| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52822 | υδροδοχείο | [ὑδροδοχεῖο] υ-δρο-δο-χεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): σακίδιο με θήκη για παγούρι, που προορίζεται κυρ. για ορειβάτες ή ποδηλάτες· ειδικότ. παγούρι: ~ πλάτης.|| ~ χωρητικότητας δύο λίτρων. [< μτγν. ὑδροδοχεῖον 'δεξαμενή, στέρνα'] | |
| 52823 | υδροδυναμική | [ὑδροδυναμική] υ-δρο-δυ-να-μι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Υ): ΦΥΣ. κλάδος της υδρομηχανικής που μελετά τη ροή των ασυμπίεστων υγρών και τις δυνάμεις που ασκούνται κατά την κίνηση των σωμάτων μέσα σε αυτά. Βλ. αεροδυναμική. [< γαλλ. hydrodynamique, αγγλ. hydrodynamics] | |
| 52824 | υδροδυναμικός | , ή, ό [ὑδροδυναμικός] υ-δρο-δυ-να-μι-κός επίθ. 1. ΦΥΣ. που σχετίζεται με την υδροδυναμική: ~ή: εγκατάσταση/συμπεριφορά. ~ές: μηχανές. ~ά: έργα. 2. που είναι σχεδιασμένος, κατασκευασμένος σύμφωνα με τους νόμους της υδροδυναμικής: ~ό: σχήμα (πβ. ατρακτοειδής). [< πβ. αγγλ. hydrodynamic, γαλλ. hydrodynamique] | |
| 52825 | υδροενέργεια | [ὑδροενέργεια] υ-δρο-ε-νέρ-γει-α ουσ. (θηλ.) & υδρενέργεια: ΦΥΣ. υδροηλεκτρική ενέργεια. | |
| 52826 | υδροενεργητικός | , η, ο [ὑδροενεργητικός] υ-δρο-ε-νερ-γη-τι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υδροενεργητική ανάρτηση: ΤΕΧΝΟΛ. που αυξομειώνει το ύψος του αυτοκινήτου ανάλογα με την ταχύτητα. [< αγγλ. hydractive suspension] | |
| 52827 | υδρόζωα | [ὑδρόζωα] υ-δρό-ζω-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. υδρόβιοι οργανισμοί, υποσυνομοταξία των κοιλεντερωτών, που ζουν κυρ. σε αλμυρό νερό και σε αποικίες και διαφέρουν πολύ στη μορφή και την πολυπλοκότητα της δομής. Βλ. μέδουσα, πολύποδας. [< πβ. γαλλ. hydrozoaires, αγγλ. hydrozoa] | |
| 52828 | υδροηλεκτρικός | , ή, ό [ὑδροηλεκτρικός] υ-δρο-η-λε-κτρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με την υδροηλεκτρική ενέργεια: ~ή: παραγωγή. ~ό: εργοστάσιο/φράγμα. ~ά: έργα. ● ΣΥΜΠΛ.: υδροηλεκτρική ενέργεια: ΦΥΣ. ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από την αξιοποίηση των τρεχούμενων νερών και των υδατοπτώσεων. ΣΥΝ. υδραυλική ενέργεια, υδροενέργεια, υδροηλεκτρισμός, υδροηλεκτρικός σταθμός βλ. σταθμός [< γαλλ. hydroélectrique, αγγλ. hydro-electric] | |
| 52829 | υδροηλεκτρισμός | [ὑδροηλεκτρισμός] υ-δρο-η-λε-κτρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. υδροηλεκτρική ενέργεια. [< αγγλ. hydroelectricity, 1904, γαλλ. hydroélectricité, περ. 1950] | |
| 52830 | υδρόθειο | [ὑδρόθειο] υ-δρό-θει-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. άχρωμο, εύφλεκτο, δηλητηριώδες αέριο με πολύ δυσάρεστη οσμή, το οποίο προέρχεται από την ένωση του υδρογόνου και του θείου και χρησιμοποιείται ως αντιδραστήριο στις χημικές αναλύσεις. [< γαλλ. hydrogène sulfuré] | |
| 52831 | υδροθειούχος | , ος/α, ο [ὑδροθειοῦχος] υ-δρο-θει-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει υδρόθειο: ~ο: αμμώνιο/νάτριο. Βλ. -ούχος2. | |
| 52832 | υδροθεραπεία | [ὑδροθεραπεία] υ-δρο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): χρήση μεταλλικού ή θαλασσινού νερού για θεραπευτικούς σκοπούς: εξωτερική (βλ. καταιονισμός, λουτρό)/εσωτερική (βλ. εισπνο-, ποσι-θεραπεία)/ιαματική (πβ. θερμαλισμός) ~. Βλ. δινόλουτρο, -θεραπεία. [< γαλλ. hydrothérapie, αγγλ. hydrotherapy] | |
| 52833 | υδροθεραπευτήριο | [ὑδροθεραπευτήριο] υ-δρο-θε-ρα-πευ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος όπου γίνονται υδροθεραπείες. | |
| 52834 | υδροθεραπευτικός | , ή, ό [ὑδροθεραπευτικός] υ-δρο-θε-ρα-πευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την υδροθεραπεία: ~ό: κέντρο. [< γαλλ. hydrothérapique, αγγλ. hydrotherapeutic] | |
| 52835 | υδροθερμικός | , ή, ό [ὑδροθερμικός] υ-δρο-θερ-μι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τις ιαματικές πηγές: ~ή: δράση. ~ά: διαλύματα. [< γαλλ.-αγγλ. hydrothermal] | |
| 52836 | υδροθώρακας | [ὑδροθώρακας] υ-δρο-θώ-ρα-κας ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. συλλογή ορώδους υγρού στην υπεζωκοτική κοιλότητα. [< γαλλ.-αγγλ. hydrothorax] | |
| 52837 | υδροϊώδιο | [ὑδροϊώδιο] υ-δρο-ϊ-ώ-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. άχρωμο δηλητηριώδες αέριο με αποπνικτική μυρωδιά, το οποίο προέρχεται από τη χημική ένωση ιωδίου με υδρογόνο. [< γαλλ. iodure d'hydrogène] | |
| 52838 | υδροκεφαλία | [ὑδροκεφαλία] υ-δρο-κε-φα-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική συγκέντρωση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού στην κρανιακή κοιλότητα, λόγω ανατομικής ή λειτουργικής ανωμαλίας, η οποία εμφανίζεται κυρ. στα παιδιά και οδηγεί σε διόγκωση του κρανίου, ιδ. του μετωπιαίου οστού, σε αύξηση της ενδοκρανιακής πίεσης και καταστροφή του νευρικού ιστού. Βλ. μεγαλο-, μικρο-κεφαλία. ΣΥΝ. υδροκεφαλισμός (3) [< γαλλ. hydrocéphalie, αγγλ. hydrocephaly] | |
| 52839 | υδροκεφαλισμός | [ὑδροκεφαλισμός] υ-δρο-κε-φα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. υπέρμετρη διόγκωση ενός αστικού κέντρου σε σχέση με την περιφέρεια, κυρ. λόγω της συγκέντρωσης σε αυτό δημόσιων υπηρεσιών και επιχειρήσεων: Η αστυφιλία οδήγησε στον ~ό της πρωτεύουσας. Βλ. αποκέντρωση, αστικοποίηση. 2. υπερσυγκέντρωση αρμοδιοτήτων: ~ του κράτους. Βλ. συγκεντρωτισμός. 3. ΙΑΤΡ. υδροκεφαλία. Βλ. -ισμός. | |
| 52840 | υδροκέφαλος | , η, ο [ὑδροκέφαλος] υ-δρο-κέ-φα-λος επίθ. & υδροκεφαλικός, ή, ό 1. ΙΑΤΡ. που πάσχει από υδροκεφαλία. Βλ. -κέφαλος. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από υδροκεφαλισμό: ~ος: δήμος/οργανισμός. ~η: ανάπτυξη/διοίκηση/πόλη/πρωτεύουσα/υπηρεσία. ~ο: κράτος. [< 1: μτγν. ὑδροκέφαλος, γαλλ. hydrocéphale, αγγλ. hydrocephalic] | |
| 52841 | υδροκήλη | [ὑδροκήλη] υ-δρο-κή-λη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. συγκέντρωση μεγάλης ποσότητας ορώδους υγρού στο όσχεο. Βλ. -κήλη. [< μτγν. ὑδροκήλη, αγγλ. hydrocele, γαλλ. hydrocèle, γερμ. Hydrocele] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ