| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52802 | υδρογεωλογία | [ὑδρογεωλογία] υ-δρο-γε-ω-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη των υπόγειων υδάτων και ειδικότ. με την κίνηση, προέλευση και αξιοποίησή τους καθώς και με τις ανάγκες ύδρευσης και άρδευσης. [< πβ. αγγλ. hydrogeology, γαλλ. hydrogéologie, γερμ. Hydrogeologie] | |
| 52803 | υδρογεωλογικός | , ή, ό [ὑδρογεωλογικός] υ-δρο-γε-ω-λο-γι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που αναφέρεται στην υδρογεωλογία: ~ός: χάρτης (: που αποτυπώνει την κατανομή των υπόγειων υδάτων). ~ή: λεκάνη. [< πβ. αγγλ. hydrogeological, γαλλ. hydrogéologique, γερμ. hydrogeologisch] | |
| 52804 | υδρογεωλόγος | [ὑδρογεωλόγος] υ-δρο-γε-ω-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στην υδρογεωλογία. [< αγγλ. hydrogeologist, γαλλ. hydrogéologue, γερμ. Hydrogeologe] | |
| 52805 | υδρογεώτρηση | [ὑδρογεώτρηση] υ-δρο-γε-ώ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): γεώτρηση νερού. [< αγγλ. water drilling] | |
| 52806 | υδρογονάνθρακας | [ὑδρογονάνθρακας] υ-δρο-γο-νάν-θρα-κας ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΧΗΜ. οργανική ένωση από άνθρακα και υδρογόνο: αλειφατικοί/αρωματικοί/(πολυ)κυκλικοί ~ες. Βλ. τερπένια, τολουένιο. ● ΣΥΜΠΛ.: ακόρεστοι υδρογονάνθρακες βλ. ακόρεστος, κορεσμένοι υδρογονάνθρακες βλ. κορεσμένος [< γαλλ. hydrocarbure, αγγλ. hydrocarbon] | |
| 52807 | υδρογόνο | [ὑδρογόνο] υ-δρο-γό-νο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. άχρωμο, άοσμο και εύφλεκτο αέριο χημικό στοιχείο (σύμβ. Η, Z 1), το ελαφρύτερο από όλα τα αέρια, το οποίο υπάρχει στη μεγαλύτερη ποσότητα στο Σύμπαν και βρίσκεται σε ενώσεις, όπως το νερό ή το πετρέλαιο: υγρό ~. Αυτοκίνητο ~ου. Βλ. αντι~. ● ΣΥΜΠΛ.: βαρύ υδρογόνο: ΧΗΜ. δευτέριο. [< αγγλ. heavy hydrogen, 1933] , βόμβα υδρογόνου & θερμοπυρηνική βόμβα & βόμβα σύντηξης: όπλο μαζικής καταστροφής, η καταστρεπτική δύναμη του οποίου βασίζεται στη θερμοπυρηνική αντίδραση των ατόμων του υδρογόνου. Πβ. πυρηνική βόμβα. ΣΥΝ. υδρογονοβόμβα [< αγγλ. hydrogen bomb, 1947] , υπεροξείδιο του υδρογόνου: ΧΗΜ. άχρωμο παχύρρευστο υγρό με ισχυρή οξειδωτική δράση (σύμβ. H2O2), το υδατικό διάλυμα του οποίου είναι το οξυζενέ και χρησιμοποιείται σε απολυμαντικά και λευκαντικά. [< αγγλ. hydrogen peroxide] [< γαλλ. hydrogène, αγγλ. hydrogen] | |
| 52808 | υδρογονοβόμβα | [ὑδρογονοβόμβα] υ-δρο-γο-νο-βόμ-βα ουσ. (θηλ.): βόμβα υδρογόνου. | |
| 52809 | υδρογονοκίνητος | , η, ο [ὑδρογονοκίνητος] υ-δρο-γο-νο-κί-νη-τος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για όχημα) που κινείται καταναλώνοντας υδρογόνο: ~ο: αυτοκίνητο. Βλ. -κίνητος. | |
| 52810 | υδρογονούχος | , ος/α, ο [ὑδρογονοῦχος] υ-δρο-γο-νού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει υδρογόνο. Βλ. -ούχος2. [< γαλλ. hydrogéné] | |
| 52811 | υδρογονωμένος | , η, ο [ὑδρογονωμένος] υ-δρο-γο-νω-μέ-νος επίθ.: που έχει υποστεί υδρογόνωση: (μερικώς) ~α έλαια/(φυτικά) λιπαρά. Πβ. τρανς λιπαρά (οξέα). [< γαλλ. hydrogéné] | |
| 52812 | υδρογόνωση | [ὑδρογόνωση] υ-δρο-γό-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. αντίδραση λόγω της προσθήκης υδρογόνου σε οργανική ένωση· κατ' επέκτ. η χημική διαδικασία κατά την οποία προστίθεται ποσότητα υδρογόνου στα ακόρεστα λιπαρά οξέα των ελαίων, προκειμένου να στερεοποιηθούν. ΑΝΤ. αφυδρογόνωση [< γαλλ. hydrogénation, αγγλ. hydrogenation] | |
| 52813 | υδρογράφημα | [ὑδρογράφημα] υ-δρο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.) : ΥΔΡΟΛ. διάγραμμα που απεικονίζει τη συγκέντρωση νερού σε μια λεκάνη απορροής και καταγράφει αλλαγές που σημειώνονται στην εκροή εξαιτίας διαφόρων παραγόντων, π.χ. βροχοπτώσεις, χιονοπτώσεις, πλημμύρες: μοναδιαίο ~. ~ του ποταμού. ~ εισόδου/εξόδου. Βλ. -γράφημα. [< αγγλ. hydrograph, γαλλ. hydrogramme] | |
| 52814 | υδρογραφία | [ὑδρογραφία] υ-δρο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΓΡ. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη και χαρτογράφηση των υδάτων της γήινης επιφάνειας για την καλύτερη εξυπηρέτηση της ναυτιλίας. Βλ. -γραφία. 2. το σύνολο των υδάτων μιας περιοχής: ~ του νομού. [< γαλλ. hydrographie, αγγλ. hydrography] | |
| 52815 | υδρογραφικός | , ή, ό [ὑδρογραφικός] υ-δρο-γρα-φι-κός επίθ. & (σπάν.) υδατογραφικός: ΓΕΩΓΡ. που σχετίζεται με την υδρογραφία: ~ός: χάρτης. ~ό: δίκτυο (: ποτάμια, λίμνες, πηγές). Βλ. υδρολογικός. [< γαλλ. hydrographique, αγγλ. hydrographic] | |
| 52816 | υδρογράφος | [ὑδρογράφος] υ-δρο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΓΕΩΓΡ. επιστήμονας ειδικευμένος στην υδρογραφία. Βλ. -γράφος. [< πβ. γαλλ. hydrographe, αγγλ. hydrographer] | |
| 52817 | υδροδείκτης | [ὑδροδείκτης] υ-δρο-δεί-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. γυάλινος σωλήνας με βαθμονόμηση, ο οποίος προσαρτάται στη βάση δεξαμενής ή λέβητα ή στον πυθμένα ποταμών για τη μέτρηση της στάθμης του νερού. Βλ. -δείκτης. [< γερμ. Wasserstandsanzeiger] | |
| 52818 | υδροδιαλυτός | , ή, ό βλ. υδατοδιαλυτός | |
| 52819 | υδροδοσία | [ὑδροδοσία] υ-δρο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. παροχή νερού κυρ. σε αθλητές σε αγώνες δρόμου αντοχής ή ποδηλατικούς. Βλ. -δοσία. 2. (σπάν.) υδροδότηση. | |
| 52820 | υδροδότηση | [ὑδροδότηση] υ-δρο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): τροφοδότηση ενός κτιρίου ή μιας περιοχής με νερό. Βλ. -δότηση. ΣΥΝ. υδροδοσία (2) | |
| 52821 | υδροδοτώ | [ὑδροδοτῶ] υ-δρο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {υδροδοτ-εί ... | υδροδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} (επίσ.): τροφοδοτώ με νερό: Η δεξαμενή/το δίκτυο/η λίμνη ~εί τον οικισμό/την πεδιάδα/την περιοχή/την πόλη/το χωριό. Βλ. -δοτώ. ΣΥΝ. υδρεύω |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ