Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [53340-53360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52842υδροκίνηση[ὑδροκίνηση] υ-δρο-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. κίνηση που παράγεται από την αξιοποίηση της ροής και πτώσης των υδάτων. Βλ. ατμο-, ηλεκτρο-κίνηση.
52843υδροκινητήρας[ὑδροκινητήρας] υ-δρο-κι-νη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. κινητήρας που λειτουργεί με τη δύναμη του νερού. [< αγγλ. water engine]
52844υδροκίνητος, η, ο [ὑδροκίνητος] υ-δρο-κί-νη-τος επίθ. (παλαιότ.): ΤΕΧΝΟΛ. που κινείται με νερό: ~ος: μύλος. ~ο: ελαιοτριβείο. ~α: εργαστήρια/εργοστάσια. Βλ. ατμο-, ηλεκτρο-κίνητος.
52845υδροκινόνη[ὑδροκινόνη] υ-δρο-κι-νό-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. λευκή κρυσταλλική ένωση (σύμβ. C6H6O2), η οποία χρησιμοποιείται κυρ. ως εμφανιστής ή ως λευκαντικός παράγοντας σε φάρμακα και καλλυντικά. Βλ. -όνη. [< αγγλ.-γαλλ. hydroquinone]
52846υδροκλοπή[ὑδροκλοπή] υ-δρο-κλο-πή ουσ. (θηλ.): κλοπή ύδατος. ΣΥΝ. νεροκλοπή.
52847υδροκοπή[ὑδροκοπή] υ-δρο-κο-πή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. τεχνική και κατ' επέκτ. μηχάνημα για την κοπή μετάλλων ή άλλων υλικών με την εκτόξευση νερού, που περιέχει συνήθ. ρινίσματα σιδήρου, σε υψηλή ταχύτητα και πίεση: ~ μαρμάρων/μπετόν. Βλ. υδροβολή.
52848υδροκορτιζόνη[ὑδροκορτιζόνη] υ-δρο-κορ-τι-ζό-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. φαρμακευτικό ανάλογο της κορτιζόλης, που χρησιμοποιείται κυρ. ως αντιαλλεργικό και αντιφλεγμονώδες· συνεκδ. η κορτιζόλη: ένεση/λήψη/χορήγηση ~ης. Αλοιφή/κρέμα με ~.|| Τα επίπεδα/οι τιμές της ~ης στο αίμα. Βλ. -όνη. [< πβ. αγγλ. hydrocortisone, 1951, γαλλ. ~, 1959, γερμ. Ηydrokortison]
52849υδροκρίτης[ὑδροκρίτης] υ-δρο-κρί-της ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΛ. σημείο ανύψωσης του εδάφους όπου διαχωρίζονται τα όμβρια ύδατα προς διαφορετικές κατευθύνσεις· κατ' επέκτ. η νοητή γραμμή που προκύπτει από τη σύνδεση των υψηλότερων σημείων μεταξύ δύο διαδοχικών λεκανών απορροής και καθορίζει τα όρια ανάμεσά τους: ανατολικός/επιφανειακός/υπόγειος ~. Βλ. κορυφογραμμή. [< γερμ. Wasserscheide]
52850υδροκυανικός, ή, ό [ὑδροκυανικός] υ-δρο-κυ-α-νι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υδροκυανικό οξύ: ΧΗΜ. υδατικό διάλυμα του υδροκυανίου. [< γαλλ. acide cyanhydrique, αγγλ. hydrocyanic acid]
52851υδροκυάνιο[ὑδροκυάνιο] υ-δρο-κυ-ά-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. άχρωμο, πτητικό και εξαιρετικά δηλητηριώδες υγρό (σύμβ. HCN): κάψουλα ~ίου. Βλ. κυανίδιο. [< αγγλ. hydrogen cyanide]
52852υδρολήπτης[ὑδρολήπτης] υ-δρο-λή-πτης ουσ. (αρσ.) (επίσ.): αυτός που εφοδιάζεται με νερό, συνήθ. από δίκτυο ύδρευσης. Βλ. -λήπτης.
52853υδροληψία[ὑδροληψία] υ-δρο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.) 1. λήψη νερού συνήθ. από δεξαμενές, υδραγωγεία ή γεωτρήσεις· συνεκδ. η εγκατάσταση, το σημείο από όπου γίνεται η λήψη: πηγή/πίνακες/φράγμα ~ας.|| Η έκταση αρδεύεται από την ~ του χωριού. Βλ. καναντέρ, -ληψία. 2. ΤΕΧΝΟΛ. υδροστόμιο: ~ες άρδευσης.
52854υδρολίπανση[ὑδρολίπανση] υ-δρο-λί-παν-ση ουσ. (θηλ.): προσθήκη υδατοδιαλυτών λιπασμάτων στο νερό άρδευσης, προκειμένου να ενισχυθεί η γονιμότητα του εδάφους.
52855υδρολίσθηση[ὑδρολίσθηση] υ-δρο-λί-σθη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ολίσθηση οχήματος, όταν κινείται σε βρεγμένο οδόστρωμα, επειδή μειώνεται η πρόσφυση των ελαστικών.
52856υδρολογία[ὑδρολογία] υ-δρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΛ. κλάδος που μελετά τις ιδιότητες, την κυκλοφορία και την κατανομή του νερού πάνω και κάτω από την επιφάνεια της Γης και στην ατμόσφαιρα: τεχνική ~.|| ~ μιας περιοχής (: η ποσότητα των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων). 2. ΙΑΤΡ. κλάδος που μελετά τις θεραπευτικές ιδιότητες των υδάτων. Βλ. -λογία. [< γαλλ. hydrologie, αγγλ. hydrology]
52857υδρολογικός, ή, ό [ὑδρολογικός] υ-δρο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με την υδρολογία: ~ός: κύκλος (= κύκλος του νερού). ~ή: ανάλυση. ~ό: δίκτυο/σύστημα. Βλ. υδρογραφικός. ● ΣΥΜΠΛ.: υδρολογικό έτος: χρονικό διάστημα (από την πρώτη Οκτωβρίου ως τις δεκαπέντε Απριλίου) σε σχέση με το ποσοστό των βροχοπτώσεων που σημειώνονται μέσα σε αυτό., λεκάνη απορροής βλ. λεκάνη, υδρολογικό ισοζύγιο βλ. ισοζύγιο [< γαλλ. hydrologique, αγγλ. hydrologic(al)]
52858υδρολόγος[ὑδρολόγος] υ-δρο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στην υδρολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. hydrologue, αγγλ. hydrologist]
52859υδρόλυση[ὑδρόλυση] υ-δρό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. διαδικασία διάσπασης μιας χημικής ένωσης σε δύο ή περισσότερες απλούστερες ουσίες με την επίδραση του νερού: αλκαλική/ενζυμική/μερική/όξινη ~. ~ του αμύλου. Βλ. πρωτεόλυση. [< γαλλ. hydrolyse, αγγλ. hydrolysis, γερμ. Hydrolyse]
52860υδρολυτικός, ή, ό [ὑδρολυτικός] υ-δρο-λυ-τι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με την υδρόλυση ή προκύπτει από αυτή: ~ή: διάσπαση/δράση. ~ά: ένζυμα. [< πβ. αγγλ. hydrolytic, γαλλ. hydrolytique, γερμ. hydrolytische]
52861υδρολύω[ὑδρολύω] υ-δρο-λύ-ω ρ. (μτβ.) {υδρολύ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, κυρ. στο γ' πρόσ.}: ΧΗΜ. υποβάλλω μια χημική ένωση σε υδρόλυση: Η κρεατινίνη ~εται σε κρεατίνη. Οι μονοσακχαρίτες δεν ~ονται σε απλούστερες μορφές. ~μένη: πρωτεΐνη. [< πβ. γαλλ. hydrolyser, αγγλ. hydrolyze]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.