| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52765 | ΥΔΕ | (η): Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου. | |
| 52766 | ύδρα | [ὕδρα] ύ-δρα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. πολύποδας του γλυκού νερού που ανήκει στα υδρόζωα (γένος Hydra), με κυλινδρικό σώμα και αγκαθωτά πλοκάμια γύρω από το στόμα, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να πολλαπλασιάζεται με διάφορους τρόπους. Βλ. Λερναία Ύδρα. [< αρχ. ὕδρα, αγγλ. hydra, γαλλ. hydre] | |
| 52767 | υδραγωγείο | [ὑδραγωγεῖο] υ-δρα-γω-γεί-ο ουσ. (ουδ.): σύστημα αγωγών για τη συγκέντρωση νερού σε δεξαμενή και τη διοχέτευσή του στη συνέχεια σε αστικές ή αγροτικές περιοχές. [< μτγν. ὑδραγωγεῖον] | |
| 52768 | υδραγωγός | [ὑδραγωγός] υ-δρα-γω-γός ουσ. (αρσ.): αγωγός για τη μεταφορά νερού: Πβ. υδαταγωγός. Βλ. -αγωγός.|| (ΑΝΑΤ.) ~ εγκεφάλου (: κανάλι που συνδέει την τρίτη και τέταρτη κοιλότητα του εγκεφάλου). [< μτγν. ὑδραγωγός] | |
| 52727 | υδραγωγος ετυμολογία | [ὑδαταγωγός] υ-δα-τα-γω-γός ουσ. (αρσ.): σωλήνας νερού. Πβ. υδραγωγός. Βλ. -αγωγός.|| (ως επίθ.) ~ γέφυρα (= υδατογέφυρα). | |
| 52769 | υδραέριο | [ὑδραέριο] υ-δρα-έ-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. εύφλεκτο τοξικό αέριο, μείγμα μονοξειδίου του άνθρακα και υδρογόνου, το οποίο παράγεται από υδρατμούς που διοχετεύονται σε σωλήνες με διάπυρο άνθρακα και χρησιμοποιείται κυρ. ως καύσιμο, για θέρμανση ή φωτισμό. Βλ. φωταέριο. [< αγγλ. water gas] | |
| 52770 | υδραζίνη | [ὑδραζίνη] υ-δρα-ζί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. άχρωμο, εξαιρετικά τοξικό, διαβρωτικό υγρό, ένωση αζώτου και υδρογόνου, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. ως προωθητικό καύσιμο πυραύλων. Βλ. -ίνη. [< πβ. γαλλ.-αγγλ. hydrazine] | |
| 52771 | υδραζωτικός | , ή, ό [ὑδραζωτικός] υ-δρα-ζω-τι-κός επίθ. (σπάν.): ΧΗΜ. που σχετίζεται με την υδραζίνη: ~ό: οξύ (: χημική ένωση αζώτου με υδρογόνο). [< αγγλ. hydrazoic] | |
| 52772 | υδραίικος | , η, ο [ὑδραίικος] υ-δραί-ι-κος επίθ. & (λόγ.) υδραϊκός, ή, ό: που σχετίζεται με την Ύδρα ή/και τους Υδραίους. | |
| 52773 | υδραιμία | [ὑδραιμία] υ-δραι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολική αύξηση της ποσότητας του νερού στο πλάσμα του αίματος, που έχει ως αποτέλεσμα την αραίωσή του και αύξηση του όγκου του. Βλ. -αιμία. [< γαλλ. hydrémie, αγγλ. hydr(a)emia] | |
| 52774 | Υδραίος, Υδραία | [Ὑδραῖος] Υ-δραί-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Ύδρα. | |
| 52775 | υδραλογόνα | [ὑδραλογόνα] υ-δρα-λο-γό-να ουσ. (ουδ.) (τα): ΧΗΜ. ανόργανα οξέα που προκύπτουν από την ένωση υδρογόνου με αλογόνα. | |
| 52776 | υδραντλία | [ὑδραντλία] υ-δρα-ντλί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αντλία νερού. Πβ. τρόμπα. Βλ. αεραντλία. [< γαλλ. pompe à eau] | |
| 52777 | υδραργυρικός | , ή, ό [ὑδραργυρικός] υ-δραρ-γυ-ρι-κός επίθ. (επιστ.): που λειτουργεί με υδράργυρο ή τον περιέχει: ~ή: στήλη. ~ό: βαρόμετρο/θερμόμετρο (βλ. ψηφιακός)/πιεσόμετρο (βλ. ηλεκτρονικός).|| ~ή: ένωση. Πβ. υδραργυρούχος.|| ~ή: ρύπανση. | |
| 52778 | υδράργυρος | [ὑδράργυρος] υ-δράρ-γυ-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύρου} 1. ΧΗΜ. χημικό στοιχείο που ανήκει στα βαρέα μέταλλα (σύμβ. Hg), έχει αργυρόλευκο χρώμα και είναι το μοναδικό μέταλλο το οποίο σε κανονικές συνθήκες βρίσκεται σε υγρή κατάσταση: ανόργανος/κόκκινος ~. Θερμόμετρο ~ύρου. 2. (μτφ.) θερμοκρασία· όξυνση της έντασης: Ο ~ άγγιξε/ξεπέρασε τους .../έπεσε/σκαρφάλωσε στους 38 βαθμούς Κελσίου. Στο κόκκινο/στα ύψη ο ~.|| Ανεβαίνει ο ~ εν όψει των εκλογών/στην αγορά καυσίμων. ● ΣΥΜΠΛ.: βροντώδης υδράργυρος βλ. βροντώδης [< 1: μτγν. ὑδράργυρος, γαλλ. hydrargyre, αγγλ. hydrargyrum] | |
| 52779 | υδραργυρούχος | , ος, ο [ὑδραργυροῦχος] υ-δραρ-γυ-ρού-χος επίθ. (επιστ.): που περιέχει υδράργυρο: ~ο: νερό. Πβ. υδραργυρικός. Βλ. -ούχος2. | |
| 52780 | ύδραρθρο | [ὕδραρθρο] ύ-δραρ-θρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άρθρου} & (σπάν.) ύδραρθρος (ο): ΙΑΤΡ. παθολογική συλλογή υγρού σε άρθρωση ή αρθρική κοιλότητα. [< γαλλ. hydrarthre, αγγλ. hydrarthron] | |
| 52781 | υδράσβεστος | [ὑδράσβεστος] υ-δρά-σβε-στος ουσ. (θηλ.) {-ου (λόγ.) -έστου}: ΧΗΜ. υδροξείδιο του ασβεστίου: ~ σε μορφή πολτού/σκόνης. Διάλυμα/κονίαμα ~ου. ~ ως συνδετική ύλη (βλ. ασβεστόλιθος, τσιμέντο). Χρωματισμός τοίχων με ~ο (βλ. ασβέστωμα). ΣΥΝ. σβησμένος ασβέστης | |
| 52782 | υδρατμός | [ὑδρατμός] υ-δρα-τμός ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. νερό σε αέρια κατάσταση, κυρ. όταν βρίσκεται διάχυτο στην ατμόσφαιρα και κάτω από τη θερμοκρασία βρασμού: Το καπάκι της κατσαρόλας γέμισε ~ούς. Οι ~οί από το ζεστό νερό θόλωσαν τον καθρέφτη. Πβ. ατμός, αχνός. [< γαλλ. vapeur d'eau] | |
| 52783 | υδραυλική | [ὑδραυλική] υ-δραυ-λι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Υ): ΜΗΧΑΝ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο τα χαρακτηριστικά, τις χρήσεις και τις εφαρμογές του νερού και γενικότ. των κινούμενων ρευστών: εφαρμοσμένη/πειραματική/περιβαλλοντική/υπολογιστική ~. [< πβ. αγγλ. hydraulics, γαλλ. hydraulique] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ