| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52830 | υδρόθειο | [ὑδρόθειο] υ-δρό-θει-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. άχρωμο, εύφλεκτο, δηλητηριώδες αέριο με πολύ δυσάρεστη οσμή, το οποίο προέρχεται από την ένωση του υδρογόνου και του θείου και χρησιμοποιείται ως αντιδραστήριο στις χημικές αναλύσεις. [< γαλλ. hydrogène sulfuré] | |
| 52831 | υδροθειούχος | , ος/α, ο [ὑδροθειοῦχος] υ-δρο-θει-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει υδρόθειο: ~ο: αμμώνιο/νάτριο. Βλ. -ούχος2. | |
| 52832 | υδροθεραπεία | [ὑδροθεραπεία] υ-δρο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): χρήση μεταλλικού ή θαλασσινού νερού για θεραπευτικούς σκοπούς: εξωτερική (βλ. καταιονισμός, λουτρό)/εσωτερική (βλ. εισπνο-, ποσι-θεραπεία)/ιαματική (πβ. θερμαλισμός) ~. Βλ. δινόλουτρο, -θεραπεία. [< γαλλ. hydrothérapie, αγγλ. hydrotherapy] | |
| 52833 | υδροθεραπευτήριο | [ὑδροθεραπευτήριο] υ-δρο-θε-ρα-πευ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος όπου γίνονται υδροθεραπείες. | |
| 52834 | υδροθεραπευτικός | , ή, ό [ὑδροθεραπευτικός] υ-δρο-θε-ρα-πευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την υδροθεραπεία: ~ό: κέντρο. [< γαλλ. hydrothérapique, αγγλ. hydrotherapeutic] | |
| 52835 | υδροθερμικός | , ή, ό [ὑδροθερμικός] υ-δρο-θερ-μι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τις ιαματικές πηγές: ~ή: δράση. ~ά: διαλύματα. [< γαλλ.-αγγλ. hydrothermal] | |
| 52836 | υδροθώρακας | [ὑδροθώρακας] υ-δρο-θώ-ρα-κας ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. συλλογή ορώδους υγρού στην υπεζωκοτική κοιλότητα. [< γαλλ.-αγγλ. hydrothorax] | |
| 52837 | υδροϊώδιο | [ὑδροϊώδιο] υ-δρο-ϊ-ώ-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. άχρωμο δηλητηριώδες αέριο με αποπνικτική μυρωδιά, το οποίο προέρχεται από τη χημική ένωση ιωδίου με υδρογόνο. [< γαλλ. iodure d'hydrogène] | |
| 52838 | υδροκεφαλία | [ὑδροκεφαλία] υ-δρο-κε-φα-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική συγκέντρωση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού στην κρανιακή κοιλότητα, λόγω ανατομικής ή λειτουργικής ανωμαλίας, η οποία εμφανίζεται κυρ. στα παιδιά και οδηγεί σε διόγκωση του κρανίου, ιδ. του μετωπιαίου οστού, σε αύξηση της ενδοκρανιακής πίεσης και καταστροφή του νευρικού ιστού. Βλ. μεγαλο-, μικρο-κεφαλία. ΣΥΝ. υδροκεφαλισμός (3) [< γαλλ. hydrocéphalie, αγγλ. hydrocephaly] | |
| 52839 | υδροκεφαλισμός | [ὑδροκεφαλισμός] υ-δρο-κε-φα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. υπέρμετρη διόγκωση ενός αστικού κέντρου σε σχέση με την περιφέρεια, κυρ. λόγω της συγκέντρωσης σε αυτό δημόσιων υπηρεσιών και επιχειρήσεων: Η αστυφιλία οδήγησε στον ~ό της πρωτεύουσας. Βλ. αποκέντρωση, αστικοποίηση. 2. υπερσυγκέντρωση αρμοδιοτήτων: ~ του κράτους. Βλ. συγκεντρωτισμός. 3. ΙΑΤΡ. υδροκεφαλία. Βλ. -ισμός. | |
| 52840 | υδροκέφαλος | , η, ο [ὑδροκέφαλος] υ-δρο-κέ-φα-λος επίθ. & υδροκεφαλικός, ή, ό 1. ΙΑΤΡ. που πάσχει από υδροκεφαλία. Βλ. -κέφαλος. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από υδροκεφαλισμό: ~ος: δήμος/οργανισμός. ~η: ανάπτυξη/διοίκηση/πόλη/πρωτεύουσα/υπηρεσία. ~ο: κράτος. [< 1: μτγν. ὑδροκέφαλος, γαλλ. hydrocéphale, αγγλ. hydrocephalic] | |
| 52841 | υδροκήλη | [ὑδροκήλη] υ-δρο-κή-λη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. συγκέντρωση μεγάλης ποσότητας ορώδους υγρού στο όσχεο. Βλ. -κήλη. [< μτγν. ὑδροκήλη, αγγλ. hydrocele, γαλλ. hydrocèle, γερμ. Hydrocele] | |
| 52842 | υδροκίνηση | [ὑδροκίνηση] υ-δρο-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. κίνηση που παράγεται από την αξιοποίηση της ροής και πτώσης των υδάτων. Βλ. ατμο-, ηλεκτρο-κίνηση. | |
| 52843 | υδροκινητήρας | [ὑδροκινητήρας] υ-δρο-κι-νη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. κινητήρας που λειτουργεί με τη δύναμη του νερού. [< αγγλ. water engine] | |
| 52844 | υδροκίνητος | , η, ο [ὑδροκίνητος] υ-δρο-κί-νη-τος επίθ. (παλαιότ.): ΤΕΧΝΟΛ. που κινείται με νερό: ~ος: μύλος. ~ο: ελαιοτριβείο. ~α: εργαστήρια/εργοστάσια. Βλ. ατμο-, ηλεκτρο-κίνητος. | |
| 52845 | υδροκινόνη | [ὑδροκινόνη] υ-δρο-κι-νό-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. λευκή κρυσταλλική ένωση (σύμβ. C6H6O2), η οποία χρησιμοποιείται κυρ. ως εμφανιστής ή ως λευκαντικός παράγοντας σε φάρμακα και καλλυντικά. Βλ. -όνη. [< αγγλ.-γαλλ. hydroquinone] | |
| 52846 | υδροκλοπή | [ὑδροκλοπή] υ-δρο-κλο-πή ουσ. (θηλ.): κλοπή ύδατος. ΣΥΝ. νεροκλοπή. | |
| 52847 | υδροκοπή | [ὑδροκοπή] υ-δρο-κο-πή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. τεχνική και κατ' επέκτ. μηχάνημα για την κοπή μετάλλων ή άλλων υλικών με την εκτόξευση νερού, που περιέχει συνήθ. ρινίσματα σιδήρου, σε υψηλή ταχύτητα και πίεση: ~ μαρμάρων/μπετόν. Βλ. υδροβολή. | |
| 52848 | υδροκορτιζόνη | [ὑδροκορτιζόνη] υ-δρο-κορ-τι-ζό-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. φαρμακευτικό ανάλογο της κορτιζόλης, που χρησιμοποιείται κυρ. ως αντιαλλεργικό και αντιφλεγμονώδες· συνεκδ. η κορτιζόλη: ένεση/λήψη/χορήγηση ~ης. Αλοιφή/κρέμα με ~.|| Τα επίπεδα/οι τιμές της ~ης στο αίμα. Βλ. -όνη. [< πβ. αγγλ. hydrocortisone, 1951, γαλλ. ~, 1959, γερμ. Ηydrokortison] | |
| 52849 | υδροκρίτης | [ὑδροκρίτης] υ-δρο-κρί-της ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΛ. σημείο ανύψωσης του εδάφους όπου διαχωρίζονται τα όμβρια ύδατα προς διαφορετικές κατευθύνσεις· κατ' επέκτ. η νοητή γραμμή που προκύπτει από τη σύνδεση των υψηλότερων σημείων μεταξύ δύο διαδοχικών λεκανών απορροής και καθορίζει τα όρια ανάμεσά τους: ανατολικός/επιφανειακός/υπόγειος ~. Βλ. κορυφογραμμή. [< γερμ. Wasserscheide] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ