Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [53300-53320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52791υδρία[ὑδρία] υ-δρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. πήλινο ή χάλκινο αγγείο με σφαιρικό σώμα, πλατύ στόμιο και τρεις λαβές, το οποίο χρησιμοποιόταν για τη μεταφορά ή το σερβίρισμα νερού, αλλά και ως κάλπη ψηφοφορίας ή τεφροδόχος: αττική/ερυθρόμορφη/μελανόμορφη ~. Πβ. στάμνα. [< αρχ. ὑδρία]
47269υδρία

στά-μνα ουσ. (θηλ.): πήλινο δοχείο, με μία ή δύο λαβές και κοντό και στενό λαιμό, κατάλληλο για φύλαξη και μεταφορά υγρών, κυρ. νερού, κρασιού ή λαδιού: (ΛΑΟΓΡ.) σπάσιμο της ~ας (: πασχαλινό κερκυραϊκό έθιμο). Πβ. λαγήνι, σταμνί, υδρία. Βλ. κανάτι, κουμάρι, μαστραπάς.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Μοσχαράκι ~ας. Βλ. γάστρα. ● Υποκ.: σταμνάκι (το) ● ΦΡ.: πολλές φορές πάει η στάμνα για νερό, μία πάει και δε(ν) γυρίζει (παροιμ.): ως προειδοποίηση σε κάποιον ο οποίος εκτελεί επανειλημμένα μια ριψοκίνδυνη ενέργεια που μπορεί να έχει ανεπανόρθωτες συνέπειες. [< 15ος αι.]

52792υδρίδιο[ὑδρίδιο] υ-δρί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ένωση υδρογόνου με μέταλλο ή οργανική ρίζα: ~ του βηρυλλίου/λιθίου. Βλ. -ίδιο. [< πβ. αγγλ. hydride]
52793υδρο- & υδρό- & υδρ-(λόγ.) πρόθημα λέξεων, κυρ. όρων, με αναφορά 1. στο νερό: υδρο-διαλυτός (πβ. υδατο-). Υδρο-βιότοπος. Υδρο-δότηση. Yδρ-αγωγείο. 2. ΧΗΜ. στο υδρογόνο: υδρο-ϊώδιο/~κυάνιο. Υδρό-θειο.
52794υδροβιολογία[ὑδροβιολογία] υ-δρο-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη των υδρόβιων οργανισμών, φυτικών και ζωικών, και του υδάτινου περιβάλλοντος στο οποίο ζουν. [< αγγλ. hydrobiology, 1926, γαλλ. hydrobiologie, γερμ. Hydrobiologie]
52795υδροβιολογικός, ή, ό [ὑδροβιολογικός] υ-δρο-βι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που αναφέρεται στην υδροβιολογία: ~ός: σταθμός. [< αγγλ. hydrobiological, 1933, γαλλ. hydrobiologique, γερμ. hydrobiologisch]
52796υδροβιολόγος[ὑδροβιολόγος] υ-δρο-βι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στην υδροβιολογία. [< αγγλ. hydrobiologist, 1932, γαλλ. hydrobiologiste, γερμ. Hydrobiologe]
52797υδρόβιος, α, ο [ὑδρόβιος] υ-δρό-βι-ος επίθ. (λόγ.): που ζει βυθισμένος, κατά ένα μέρος ή ολόκληρος, μέσα στο νερό ή σε περιοχές που καλύπτονται από αυτό: ~α: βλάστηση/ζωή/(ορνιθο)πανίδα/χλωρίδα. ~ο: θηλαστικό/περιβάλλον. ~α: ασπόνδυλα/ζώα/πουλιά/φυτά. Πβ. υδροχαρής. Βλ. -βιος. [< μτγν. υδρόβιος]
52798υδροβιότοποςβλ. υγροβιότοπος
52799υδροβολή[ὑδροβολή] υ-δρο-βο-λή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. εκτόξευση νερού και ειδικότ. μέθοδος καθαρισμού επιφανειών με τη χρήση ζεστού νερού υψηλής πίεσης: συστήματα ~ής. ~ κτιρίων. Κοπή με ~ (= υδροκοπή). Βλ. αμμοβολή. [< αγγλ. waterjet, γαλλ. jet d'eau]
52800υδροβόρος, α/ος, ο [ὑδροβόρος] υ-δρο-βό-ρος επίθ.: που απαιτεί μεγάλες ποσότητες νερού, κυρ. για να αρδευτεί ή να λειτουργήσει: ~ο: γκαζόν. ~ες: καλλιέργειες.|| ~ες: βιοµηχανίες. Βλ. ενεργο-, ηλεκτρο-βόρος. [< αγγλ. water-consuming]
52801υδρόγειος, ος, ο [ὑδρόγειος] υ-δρό-γει-ος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υδρόγειος (σφαίρα): η Γη· (κυρ. κατ' επέκτ.) η απεικόνισή της σε χάρτη πάνω στην επιφάνεια σφαίρας η οποία περιστρέφεται γύρω από άξονα. [< γαλλ. globe terrestre/terraqué]
52802υδρογεωλογία[ὑδρογεωλογία] υ-δρο-γε-ω-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη των υπόγειων υδάτων και ειδικότ. με την κίνηση, προέλευση και αξιοποίησή τους καθώς και με τις ανάγκες ύδρευσης και άρδευσης. [< πβ. αγγλ. hydrogeology, γαλλ. hydrogéologie, γερμ. Hydrogeologie]
52803υδρογεωλογικός, ή, ό [ὑδρογεωλογικός] υ-δρο-γε-ω-λο-γι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που αναφέρεται στην υδρογεωλογία: ~ός: χάρτης (: που αποτυπώνει την κατανομή των υπόγειων υδάτων). ~ή: λεκάνη. [< πβ. αγγλ. hydrogeological, γαλλ. hydrogéologique, γερμ. hydrogeologisch]
52804υδρογεωλόγος[ὑδρογεωλόγος] υ-δρο-γε-ω-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στην υδρογεωλογία. [< αγγλ. hydrogeologist, γαλλ. hydrogéologue, γερμ. Hydrogeologe]
52805υδρογεώτρηση

[ὑδρογεώτρηση] υ-δρο-γε-ώ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): γεώτρηση νερού. [< αγγλ. water drilling]

52806υδρογονάνθρακας[ὑδρογονάνθρακας] υ-δρο-γο-νάν-θρα-κας ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΧΗΜ. οργανική ένωση από άνθρακα και υδρογόνο: αλειφατικοί/αρωματικοί/(πολυ)κυκλικοί ~ες. Βλ. τερπένια, τολουένιο. ● ΣΥΜΠΛ.: ακόρεστοι υδρογονάνθρακες βλ. ακόρεστος, κορεσμένοι υδρογονάνθρακες βλ. κορεσμένος [< γαλλ. hydrocarbure, αγγλ. hydrocarbon]
52807υδρογόνο[ὑδρογόνο] υ-δρο-γό-νο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. άχρωμο, άοσμο και εύφλεκτο αέριο χημικό στοιχείο (σύμβ. Η, Z 1), το ελαφρύτερο από όλα τα αέρια, το οποίο υπάρχει στη μεγαλύτερη ποσότητα στο Σύμπαν και βρίσκεται σε ενώσεις, όπως το νερό ή το πετρέλαιο: υγρό ~. Αυτοκίνητο ~ου. Βλ. αντι~. ● ΣΥΜΠΛ.: βαρύ υδρογόνο: ΧΗΜ. δευτέριο. [< αγγλ. heavy hydrogen, 1933] , βόμβα υδρογόνου & θερμοπυρηνική βόμβα & βόμβα σύντηξης: όπλο μαζικής καταστροφής, η καταστρεπτική δύναμη του οποίου βασίζεται στη θερμοπυρηνική αντίδραση των ατόμων του υδρογόνου. Πβ. πυρηνική βόμβα. ΣΥΝ. υδρογονοβόμβα [< αγγλ. hydrogen bomb, 1947] , υπεροξείδιο του υδρογόνου: ΧΗΜ. άχρωμο παχύρρευστο υγρό με ισχυρή οξειδωτική δράση (σύμβ. H2O2), το υδατικό διάλυμα του οποίου είναι το οξυζενέ και χρησιμοποιείται σε απολυμαντικά και λευκαντικά. [< αγγλ. hydrogen peroxide] [< γαλλ. hydrogène, αγγλ. hydrogen]
52808υδρογονοβόμβα[ὑδρογονοβόμβα] υ-δρο-γο-νο-βόμ-βα ουσ. (θηλ.): βόμβα υδρογόνου.
52809υδρογονοκίνητος, η, ο [ὑδρογονοκίνητος] υ-δρο-γο-νο-κί-νη-τος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για όχημα) που κινείται καταναλώνοντας υδρογόνο: ~ο: αυτοκίνητο. Βλ. -κίνητος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.