Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5320-5340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4400αντιβιόγραμμα[ἀντιβιόγραμμα] α-ντι-βι-ό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μικροβιολογική εξέταση που προσδιορίζει σε ποια αντιβιοτικά είναι ευαίσθητο ή ανθεκτικό ορισμένο βακτήριο (το οποίο ανιχνεύθηκε σε ασθενή). [< γαλλ. antibiogramme, 1960, αγγλ. antibiogram]
4401αντιβιοτικό[ἀντιβιοτικό] α-ντι-βι-ο-τι-κό ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. ΦΑΡΜΑΚ. ουσία που παράγεται από προϊόντα μεταβολισμού μικροοργανισμών ή συνθετικά και μπορεί να επιβραδύνει ή να αναστείλει την ανάπτυξη παθογόνων μικροβίων, προσφέροντας προστασία κυρ. εναντίον των λοιμώξεων· το αντίστοιχο φάρμακο: ενδοφλέβια/ισχυρά/τοπικά ~ά. ~ ευρέος φάσματος. Αλλεργία/ανθεκτικότητα στα ~ά. Βλ. αντιπυρετικό, εμβόλιο, ερυθρο-, στρεπτο-μυκίνη, πενικιλίνη. ΣΥΝ. αντιβίωση 2. ΠΛΗΡΟΦ. αντιιός, αντιβάιρους. [< 1: αγγλ. antibiotic, 1943, γαλλ. antibiotique 2: αγγλ. antivirus, 1988, γαλλ. ~, 1989]
4402αντιβιοτικός, ή, ό [ἀντιβιοτικός] α-ντι-βι-ο-τι-κός επίθ. 1. ΦΑΡΜΑΚ. που σχετίζεται με τα αντιβιοτικά ή την αντιβίωση: ~ή: αγωγή/αλοιφή/δράση/θεραπεία. ~ό: φάρμακο (= το ~ό). Βλ. αντι-μικροβιακός, -μυκητιασικός. 2. ΠΛΗΡΟΦ. που αναφέρεται στο αντιβιοτικό του υπολογιστή: ~ό: λογισμικό/πρόγραμμα. [< 1: αγγλ. antibiotic, γαλλ. antibiotique 2: αγγλ. antivirus (software), 1988]
4403αντιβίωση[ἀντιβίωση] α-ντι-βί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτική αγωγή με χρήση αντιβιοτικών και κυρ. το ίδιο το φάρμακο: προληπτική/προφυλακτική ~ (= χημειοπροφύλαξη). Πβ. βιοθεραπεία.|| Ενδοφλέβια/ενέσιμη/ισχυρή/τοπική ~. Πβ. αντιβιοτικό. [< αγγλ. antibiosis, γαλλ. antibiose]
4404αντιβολή[ἀντιβολή] α-ντι-βο-λή ουσ. (θηλ.): ΠΑΛΑΙΟΓΡ. αντιπαραβολή των διασωθέντων χειρογράφων ενός έργου, με σκοπό τη διαπίστωση των μεταξύ τους σχέσεων. Σε ~ με το πρωτότυπο. [< μτγν. ἀντιβολή]
4405αντιβουίζει[ἀντιβουίζει] α-ντι-βου-ί-ζει ρ. (αμτβ.) {αντιβούιξε} & (σπάν.) αντιβοά (λαϊκό-λογοτ.): (αντ)ηχεί, αντιλαλεί.
4406αντιβραβείο[ἀντιβραβεῖο] α-ντι-βρα-βεί-ο ουσ. (ουδ.): βραβείο που απονέμεται, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, σε κάποιον για τη χειρότερη επίδοση σε ορισμένο τομέα, συνήθ. καλλιτεχνικό. Βλ. αντι-όσκαρ. [< γαλλ. anti-prix]
4407αντιβράχιο[ἀντιβράχιο] α-ντι-βρά-χι-ο ουσ. (ουδ.) {αντιβραχί-ου} 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. το τμήμα του χεριού μεταξύ αγκώνα και καρπού: αριστερό/δεξί ~. Κάταγμα/νάρθηκας ~ου. Τα οστά του ~ου (βλ. κερκίδα, ωλένη). Βλ. βραχίονας. ΣΥΝ. πήχης (3) 2. ΖΩΟΛ. το αντίστοιχο τμήμα στο πρόσθιο άκρο των ζώων. 3. {συνήθ. στον πληθ.} (επίσ.) μέρος αναδιπλούμενης κλίνης: ρυθμιζόμενα ~α. [< γαλλ. avant-bras]
4408αντιβραχίονας[ἀντιβραχίονας] α-ντι-βρα-χί-ο-νας ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. αντιβράχιο. [< γαλλ. avant-bras]
4409αντιγήρανση[ἀντιγήρανση] α-ντι-γή-ραν-ση ουσ. (θηλ.): καθυστέρηση της γήρανσης του δέρματος, συνήθ. με συγκεκριμένα προϊόντα, αισθητικές παρεμβάσεις ή διατροφικούς κανόνες: ~ προσώπου. Kρέμες ~ης.
4410αντιγηραντικός, ή, ό [ἀντιγηραντικός] α-ντι-γη-ρα-ντι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στην ή σχετίζεται με την πρόληψη ή τον περιορισμό της διαδικασίας της γήρανσης: ~ή: θεραπεία/ιατρική/μάσκα (προσώπου)/περιποίηση (χεριών). ~ά: καλλυντικά. Αντηλιακή και ~ή προστασία. Κρέμα σώματος με ~ή δράση.|| (ως ουσ.) Ισχυρό ~ό (ενν. προϊόν). Βλ. αντιρυτιδικός. [< αγγλ. antiaging, 1943, γαλλ. anti-âge, περ. 1985]
4411αντιγνωμία[ἀντιγνωμία] α-ντι-γνω-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διατύπωση διαφορετικής άποψης σχετικά με ένα θέμα: ~ μεταξύ των νομικών. Διαπληκτισμοί/τριβές και ~ες. Πβ. διαφωνία, διχογνωμία.|| Κάθε ~ καταπνίγεται (= αντίθετη γνώμη). Βλ. ασυμφωνία. ΑΝΤ. ομοφωνία (1), συμφωνία (3)
4412αντιγονικός, ή, ό [ἀντιγονικός] α-ντι-γο-νι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα αντιγόνα: ~ός: ερεθισμός. ~ή: πρωτεΐνη. ~οί: τύποι (ιού). ~ά: πεπτίδια. ● επίρρ.: αντιγονικά ● ΣΥΜΠΛ.: αντιγονικός καθοριστής βλ. καθοριστής [< πβ. μτγν. ἀντιγονικός 'που ανήκει στον Αντίγονο', γαλλ. antigénique, 1904, αγγλ. antigenic, 1913]
4413αντιγονικότητα[ἀντιγονικότητα] α-ντι-γο-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ικανότητα διέγερσης της παραγωγής αντισωμάτων: ~ της ινσουλίνης. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. antigenicity, 1946]
4414αντιγόνο[ἀντιγόνο] α-ντι-γό-νο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κάθε ουσία η οποία, όταν εισαχθεί σε ζωντανό οργανισμό, προκαλεί παραγωγή αντισωμάτων: επιφανειακό/ομόλογο ~. Ενδογενή/εξωγενή/καρκινικά/μικροβιακά ~α. Αλληλεπίδραση/αντίδραση ~ου-αντισώματος. ~α ιστοσυμβατότητας/των ομάδων αίματος. Βλ. αυτο~. ● ΣΥΜΠΛ.: αυστραλιανό αντιγόνο: ΙΑΤΡ. αυτό που σχετίζεται με την ηπατίτιδα Β., Ειδικό Προστατικό Αντιγόνο: ΙΑΤΡ. πρωτεάση που παράγεται αποκλειστικά από τα επιθηλιακά κύτταρα του προστάτη και θεωρείται ένδειξη για διάγνωση καρκίνου στον αδένα αυτόν. Βλ. καρκινικός δείκτης. [< αγγλ. prostate-specific antigen (PSA), 1981] [< γαλλ. antigène, 1904, αγγλ. antigen, 1908]
4415αντιγραμματικός, ή, ό [ἀντιγραμματικός] α-ντι-γραμ-μα-τι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που δεν είναι γραμματικά αποδεκτός: ~ός: τύπος. ~ή: δομή/πρόταση (π.χ. *Ο Γιώργος ήρθε αύριο. Βλ. μη αποδεκτή πρόταση). [< αγγλ. ungrammatical, γαλλ. agrammatical, 1929]
4416αντιγραφέας[ἀντιγραφέας] α-ντι-γρα-φέ-ας ουσ. (αρσ.) 1. {+ θηλ.} (μειωτ.) αυτός που αντιγράφει (ειδικότ. σε γραπτές εξετάσεις) ή μιμείται κάποιον ή κάτι: λογοκλόπος και ~. Πβ. μιμητής. 2. ΦΙΛΟΛ. πρόσωπο που ασχολιόταν συστηματικά ή επαγγελματικά με την αντιγραφή συνήθ. χειρογράφων: καλλιγράφος ~. Λάθος του ~α. Γραφείς και ~είς. [< αρχ. ἀντιγραφεύς ‘ελεγκτής, επίσημος γραμματέας’, γαλλ. copiste]
4417αντιγραφή[ἀντιγραφή] α-ντι-γρα-φή ουσ. (θηλ.) 1. δημιουργία αντικειμένου στο οποίο προσδίδονται (με απόλυτη ή σχετική επιτυχία και ενίοτε χωρίς έγκριση) τα ίδια χαρακτηριστικά με κάποιο άλλο, ώστε να είναι πανομοιότυπό του, αλλά συνήθ. κατώτερης αξίας από αυτό· συνεκδ. το αντίγραφο: ακριβής/πιστή ~. ~ βιβλίου (βλ. ανατύπωση)/έργων τέχνης/υλικού. Προστασία πνευματικών δικαιωμάτων από ~ές (βλ. κοπιράιτ, λογοκλοπή). Πβ. κοπιάρισμα, ξεπατίκωμα, ξεσήκωμα.|| Τετράδιο ~ής (: στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ και επικόλληση. Πβ. κόπι.|| Το κείμενο/κτίριο είναι ~ του ... 2. (κατ' επέκτ.) δουλική απομίμηση: ~ συνηθειών/του ύφους (κάποιου). 3. απάντηση θεμάτων σε γραπτή εξέταση με χρήση αθέμιτων μέσων: Κάνω ~. Μηδενισμός λόγω ~ής. ~ές μαθητών/φοιτητών. Αυστηρή επιτήρηση, για να αποφευχθούν οι ~ές. Βλ. σκονάκι. 4. ΒΙΟΛ. διαδικασία αναπαραγωγής ή διπλασιασμού: ~ του DNA. ΣΥΝ. αναδιπλασιασμός (2) [< μτγν. ἀντιγραφή ‘έγγραφη απάντηση, μεταγραφή, αντιγραφή’, γαλλ. copie, αγγλ. copy 4: αγγλ. replication, 1948]
4418αντιγραφικό[ἀντιγραφικό] α-ντι-γρα-φι-κό ουσ. (ουδ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. μηχάνημα ή σύστημα που αντιγράφει ψηφιακά δεδομένα, κυρ. εικόνα και ήχο: ~ CD/DVD. Βλ. πολυμηχάνημα, σαρωτής. 2. φωτοαντιγραφικό. [< αγγλ. copier, 1917]
4419αντιγραφικός, ή, ό [ἀντιγραφικός] α-ντι-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αντιγραφή: ~ό: μηχάνημα/χαρτί.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ό: DVD/πρόγραμμα.|| (ΒΙΟΛ.) Οι μεταλλάξεις είναι τυχαία ~ά σφάλματα στο γενετικό υλικό.||(ΦΙΛΟΛ.) Τα ~ά εργαστήρια των μοναστηριών. [< μτγν. ἀντιγραφικός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.