.): γέφυρα, συνήθ. πάνω από υδάτινη επιφάνεια, η οποία εξασφαλίζει τη συνέχεια ενός ή περισσότερων υδαταγωγών για τη μεταφορά νερού από ένα μέρος σε άλλο.
52737υδατογράφημα[ὑδατογράφημα] υ-δα-το-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ημιδιάφανο σχέδιο που ενσωματώνεται σε χαρτί κατά την επεξεργασία του και γίνεται ορατό κρατώντας το χαρτί μπροστά από μια πηγή φωτός· χρησιμεύει κυρίως για την προστασία πνευματικής ιδιοκτησίας ή ως απόδειξη γνησιότητας και για την αποφυγή πλαστογραφίας: ανάγλυφο/αόρατο ~. ~ σε γραμματόσημα/χαρτονομίσματα. Βλ. -γράφημα.|| (κατ' επέκτ.) Ψηφιακό ~. ΣΥΝ. υδατόσημο, φιλιγκράν (3)
52738υδατογραφία[ὑδατογραφία] υ-δα-το-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ακουαρέλα· συνεκδ. πίνακας που ζωγραφίστηκε με νερομπογιά. Βλ. -γραφία, ζωγραφική.
52739υδατογραφικός, ή, ό βλ. υδρογραφικός
52740υδατογράφος[ὑδατογράφος] υ-δα-το-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (σπάν.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτέχνης που ζωγραφίζει υδατογραφίες. Πβ. ακουαρελίστας. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. aquarelliste]
52741υδατοδεξαμενή[ὑδατοδεξαμενή] υ-δα-το-δε-ξα-με-νή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): δεξαμενή για την αποθήκευση νερού. Βλ. στέρνα, υδαταποθήκη.
52742υδατοδιαλυτός, ή, ό [ὑδατοδιαλυτός] υ-δα-το-δι-α-λυ-τός επίθ. (επιστ.): που μπορεί να διαλυθεί στο νερό: ~ή: βαφή. ~ό: λιπαντικό/λίπασμα/υλικό. ~ές: βιταμίνες. ~ά: χρώματα. [< αγγλ. water-soluble]
52743υδατοδρόμιο[ὑδατοδρόμιο] υ-δα-το-δρό-μι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος προσθαλάσσωσης και αποθαλάσσωσης υδροπλάνων. Βλ. -δρόμιο.
52745υδατοκαλλιέργεια[ὑδατοκαλλιέργεια] υ-δα-το-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΛ. εκτροφή υδρόβιων οργανισμών (ψαριών, φυκιών) σε ελεγχόμενο περιβάλλον. Βλ. -καλλιέργεια. 2. ΓΕΩΠ. υδροπονία. [< γαλλ. aquaculture]
52746υδατοκαλλιεργητικός, ή, ό [ὑδατοκαλλιεργητικός] υ-δα-το-καλ-λι-ερ-γη-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΛ. που αναφέρεται στην υδατοκαλλιέργεια. ~ή: παραγωγή.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.