Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [53320-53340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52810υδρογονούχος, ος/α, ο [ὑδρογονοῦχος] υ-δρο-γο-νού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει υδρογόνο. Βλ. -ούχος2. [< γαλλ. hydrogéné]
52811υδρογονωμένος, η, ο [ὑδρογονωμένος] υ-δρο-γο-νω-μέ-νος επίθ.: που έχει υποστεί υδρογόνωση: (μερικώς) ~α έλαια/(φυτικά) λιπαρά. Πβ. τρανς λιπαρά (οξέα). [< γαλλ. hydrogéné]
52812υδρογόνωση[ὑδρογόνωση] υ-δρο-γό-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. αντίδραση λόγω της προσθήκης υδρογόνου σε οργανική ένωση· κατ' επέκτ. η χημική διαδικασία κατά την οποία προστίθεται ποσότητα υδρογόνου στα ακόρεστα λιπαρά οξέα των ελαίων, προκειμένου να στερεοποιηθούν. ΑΝΤ. αφυδρογόνωση [< γαλλ. hydrogénation, αγγλ. hydrogenation]
52813υδρογράφημα[ὑδρογράφημα] υ-δρο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.) : ΥΔΡΟΛ. διάγραμμα που απεικονίζει τη συγκέντρωση νερού σε μια λεκάνη απορροής και καταγράφει αλλαγές που σημειώνονται στην εκροή εξαιτίας διαφόρων παραγόντων, π.χ. βροχοπτώσεις, χιονοπτώσεις, πλημμύρες: μοναδιαίο ~. ~ του ποταμού. ~ εισόδου/εξόδου. Βλ. -γράφημα. [< αγγλ. hydrograph, γαλλ. hydrogramme]
52814υδρογραφία[ὑδρογραφία] υ-δρο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΓΡ. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη και χαρτογράφηση των υδάτων της γήινης επιφάνειας για την καλύτερη εξυπηρέτηση της ναυτιλίας. Βλ. -γραφία. 2. το σύνολο των υδάτων μιας περιοχής: ~ του νομού. [< γαλλ. hydrographie, αγγλ. hydrography]
52815υδρογραφικός, ή, ό [ὑδρογραφικός] υ-δρο-γρα-φι-κός επίθ. & (σπάν.) υδατογραφικός: ΓΕΩΓΡ. που σχετίζεται με την υδρογραφία: ~ός: χάρτης. ~ό: δίκτυο (: ποτάμια, λίμνες, πηγές). Βλ. υδρολογικός. [< γαλλ. hydrographique, αγγλ. hydrographic]
52816υδρογράφος[ὑδρογράφος] υ-δρο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΓΕΩΓΡ. επιστήμονας ειδικευμένος στην υδρογραφία. Βλ. -γράφος. [< πβ. γαλλ. hydrographe, αγγλ. hydrographer]
52817υδροδείκτης[ὑδροδείκτης] υ-δρο-δεί-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. γυάλινος σωλήνας με βαθμονόμηση, ο οποίος προσαρτάται στη βάση δεξαμενής ή λέβητα ή στον πυθμένα ποταμών για τη μέτρηση της στάθμης του νερού. Βλ. -δείκτης. [< γερμ. Wasserstandsanzeiger]
52818υδροδιαλυτός, ή, ό βλ. υδατοδιαλυτός
52819υδροδοσία[ὑδροδοσία] υ-δρο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. παροχή νερού κυρ. σε αθλητές σε αγώνες δρόμου αντοχής ή ποδηλατικούς. Βλ. -δοσία. 2. (σπάν.) υδροδότηση.
52820υδροδότηση[ὑδροδότηση] υ-δρο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): τροφοδότηση ενός κτιρίου ή μιας περιοχής με νερό. Βλ. -δότηση. ΣΥΝ. υδροδοσία (2)
52821υδροδοτώ[ὑδροδοτῶ] υ-δρο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {υδροδοτ-εί ... | υδροδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} (επίσ.): τροφοδοτώ με νερό: Η δεξαμενή/το δίκτυο/η λίμνη ~εί τον οικισμό/την πεδιάδα/την περιοχή/την πόλη/το χωριό. Βλ. -δοτώ. ΣΥΝ. υδρεύω
52822υδροδοχείο[ὑδροδοχεῖο] υ-δρο-δο-χεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): σακίδιο με θήκη για παγούρι, που προορίζεται κυρ. για ορειβάτες ή ποδηλάτες· ειδικότ. παγούρι: ~ πλάτης.|| ~ χωρητικότητας δύο λίτρων. [< μτγν. ὑδροδοχεῖον 'δεξαμενή, στέρνα']
52823υδροδυναμική[ὑδροδυναμική] υ-δρο-δυ-να-μι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Υ): ΦΥΣ. κλάδος της υδρομηχανικής που μελετά τη ροή των ασυμπίεστων υγρών και τις δυνάμεις που ασκούνται κατά την κίνηση των σωμάτων μέσα σε αυτά. Βλ. αεροδυναμική. [< γαλλ. hydrodynamique, αγγλ. hydrodynamics]
52824υδροδυναμικός, ή, ό [ὑδροδυναμικός] υ-δρο-δυ-να-μι-κός επίθ. 1. ΦΥΣ. που σχετίζεται με την υδροδυναμική: ~ή: εγκατάσταση/συμπεριφορά. ~ές: μηχανές. ~ά: έργα. 2. που είναι σχεδιασμένος, κατασκευασμένος σύμφωνα με τους νόμους της υδροδυναμικής: ~ό: σχήμα (πβ. ατρακτοειδής). [< πβ. αγγλ. hydrodynamic, γαλλ. hydrodynamique]
52825υδροενέργεια[ὑδροενέργεια] υ-δρο-ε-νέρ-γει-α ουσ. (θηλ.) & υδρενέργεια: ΦΥΣ. υδροηλεκτρική ενέργεια.
52826υδροενεργητικός, η, ο [ὑδροενεργητικός] υ-δρο-ε-νερ-γη-τι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υδροενεργητική ανάρτηση: ΤΕΧΝΟΛ. που αυξομειώνει το ύψος του αυτοκινήτου ανάλογα με την ταχύτητα. [< αγγλ. hydractive suspension]
52827υδρόζωα[ὑδρόζωα] υ-δρό-ζω-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. υδρόβιοι οργανισμοί, υποσυνομοταξία των κοιλεντερωτών, που ζουν κυρ. σε αλμυρό νερό και σε αποικίες και διαφέρουν πολύ στη μορφή και την πολυπλοκότητα της δομής. Βλ. μέδουσα, πολύποδας. [< πβ. γαλλ. hydrozoaires, αγγλ. hydrozoa]
52828υδροηλεκτρικός, ή, ό [ὑδροηλεκτρικός] υ-δρο-η-λε-κτρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με την υδροηλεκτρική ενέργεια: ~ή: παραγωγή. ~ό: εργοστάσιο/φράγμα. ~ά: έργα. ● ΣΥΜΠΛ.: υδροηλεκτρική ενέργεια: ΦΥΣ. ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από την αξιοποίηση των τρεχούμενων νερών και των υδατοπτώσεων. ΣΥΝ. υδραυλική ενέργεια, υδροενέργεια, υδροηλεκτρισμός, υδροηλεκτρικός σταθμός βλ. σταθμός [< γαλλ. hydroélectrique, αγγλ. hydro-electric]
52829υδροηλεκτρισμός[ὑδροηλεκτρισμός] υ-δρο-η-λε-κτρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. υδροηλεκτρική ενέργεια. [< αγγλ. hydroelectricity, 1904, γαλλ. hydroélectricité, περ. 1950]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.