Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5320-5340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4392αντιβαρύτητα[ἀντιβαρύτητα] α-ντι-βα-ρύ-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. υποθετική δύναμη που εξουδετερώνει τα αποτελέσματα της βαρύτητας. Βλ. θεωρία της σχετικότητας. [< αγγλ. antigravity, 1949, γαλλ. antigravitation, περ. 1950]
4393αντιβαρυτικός, ή, ό [ἀντιβαρυτικός] α-ντι-βα-ρυ-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που αναφέρεται στην αντιβαρύτητα: ~ές: δυνάμεις (βλ. σκοτεινή ενέργεια). [< αγγλ. antigravity, 1944, γαλλ. antigravitationnel, περ. 1950]
4394αντιβασιλέας[ἀντιβασιλέας] α-ντι-βα-σι-λέ-ας ουσ. (αρσ.) & αντιβασιλιάς & (λόγ.) αντιβασιλεύς: ΠΟΛΙΤ.-ΙΣΤ. πρόσωπο που ασκεί νόμιμα τα βασιλικά καθήκοντα, συνήθ. λόγω ανηλικότητας, απουσίας ή θανάτου του βασιλιά. [< μτγν. ἀντιβασιλεύς]
4395αντιβασιλεία[ἀντιβασιλεία] α-ντι-βα-σι-λεί-α ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. -ΙΣΤ. η εξουσία του αντιβασιλιά, το σύνολο των προσώπων που την ασκεί και το χρονικό διάστημα άσκησής της. [< γαλλ. vice-royauté ]
4396αντιβασιλικός, ή, ό [ἀντιβασιλικός] α-ντι-βα-σι-λι-κός επίθ. (παλαιότ.): που αντιτίθεται στον βασιλιά ή τον θεσμό της βασιλείας. Πβ. αντιμοναρχικός. Βλ. βενιζελικός. ΑΝΤ. βασιλικός (3), βασιλόφρων, φιλοβασιλικός [< γαλλ. antiroyaliste, αγγλ. antiroyalist]
4397αντιβενιζελικός, ή, ό [ἀντιβενιζελικός] α-ντι-βε-νι-ζε-λι-κός επίθ. ΙΣΤ.-ΠΟΛΙΤ.: που ήταν αντίθετος στον Ελευθέριο Βενιζέλο και το κόμμα του: (ως ουσ.) διχασμός βενιζελικών-~ών. Πβ. βασιλικός.
4398αντιβηχικός, ή, ό [ἀντιβηχικός] α-ντι-βη-χι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που θεραπεύει τον βήχα ή ανακουφίζει από αυτόν: ~ή: δράση. ~ό: βότανο/σιρόπι. ~ές: ιδιότητες. ~ά και αποχρεμπτικά φάρμακα.|| (ως ουσ.) Χορήγηση ~ών (βλ. κωδεΐνη). [< πβ. αγγλ. antitussive, περ. 1909, γαλλ. antitussif, 1970]
4399αντιβία[ἀντιβία] α-ντι-βί-α ουσ. (θηλ.): άσκηση βίας ως απάντηση ή αντίδραση σε βίαιες ενέργειες. [< αγγλ. counterviolence]
4400αντιβιόγραμμα[ἀντιβιόγραμμα] α-ντι-βι-ό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μικροβιολογική εξέταση που προσδιορίζει σε ποια αντιβιοτικά είναι ευαίσθητο ή ανθεκτικό ορισμένο βακτήριο (το οποίο ανιχνεύθηκε σε ασθενή). [< γαλλ. antibiogramme, 1960, αγγλ. antibiogram]
4401αντιβιοτικό[ἀντιβιοτικό] α-ντι-βι-ο-τι-κό ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. ΦΑΡΜΑΚ. ουσία που παράγεται από προϊόντα μεταβολισμού μικροοργανισμών ή συνθετικά και μπορεί να επιβραδύνει ή να αναστείλει την ανάπτυξη παθογόνων μικροβίων, προσφέροντας προστασία κυρ. εναντίον των λοιμώξεων· το αντίστοιχο φάρμακο: ενδοφλέβια/ισχυρά/τοπικά ~ά. ~ ευρέος φάσματος. Αλλεργία/ανθεκτικότητα στα ~ά. Βλ. αντιπυρετικό, εμβόλιο, ερυθρο-, στρεπτο-μυκίνη, πενικιλίνη. ΣΥΝ. αντιβίωση 2. ΠΛΗΡΟΦ. αντιιός, αντιβάιρους. [< 1: αγγλ. antibiotic, 1943, γαλλ. antibiotique 2: αγγλ. antivirus, 1988, γαλλ. ~, 1989]
4402αντιβιοτικός, ή, ό [ἀντιβιοτικός] α-ντι-βι-ο-τι-κός επίθ. 1. ΦΑΡΜΑΚ. που σχετίζεται με τα αντιβιοτικά ή την αντιβίωση: ~ή: αγωγή/αλοιφή/δράση/θεραπεία. ~ό: φάρμακο (= το ~ό). Βλ. αντι-μικροβιακός, -μυκητιασικός. 2. ΠΛΗΡΟΦ. που αναφέρεται στο αντιβιοτικό του υπολογιστή: ~ό: λογισμικό/πρόγραμμα. [< 1: αγγλ. antibiotic, γαλλ. antibiotique 2: αγγλ. antivirus (software), 1988]
4403αντιβίωση[ἀντιβίωση] α-ντι-βί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτική αγωγή με χρήση αντιβιοτικών και κυρ. το ίδιο το φάρμακο: προληπτική/προφυλακτική ~ (= χημειοπροφύλαξη). Πβ. βιοθεραπεία.|| Ενδοφλέβια/ενέσιμη/ισχυρή/τοπική ~. Πβ. αντιβιοτικό. [< αγγλ. antibiosis, γαλλ. antibiose]
4404αντιβολή[ἀντιβολή] α-ντι-βο-λή ουσ. (θηλ.): ΠΑΛΑΙΟΓΡ. αντιπαραβολή των διασωθέντων χειρογράφων ενός έργου, με σκοπό τη διαπίστωση των μεταξύ τους σχέσεων. Σε ~ με το πρωτότυπο. [< μτγν. ἀντιβολή]
4405αντιβουίζει[ἀντιβουίζει] α-ντι-βου-ί-ζει ρ. (αμτβ.) {αντιβούιξε} & (σπάν.) αντιβοά (λαϊκό-λογοτ.): (αντ)ηχεί, αντιλαλεί.
4406αντιβραβείο[ἀντιβραβεῖο] α-ντι-βρα-βεί-ο ουσ. (ουδ.): βραβείο που απονέμεται, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, σε κάποιον για τη χειρότερη επίδοση σε ορισμένο τομέα, συνήθ. καλλιτεχνικό. Βλ. αντι-όσκαρ. [< γαλλ. anti-prix]
4407αντιβράχιο[ἀντιβράχιο] α-ντι-βρά-χι-ο ουσ. (ουδ.) {αντιβραχί-ου} 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. το τμήμα του χεριού μεταξύ αγκώνα και καρπού: αριστερό/δεξί ~. Κάταγμα/νάρθηκας ~ου. Τα οστά του ~ου (βλ. κερκίδα, ωλένη). Βλ. βραχίονας. ΣΥΝ. πήχης (3) 2. ΖΩΟΛ. το αντίστοιχο τμήμα στο πρόσθιο άκρο των ζώων. 3. {συνήθ. στον πληθ.} (επίσ.) μέρος αναδιπλούμενης κλίνης: ρυθμιζόμενα ~α. [< γαλλ. avant-bras]
4408αντιβραχίονας[ἀντιβραχίονας] α-ντι-βρα-χί-ο-νας ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. αντιβράχιο. [< γαλλ. avant-bras]
4409αντιγήρανση[ἀντιγήρανση] α-ντι-γή-ραν-ση ουσ. (θηλ.): καθυστέρηση της γήρανσης του δέρματος, συνήθ. με συγκεκριμένα προϊόντα, αισθητικές παρεμβάσεις ή διατροφικούς κανόνες: ~ προσώπου. Kρέμες ~ης.
4410αντιγηραντικός, ή, ό [ἀντιγηραντικός] α-ντι-γη-ρα-ντι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στην ή σχετίζεται με την πρόληψη ή τον περιορισμό της διαδικασίας της γήρανσης: ~ή: θεραπεία/ιατρική/μάσκα (προσώπου)/περιποίηση (χεριών). ~ά: καλλυντικά. Αντηλιακή και ~ή προστασία. Κρέμα σώματος με ~ή δράση.|| (ως ουσ.) Ισχυρό ~ό (ενν. προϊόν). Βλ. αντιρυτιδικός. [< αγγλ. antiaging, 1943, γαλλ. anti-âge, περ. 1985]
4411αντιγνωμία[ἀντιγνωμία] α-ντι-γνω-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διατύπωση διαφορετικής άποψης σχετικά με ένα θέμα: ~ μεταξύ των νομικών. Διαπληκτισμοί/τριβές και ~ες. Πβ. διαφωνία, διχογνωμία.|| Κάθε ~ καταπνίγεται (= αντίθετη γνώμη). Βλ. ασυμφωνία. ΑΝΤ. ομοφωνία (1), συμφωνία (3)

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.