| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52850 | υδροκυανικός | , ή, ό [ὑδροκυανικός] υ-δρο-κυ-α-νι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υδροκυανικό οξύ: ΧΗΜ. υδατικό διάλυμα του υδροκυανίου. [< γαλλ. acide cyanhydrique, αγγλ. hydrocyanic acid] | |
| 52851 | υδροκυάνιο | [ὑδροκυάνιο] υ-δρο-κυ-ά-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. άχρωμο, πτητικό και εξαιρετικά δηλητηριώδες υγρό (σύμβ. HCN): κάψουλα ~ίου. Βλ. κυανίδιο. [< αγγλ. hydrogen cyanide] | |
| 52852 | υδρολήπτης | [ὑδρολήπτης] υ-δρο-λή-πτης ουσ. (αρσ.) (επίσ.): αυτός που εφοδιάζεται με νερό, συνήθ. από δίκτυο ύδρευσης. Βλ. -λήπτης. | |
| 52853 | υδροληψία | [ὑδροληψία] υ-δρο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.) 1. λήψη νερού συνήθ. από δεξαμενές, υδραγωγεία ή γεωτρήσεις· συνεκδ. η εγκατάσταση, το σημείο από όπου γίνεται η λήψη: πηγή/πίνακες/φράγμα ~ας.|| Η έκταση αρδεύεται από την ~ του χωριού. Βλ. καναντέρ, -ληψία. 2. ΤΕΧΝΟΛ. υδροστόμιο: ~ες άρδευσης. | |
| 52854 | υδρολίπανση | [ὑδρολίπανση] υ-δρο-λί-παν-ση ουσ. (θηλ.): προσθήκη υδατοδιαλυτών λιπασμάτων στο νερό άρδευσης, προκειμένου να ενισχυθεί η γονιμότητα του εδάφους. | |
| 52855 | υδρολίσθηση | [ὑδρολίσθηση] υ-δρο-λί-σθη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ολίσθηση οχήματος, όταν κινείται σε βρεγμένο οδόστρωμα, επειδή μειώνεται η πρόσφυση των ελαστικών. | |
| 52856 | υδρολογία | [ὑδρολογία] υ-δρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΛ. κλάδος που μελετά τις ιδιότητες, την κυκλοφορία και την κατανομή του νερού πάνω και κάτω από την επιφάνεια της Γης και στην ατμόσφαιρα: τεχνική ~.|| ~ μιας περιοχής (: η ποσότητα των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων). 2. ΙΑΤΡ. κλάδος που μελετά τις θεραπευτικές ιδιότητες των υδάτων. Βλ. -λογία. [< γαλλ. hydrologie, αγγλ. hydrology] | |
| 52857 | υδρολογικός | , ή, ό [ὑδρολογικός] υ-δρο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με την υδρολογία: ~ός: κύκλος (= κύκλος του νερού). ~ή: ανάλυση. ~ό: δίκτυο/σύστημα. Βλ. υδρογραφικός. ● ΣΥΜΠΛ.: υδρολογικό έτος: χρονικό διάστημα (από την πρώτη Οκτωβρίου ως τις δεκαπέντε Απριλίου) σε σχέση με το ποσοστό των βροχοπτώσεων που σημειώνονται μέσα σε αυτό., λεκάνη απορροής βλ. λεκάνη, υδρολογικό ισοζύγιο βλ. ισοζύγιο [< γαλλ. hydrologique, αγγλ. hydrologic(al)] | |
| 52858 | υδρολόγος | [ὑδρολόγος] υ-δρο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στην υδρολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. hydrologue, αγγλ. hydrologist] | |
| 52859 | υδρόλυση | [ὑδρόλυση] υ-δρό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. διαδικασία διάσπασης μιας χημικής ένωσης σε δύο ή περισσότερες απλούστερες ουσίες με την επίδραση του νερού: αλκαλική/ενζυμική/μερική/όξινη ~. ~ του αμύλου. Βλ. πρωτεόλυση. [< γαλλ. hydrolyse, αγγλ. hydrolysis, γερμ. Hydrolyse] | |
| 52860 | υδρολυτικός | , ή, ό [ὑδρολυτικός] υ-δρο-λυ-τι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με την υδρόλυση ή προκύπτει από αυτή: ~ή: διάσπαση/δράση. ~ά: ένζυμα. [< πβ. αγγλ. hydrolytic, γαλλ. hydrolytique, γερμ. hydrolytische] | |
| 52861 | υδρολύω | [ὑδρολύω] υ-δρο-λύ-ω ρ. (μτβ.) {υδρολύ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, κυρ. στο γ' πρόσ.}: ΧΗΜ. υποβάλλω μια χημική ένωση σε υδρόλυση: Η κρεατινίνη ~εται σε κρεατίνη. Οι μονοσακχαρίτες δεν ~ονται σε απλούστερες μορφές. ~μένη: πρωτεΐνη. [< πβ. γαλλ. hydrolyser, αγγλ. hydrolyze] | |
| 52862 | υδρομαντεία | [ὑδρομαντεία] υ-δρο-μα-ντεί-α ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. μαντεία η οποία βασιζόταν στην παρατήρηση του νερού. Βλ. -μαντεία. [< μτγν. ὑδρομαντεία, γαλλ. hydromancie, αγγλ. hydromancy] | |
| 52863 | υδρομασάζ | [ὑδρομασάζ] υ-δρο-μα-σάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μασάζ που γίνεται με την εκτόξευση νερού με πίεση πάνω στο σώμα και (κυρ. συνεκδ.) η υποδομή που απαιτείται: Κάνω ~.|| Συσκευή/σύστημα ~. Μπανιέρα/καμπίνες/στήλες ~. Γυμναστήριο/μπάνιο/ξενοδοχείο/πισίνα με ~. Πβ. δινόλουτρο, τζακούζι. Βλ. σάουνα, σπα, χαμάμ. [< αμερικ. hydromassage, 1940, γαλλ. ~, 1990] | |
| 52864 | υδρομάστευση | [ὑδρομάστευση] υ-δρο-μά-στευ-ση ουσ. (θηλ.): κατασκευαστικό έργο για τη συλλογή, μεταφορά και αξιοποίηση των υπόγειων υδάτων μιας περιοχής: ~ πηγών. | |
| 52865 | υδρόμελο | [ὑδρόμελο] υ-δρό-με-λο ουσ. (ουδ.) & υδρόμελι & υδρομέλι: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλκοολούχο ποτό που προκύπτει από τη ζύμωση μελιού με νερό. Βλ. -μελο. [< μτγν. ὑδρόμελι, γαλλ.-αγγλ. hydromel] | |
| 52866 | υδρομεταλλουργία | [ὑδρομεταλλουργία] υ-δρο-με-ταλ-λουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. η διαδικασία εξαγωγής μετάλλων από τα μεταλλεύματά τους με τη βοήθεια υδατικού διαλύματος: ~ ψευδαργύρου. [< αγγλ. hydrometallurgy] | |
| 52867 | υδρομετέωρα | [ὑδρομετέωρα] υ-δρο-με-τέ-ω-ρα ουσ. (ουδ.) (τα): ΜΕΤΕΩΡ. κατακρημνίσματα που δημιουργούνται λόγω της συμπύκνωσης των υδρατμών της ατμόσφαιρας. Πβ. υετός. [< πβ. γαλλ. hydrométéores, αγγλ. hydrometeors] | |
| 52868 | υδρομετεωρολογία | [ὑδρομετεωρολογία] υ-δρο-με-τε-ω-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. κλάδος που μελετά την εμφάνιση, την κίνηση και τις αλλαγές της κατάστασης του νερού της ατμόσφαιρας. [< πβ. αγγλ. hydrometeorology, γαλλ. hydrométéorologie] | |
| 52869 | υδρομετεωρολογικός | , ή, ό [ὑδρομετεωρολογικός] υ-δρο-με-τε-ω-ρο-λο-γι-κός επίθ.: ΜΕΤΕΩΡ. που σχετίζεται με την υδρομετεωρολογία: ~ός: σταθμός. ~ές: συνθήκες. [< αγγλ. hydrometeorological, γαλλ. hydrometeorologique, γερμ. hydrometeorologisch] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ