Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [53280-53300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52784υδραυλικός, ή, ό [ὑδραυλικός] υ-δραυ-λι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην παροχή, διοχέτευση και χρησιμοποίηση του νερού: ~ή: αγωγιμότητα/αντλία. ~ές: διατάξεις (βλ. αγωγός)/εργασίες. ~ά: είδη/έργα (βλ. άρδευση, ύδρευση, αποστράγγιση).|| (ΥΔΡΟΛ.) ~ό: άλμα (: όταν η ροή του υγρού μεταβάλλεται από υπερκρίσιμη σε υποκρίσιμη). 2. ΜΗΧΑΝ. που λειτουργεί με την πίεση που ασκείται από υγρά, κυρ. νερό ή λάδι: ~ός: ανελκυστήρας/τροχός (: ~ κινητήρας που λειτουργεί κυρ. με το βάρος του νερού). ~ή: ανάρτηση/κεφαλή/πόρτα/πρέσα. ~ό: σύστημα/τιμόνι. ~ές: τουρμπίνες (= υδροτουρμπίνες). ~ά: φρένα. Βλ. ηλεκτροϋδραυλικός. 3. (κατ' επέκτ.) που είναι ανθεκτικός στην επίδραση του νερού: ~ός: ασβέστης (: που πήζει μετά την προσθήκη νερού). ~ό: κονίαμα. ● Ουσ.: υδραυλικά (τα): εγκαταστάσεις ύδρευσης και αποχέτευσης. ● ΣΥΜΠΛ.: υδραυλική ενέργεια: ΦΥΣ. υδροηλεκτρική ενέργεια. Βλ. ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας., υδραυλικό πλήγμα: ΜΗΧΑΝ. δυνατός μεταλλικός θόρυβος ο οποίος προέρχεται από την απότομη διακοπή της ροής του νερού μέσα σε έναν αγωγό, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα κύμα υπερπίεσης που μεταδίδεται αστραπιαία προς τα πίσω· είναι η βασική αιτία για τις βλάβες στις υδραυλικές εγκαταστάσεις. [< αγγλ. water hammer] , υδραυλικός μετατροπέας ροπής βλ. μετατροπέας [< μτγν. ὑδραυλικός 'υδροστατικός', γαλλ. hydraulique, αγγλ. hydraulic]
52785υδραυλικός[ὑδραυλικός] υ-δραυ-λι-κός ουσ. (αρσ.): τεχνίτης ειδικευμένος στην τοποθέτηση και επιδιόρθωση υδραυλικών εγκαταστάσεων. Βλ. θερμοϋδραυλικός. [< πβ. γαλλ. hydraulicien]
52786ύδραυλις[ὕδραυλις] ύ-δραυ-λις ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & ύδραυλη: ΜΟΥΣ. αρχαίο μουσικό όργανο με δυνατό και οξύ ήχο, πρόγονος του εκκλησιαστικού οργάνου της Δύσης, η λειτουργία του οποίου βασιζόταν στο υδραυλικό σύστημα. [< μτγν. ὕδραυλις]
52787υδρενέργειαβλ. υδροενέργεια
52788ύδρευση[ὕδρευση] ύ-δρευ-ση ουσ. (θηλ.): τροφοδότηση μιας περιοχής με νερό· συνεκδ. υδρευτικό σύστημα: δίκτυο/εταιρεία ~ης. Δημοτική Επιχείρηση ~ης και Αποχέτευσης (ακρ. ΔΕΥΑ).|| Έργα/σωλήνες ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: κεντρικός αγωγός ύδρευσης βλ. κεντρικός [< μτγν. ὕδρευσις 'άρδευση']
10464Ύδρευση

γε-ώ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. διάνοιξη οπής σε αρκετό βάθος με στόχο την εύρεση και εκμετάλλευση υδροφόρων στρωμάτων (ύδρευση, άρδευση), στρωμάτων με υδρογονάνθρακες ή φυσικό αέριο, την έρευνα της γεωλογικής δομής του υπεδάφους, την ανακάλυψη ορυκτών ή άλλους ειδικούς λόγους· συνεκδ. το ίδιο το τεχνικό έργο: ερευνητική/κατακόρυφη/κεκλιμένη/οριζόντια/παραγωγική (: για άντληση ρευστών σε γεωθερμικά συστήματα) ~. ~ νερού (= υδρο~)/πετρελαίου. Πυρήνας/(σπάν.) καρότο ~ης. Αντλίες ~ήσεων.|| Ιδιωτική ~. ~ήσεις και πηγάδια. Η ~ στέρεψε/τροφοδοτεί το εξοχικό. Βλ. γεωτρύπανο. [< γερμ. Erdbohrung]

52789υδρευτικός, ή, ό [ὑδρευτικός] υ-δρευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ύδρευση: ~ή: γεώτρηση/χρήση. ~ό: δίκτυο/πρόβλημα/σύστημα/φράγμα. ~ά: έργα. [< μτγν. ὑδρευτικός 'σχετικός με ή κατάλληλος για την άντληση νερού']
52790υδρεύω[ὑδρεύω] υ-δρεύ-ω ρ. (μτβ.) {ύδρευ-σε, υδρεύ-τηκε, -όμενος}: εφοδιάζω, τροφοδοτώ με νερό: O δήμος ~εται από φυσικές πηγές και γεωτρήσεις. ΣΥΝ. υδροδοτώ [< αρχ. ὑδρεύω]
52791υδρία[ὑδρία] υ-δρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. πήλινο ή χάλκινο αγγείο με σφαιρικό σώμα, πλατύ στόμιο και τρεις λαβές, το οποίο χρησιμοποιόταν για τη μεταφορά ή το σερβίρισμα νερού, αλλά και ως κάλπη ψηφοφορίας ή τεφροδόχος: αττική/ερυθρόμορφη/μελανόμορφη ~. Πβ. στάμνα. [< αρχ. ὑδρία]
47269υδρία

στά-μνα ουσ. (θηλ.): πήλινο δοχείο, με μία ή δύο λαβές και κοντό και στενό λαιμό, κατάλληλο για φύλαξη και μεταφορά υγρών, κυρ. νερού, κρασιού ή λαδιού: (ΛΑΟΓΡ.) σπάσιμο της ~ας (: πασχαλινό κερκυραϊκό έθιμο). Πβ. λαγήνι, σταμνί, υδρία. Βλ. κανάτι, κουμάρι, μαστραπάς.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Μοσχαράκι ~ας. Βλ. γάστρα. ● Υποκ.: σταμνάκι (το) ● ΦΡ.: πολλές φορές πάει η στάμνα για νερό, μία πάει και δε(ν) γυρίζει (παροιμ.): ως προειδοποίηση σε κάποιον ο οποίος εκτελεί επανειλημμένα μια ριψοκίνδυνη ενέργεια που μπορεί να έχει ανεπανόρθωτες συνέπειες. [< 15ος αι.]

52792υδρίδιο[ὑδρίδιο] υ-δρί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ένωση υδρογόνου με μέταλλο ή οργανική ρίζα: ~ του βηρυλλίου/λιθίου. Βλ. -ίδιο. [< πβ. αγγλ. hydride]
52793υδρο- & υδρό- & υδρ-(λόγ.) πρόθημα λέξεων, κυρ. όρων, με αναφορά 1. στο νερό: υδρο-διαλυτός (πβ. υδατο-). Υδρο-βιότοπος. Υδρο-δότηση. Yδρ-αγωγείο. 2. ΧΗΜ. στο υδρογόνο: υδρο-ϊώδιο/~κυάνιο. Υδρό-θειο.
52794υδροβιολογία[ὑδροβιολογία] υ-δρο-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη των υδρόβιων οργανισμών, φυτικών και ζωικών, και του υδάτινου περιβάλλοντος στο οποίο ζουν. [< αγγλ. hydrobiology, 1926, γαλλ. hydrobiologie, γερμ. Hydrobiologie]
52795υδροβιολογικός, ή, ό [ὑδροβιολογικός] υ-δρο-βι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που αναφέρεται στην υδροβιολογία: ~ός: σταθμός. [< αγγλ. hydrobiological, 1933, γαλλ. hydrobiologique, γερμ. hydrobiologisch]
52796υδροβιολόγος[ὑδροβιολόγος] υ-δρο-βι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στην υδροβιολογία. [< αγγλ. hydrobiologist, 1932, γαλλ. hydrobiologiste, γερμ. Hydrobiologe]
52797υδρόβιος, α, ο [ὑδρόβιος] υ-δρό-βι-ος επίθ. (λόγ.): που ζει βυθισμένος, κατά ένα μέρος ή ολόκληρος, μέσα στο νερό ή σε περιοχές που καλύπτονται από αυτό: ~α: βλάστηση/ζωή/(ορνιθο)πανίδα/χλωρίδα. ~ο: θηλαστικό/περιβάλλον. ~α: ασπόνδυλα/ζώα/πουλιά/φυτά. Πβ. υδροχαρής. Βλ. -βιος. [< μτγν. υδρόβιος]
52798υδροβιότοποςβλ. υγροβιότοπος
52799υδροβολή[ὑδροβολή] υ-δρο-βο-λή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. εκτόξευση νερού και ειδικότ. μέθοδος καθαρισμού επιφανειών με τη χρήση ζεστού νερού υψηλής πίεσης: συστήματα ~ής. ~ κτιρίων. Κοπή με ~ (= υδροκοπή). Βλ. αμμοβολή. [< αγγλ. waterjet, γαλλ. jet d'eau]
52800υδροβόρος, α/ος, ο [ὑδροβόρος] υ-δρο-βό-ρος επίθ.: που απαιτεί μεγάλες ποσότητες νερού, κυρ. για να αρδευτεί ή να λειτουργήσει: ~ο: γκαζόν. ~ες: καλλιέργειες.|| ~ες: βιοµηχανίες. Βλ. ενεργο-, ηλεκτρο-βόρος. [< αγγλ. water-consuming]
52801υδρόγειος, ος, ο [ὑδρόγειος] υ-δρό-γει-ος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υδρόγειος (σφαίρα): η Γη· (κυρ. κατ' επέκτ.) η απεικόνισή της σε χάρτη πάνω στην επιφάνεια σφαίρας η οποία περιστρέφεται γύρω από άξονα. [< γαλλ. globe terrestre/terraqué]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.