| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52772 | υδραίικος | , η, ο [ὑδραίικος] υ-δραί-ι-κος επίθ. & (λόγ.) υδραϊκός, ή, ό: που σχετίζεται με την Ύδρα ή/και τους Υδραίους. | |
| 52773 | υδραιμία | [ὑδραιμία] υ-δραι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολική αύξηση της ποσότητας του νερού στο πλάσμα του αίματος, που έχει ως αποτέλεσμα την αραίωσή του και αύξηση του όγκου του. Βλ. -αιμία. [< γαλλ. hydrémie, αγγλ. hydr(a)emia] | |
| 52774 | Υδραίος, Υδραία | [Ὑδραῖος] Υ-δραί-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Ύδρα. | |
| 52775 | υδραλογόνα | [ὑδραλογόνα] υ-δρα-λο-γό-να ουσ. (ουδ.) (τα): ΧΗΜ. ανόργανα οξέα που προκύπτουν από την ένωση υδρογόνου με αλογόνα. | |
| 52776 | υδραντλία | [ὑδραντλία] υ-δρα-ντλί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αντλία νερού. Πβ. τρόμπα. Βλ. αεραντλία. [< γαλλ. pompe à eau] | |
| 52777 | υδραργυρικός | , ή, ό [ὑδραργυρικός] υ-δραρ-γυ-ρι-κός επίθ. (επιστ.): που λειτουργεί με υδράργυρο ή τον περιέχει: ~ή: στήλη. ~ό: βαρόμετρο/θερμόμετρο (βλ. ψηφιακός)/πιεσόμετρο (βλ. ηλεκτρονικός).|| ~ή: ένωση. Πβ. υδραργυρούχος.|| ~ή: ρύπανση. | |
| 52778 | υδράργυρος | [ὑδράργυρος] υ-δράρ-γυ-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύρου} 1. ΧΗΜ. χημικό στοιχείο που ανήκει στα βαρέα μέταλλα (σύμβ. Hg), έχει αργυρόλευκο χρώμα και είναι το μοναδικό μέταλλο το οποίο σε κανονικές συνθήκες βρίσκεται σε υγρή κατάσταση: ανόργανος/κόκκινος ~. Θερμόμετρο ~ύρου. 2. (μτφ.) θερμοκρασία· όξυνση της έντασης: Ο ~ άγγιξε/ξεπέρασε τους .../έπεσε/σκαρφάλωσε στους 38 βαθμούς Κελσίου. Στο κόκκινο/στα ύψη ο ~.|| Ανεβαίνει ο ~ εν όψει των εκλογών/στην αγορά καυσίμων. ● ΣΥΜΠΛ.: βροντώδης υδράργυρος βλ. βροντώδης [< 1: μτγν. ὑδράργυρος, γαλλ. hydrargyre, αγγλ. hydrargyrum] | |
| 52779 | υδραργυρούχος | , ος, ο [ὑδραργυροῦχος] υ-δραρ-γυ-ρού-χος επίθ. (επιστ.): που περιέχει υδράργυρο: ~ο: νερό. Πβ. υδραργυρικός. Βλ. -ούχος2. | |
| 52780 | ύδραρθρο | [ὕδραρθρο] ύ-δραρ-θρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άρθρου} & (σπάν.) ύδραρθρος (ο): ΙΑΤΡ. παθολογική συλλογή υγρού σε άρθρωση ή αρθρική κοιλότητα. [< γαλλ. hydrarthre, αγγλ. hydrarthron] | |
| 52781 | υδράσβεστος | [ὑδράσβεστος] υ-δρά-σβε-στος ουσ. (θηλ.) {-ου (λόγ.) -έστου}: ΧΗΜ. υδροξείδιο του ασβεστίου: ~ σε μορφή πολτού/σκόνης. Διάλυμα/κονίαμα ~ου. ~ ως συνδετική ύλη (βλ. ασβεστόλιθος, τσιμέντο). Χρωματισμός τοίχων με ~ο (βλ. ασβέστωμα). ΣΥΝ. σβησμένος ασβέστης | |
| 52782 | υδρατμός | [ὑδρατμός] υ-δρα-τμός ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. νερό σε αέρια κατάσταση, κυρ. όταν βρίσκεται διάχυτο στην ατμόσφαιρα και κάτω από τη θερμοκρασία βρασμού: Το καπάκι της κατσαρόλας γέμισε ~ούς. Οι ~οί από το ζεστό νερό θόλωσαν τον καθρέφτη. Πβ. ατμός, αχνός. [< γαλλ. vapeur d'eau] | |
| 52783 | υδραυλική | [ὑδραυλική] υ-δραυ-λι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Υ): ΜΗΧΑΝ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο τα χαρακτηριστικά, τις χρήσεις και τις εφαρμογές του νερού και γενικότ. των κινούμενων ρευστών: εφαρμοσμένη/πειραματική/περιβαλλοντική/υπολογιστική ~. [< πβ. αγγλ. hydraulics, γαλλ. hydraulique] | |
| 52784 | υδραυλικός | , ή, ό [ὑδραυλικός] υ-δραυ-λι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην παροχή, διοχέτευση και χρησιμοποίηση του νερού: ~ή: αγωγιμότητα/αντλία. ~ές: διατάξεις (βλ. αγωγός)/εργασίες. ~ά: είδη/έργα (βλ. άρδευση, ύδρευση, αποστράγγιση).|| (ΥΔΡΟΛ.) ~ό: άλμα (: όταν η ροή του υγρού μεταβάλλεται από υπερκρίσιμη σε υποκρίσιμη). 2. ΜΗΧΑΝ. που λειτουργεί με την πίεση που ασκείται από υγρά, κυρ. νερό ή λάδι: ~ός: ανελκυστήρας/τροχός (: ~ κινητήρας που λειτουργεί κυρ. με το βάρος του νερού). ~ή: ανάρτηση/κεφαλή/πόρτα/πρέσα. ~ό: σύστημα/τιμόνι. ~ές: τουρμπίνες (= υδροτουρμπίνες). ~ά: φρένα. Βλ. ηλεκτροϋδραυλικός. 3. (κατ' επέκτ.) που είναι ανθεκτικός στην επίδραση του νερού: ~ός: ασβέστης (: που πήζει μετά την προσθήκη νερού). ~ό: κονίαμα. ● Ουσ.: υδραυλικά (τα): εγκαταστάσεις ύδρευσης και αποχέτευσης. ● ΣΥΜΠΛ.: υδραυλική ενέργεια: ΦΥΣ. υδροηλεκτρική ενέργεια. Βλ. ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας., υδραυλικό πλήγμα: ΜΗΧΑΝ. δυνατός μεταλλικός θόρυβος ο οποίος προέρχεται από την απότομη διακοπή της ροής του νερού μέσα σε έναν αγωγό, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα κύμα υπερπίεσης που μεταδίδεται αστραπιαία προς τα πίσω· είναι η βασική αιτία για τις βλάβες στις υδραυλικές εγκαταστάσεις. [< αγγλ. water hammer] , υδραυλικός μετατροπέας ροπής βλ. μετατροπέας [< μτγν. ὑδραυλικός 'υδροστατικός', γαλλ. hydraulique, αγγλ. hydraulic] | |
| 52785 | υδραυλικός | [ὑδραυλικός] υ-δραυ-λι-κός ουσ. (αρσ.): τεχνίτης ειδικευμένος στην τοποθέτηση και επιδιόρθωση υδραυλικών εγκαταστάσεων. Βλ. θερμοϋδραυλικός. [< πβ. γαλλ. hydraulicien] | |
| 52786 | ύδραυλις | [ὕδραυλις] ύ-δραυ-λις ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & ύδραυλη: ΜΟΥΣ. αρχαίο μουσικό όργανο με δυνατό και οξύ ήχο, πρόγονος του εκκλησιαστικού οργάνου της Δύσης, η λειτουργία του οποίου βασιζόταν στο υδραυλικό σύστημα. [< μτγν. ὕδραυλις] | |
| 52787 | υδρενέργεια | βλ. υδροενέργεια | |
| 52788 | ύδρευση | [ὕδρευση] ύ-δρευ-ση ουσ. (θηλ.): τροφοδότηση μιας περιοχής με νερό· συνεκδ. υδρευτικό σύστημα: δίκτυο/εταιρεία ~ης. Δημοτική Επιχείρηση ~ης και Αποχέτευσης (ακρ. ΔΕΥΑ).|| Έργα/σωλήνες ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: κεντρικός αγωγός ύδρευσης βλ. κεντρικός [< μτγν. ὕδρευσις 'άρδευση'] | |
| 10464 | Ύδρευση | γε-ώ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. διάνοιξη οπής σε αρκετό βάθος με στόχο την εύρεση και εκμετάλλευση υδροφόρων στρωμάτων (ύδρευση, άρδευση), στρωμάτων με υδρογονάνθρακες ή φυσικό αέριο, την έρευνα της γεωλογικής δομής του υπεδάφους, την ανακάλυψη ορυκτών ή άλλους ειδικούς λόγους· συνεκδ. το ίδιο το τεχνικό έργο: ερευνητική/κατακόρυφη/κεκλιμένη/οριζόντια/παραγωγική (: για άντληση ρευστών σε γεωθερμικά συστήματα) ~. ~ νερού (= υδρο~)/πετρελαίου. Πυρήνας/(σπάν.) καρότο ~ης. Αντλίες ~ήσεων.|| Ιδιωτική ~. ~ήσεις και πηγάδια. Η ~ στέρεψε/τροφοδοτεί το εξοχικό. Βλ. γεωτρύπανο. [< γερμ. Erdbohrung] | |
| 52789 | υδρευτικός | , ή, ό [ὑδρευτικός] υ-δρευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ύδρευση: ~ή: γεώτρηση/χρήση. ~ό: δίκτυο/πρόβλημα/σύστημα/φράγμα. ~ά: έργα. [< μτγν. ὑδρευτικός 'σχετικός με ή κατάλληλος για την άντληση νερού'] | |
| 52790 | υδρεύω | [ὑδρεύω] υ-δρεύ-ω ρ. (μτβ.) {ύδρευ-σε, υδρεύ-τηκε, -όμενος}: εφοδιάζω, τροφοδοτώ με νερό: O δήμος ~εται από φυσικές πηγές και γεωτρήσεις. ΣΥΝ. υδροδοτώ [< αρχ. ὑδρεύω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ