Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [53360-53380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52862υδρομαντεία[ὑδρομαντεία] υ-δρο-μα-ντεί-α ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. μαντεία η οποία βασιζόταν στην παρατήρηση του νερού. Βλ. -μαντεία. [< μτγν. ὑδρομαντεία, γαλλ. hydromancie, αγγλ. hydromancy]
52863υδρομασάζ[ὑδρομασάζ] υ-δρο-μα-σάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μασάζ που γίνεται με την εκτόξευση νερού με πίεση πάνω στο σώμα και (κυρ. συνεκδ.) η υποδομή που απαιτείται: Κάνω ~.|| Συσκευή/σύστημα ~. Μπανιέρα/καμπίνες/στήλες ~. Γυμναστήριο/μπάνιο/ξενοδοχείο/πισίνα με ~. Πβ. δινόλουτρο, τζακούζι. Βλ. σάουνα, σπα, χαμάμ. [< αμερικ. hydromassage, 1940, γαλλ. ~, 1990]
52864υδρομάστευση[ὑδρομάστευση] υ-δρο-μά-στευ-ση ουσ. (θηλ.): κατασκευαστικό έργο για τη συλλογή, μεταφορά και αξιοποίηση των υπόγειων υδάτων μιας περιοχής: ~ πηγών.
52865υδρόμελο[ὑδρόμελο] υ-δρό-με-λο ουσ. (ουδ.) & υδρόμελι & υδρομέλι: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλκοολούχο ποτό που προκύπτει από τη ζύμωση μελιού με νερό. Βλ. -μελο. [< μτγν. ὑδρόμελι, γαλλ.-αγγλ. hydromel]
52866υδρομεταλλουργία[ὑδρομεταλλουργία] υ-δρο-με-ταλ-λουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. η διαδικασία εξαγωγής μετάλλων από τα μεταλλεύματά τους με τη βοήθεια υδατικού διαλύματος: ~ ψευδαργύρου. [< αγγλ. hydrometallurgy]
52867υδρομετέωρα[ὑδρομετέωρα] υ-δρο-με-τέ-ω-ρα ουσ. (ουδ.) (τα): ΜΕΤΕΩΡ. κατακρημνίσματα που δημιουργούνται λόγω της συμπύκνωσης των υδρατμών της ατμόσφαιρας. Πβ. υετός. [< πβ. γαλλ. hydrométéores, αγγλ. hydrometeors]
52868υδρομετεωρολογία[ὑδρομετεωρολογία] υ-δρο-με-τε-ω-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. κλάδος που μελετά την εμφάνιση, την κίνηση και τις αλλαγές της κατάστασης του νερού της ατμόσφαιρας. [< πβ. αγγλ. hydrometeorology, γαλλ. hydrométéorologie]
52869υδρομετεωρολογικός, ή, ό [ὑδρομετεωρολογικός] υ-δρο-με-τε-ω-ρο-λο-γι-κός επίθ.: ΜΕΤΕΩΡ. που σχετίζεται με την υδρομετεωρολογία: ~ός: σταθμός. ~ές: συνθήκες. [< αγγλ. hydrometeorological, γαλλ. hydrometeorologique, γερμ. hydrometeorologisch]
52870υδρομέτρηση[ὑδρομέτρηση] υ-δρο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): μέτρηση της παροχής και στάθμης της ροής σε υδατόρευμα, λεκάνη απορροής, αγωγό ή κατασκευή για τη συγκέντρωση υδάτων. Βλ. -μέτρηση.
52871υδρομετρητής[ὑδρομετρητής] υ-δρο-με-τρη-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. υδρόμετρο. Βλ. -μετρητής.
52872υδρομετρία[ὑδρομετρία] υ-δρο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. κλάδος της υδρολογίας που έχει ως αντικείμενο τις φυσικές ιδιότητες των υγρών και τη μέτρηση και ανάλυση της παροχής επιφανειακών και υπόγειων υδάτων. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. hydrométrie, αγγλ. hydrometry]
52873υδρομετρικός, ή, ό [ὑδρομετρικός] υ-δρο-με-τρι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με την υδρομετρία: ~ός: σταθμός. [< πβ. γαλλ. hydrométrique, αγγλ. hydrometric]
52874υδρόμετρο[ὑδρόμετρο] υ-δρό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης της ποσότητας νερού που καταναλώνεται σε ένα κτίσμα ή τεμάχιο γης. Βλ. -μετρο. ΣΥΝ. υδρομετρητής [< γαλλ. hydromètre, αγγλ. hydrometer]
52875υδρομηχανική[ὑδρομηχανική] υ-δρο-μη-χα-νι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Υ): ΦΥΣ. η μελέτη της μηχανικής των ρευστών και των νόμων που διέπουν την ισορροπία και την κίνησή τους. Βλ. αερο-, ρευστο-μηχανική, υδρο-δυναμική, -στατική. [< γαλλ. hydromécanique, αγγλ. hydromechanics]
52876υδρόμυλος[ὑδρόμυλος] υ-δρό-μυ-λος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): νερόμυλος. Βλ. ανεμόμυλος. [< μτγν. ὑδρόμυλος]
52877υδρονέφρωση[ὑδρονέφρωση] υ-δρο-νέ-φρω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διάταση της νεφρικής πυέλου και των νεφρικών καλύκων, που οφείλεται στην κατακράτηση ούρων λόγω απόφραξης του ουρητήρα: ήπια/προγεννητική/συγγενής ~. [< γαλλ. hydronéphrose, αγγλ. hydronephrosis]
52878υδρονέφωση[ὑδρονέφωση] υ-δρο-νέ-φω-ση ουσ. (θηλ.): σύστημα ποτίσματος ή δροσισμού με ελεγχόμενο ψεκασμό συνήθ. νερού: ανεμιστήρας ~ης. Βλ. καταιονισμός. [< αγγλ. mist propagation, 1961]
52879υδρονομέας[ὑδρονομέας] υ-δρο-νο-μέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): υπάλληλος υπεύθυνος κυρ. για τη διανομή των αρδευτικών υδάτων, τη φύλαξη και προστασία των αρδευτικών έργων.
52880υδρονομία[ὑδρονομία] υ-δρο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): σύνολο ενεργειών για τη διευθέτηση των υδατορευμάτων με σκοπό την πρόληψη πλημμυρών: ορεινή ~. Βλ. -νομία.
52881υδρονομικός, ή, ό [ὑδρονομικός] υ-δρο-νο-μι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την υδρονομία: ~ά: έργα/όργανα (= υδρονομείς).

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.