| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52882 | υδροξείδιο | [ὑδροξείδιο] υ-δρο-ξεί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. χημική ένωση που περιέχει ένα ή περισσότερα ανιόντα υδροξυλίου: ~ του αργιλίου/ασβεστίου (= υδράσβεστος)/καλίου (= καυστική ποτάσα)/μαγνησίου/νατρίου (= καυστική σόδα)/σιδήρου/χαλκού. [< γαλλ. hydroxyde, αγγλ. hydroxide] | |
| 52883 | υδροξύλιο | [ὑδροξύλιο] υ-δρο-ξύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {υδροξυλί-ου}: ΧΗΜ. χημική ένωση οξυγόνου και υδρογόνου που προέρχεται από το μόριο του νερού, αν αφαιρεθεί ένα άτομο υδρογόνου: ελεύθερο ~. [< γαλλ. hydroxyle, αγγλ. hydroxyl] | |
| 52884 | υδροπάρκο | [ὑδροπάρκο] υ-δρο-πάρ-κο ουσ. (ουδ.): χώρος αναψυχής ο οποίος περιλαμβάνει πισίνες, νεροτσουλήθρες, σιντριβάνια καθώς και εκτάσεις νερού για διάφορες δραστηριότητες. Βλ. θεματικό πάρκο. [< αγγλ. water park, 1982] | |
| 52886 | υδροπερατότητα | [ὑδροπερατότητα] υ-δρο-πε-ρα-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & υδατοπερατότητα (επιστ.): η ιδιότητα του υδροπερατού: μέτρια/υψηλή/χαμηλή ~. ~ του εδάφους. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. υδατοστεγανότητα | |
| 52887 | υδροπλάνο | [ὑδροπλάνο] υ-δρο-πλά-νο ουσ. (ουδ.): μικρό αεροσκάφος, κατάλληλο για υδάτινες επιφάνειες, που έχει τη δυνατότητα προσθαλάσσωσης και αποθαλάσσωσης είτε με πλευρικούς πλωτήρες είτε με ειδικά διαμορφωμένη άτρακτο ή με συνδυασμό και των δύο. [< γαλλ. hydravion, 1913, αμερικ. hydroplane, 1904, αγγλ. seaplane, 1913] | |
| 52888 | υδροπληξία | [ὑδροπληξία] υ-δρο-πλη-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. καρδιοαναπνευστική ανακοπή που προκαλείται από ξαφνική έκθεση σε κρύο νερό. Βλ. πνιγμός. [< γαλλ. hydrocution, 1950] | |
| 52889 | υδροπληροφορική | [ὑδροπληροφορική] υ-δρο-πλη-ρο-φο-ρι-κή ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. κλάδος που αξιοποιεί την τεχνολογία της πληροφορίας και του προγραμματισμού για την επίλυση προβλημάτων σχετικών με τους υδάτινους πόρους. Βλ. υδραυλική, υδρολογία. [< αγγλ. hydroinformatics] | |
| 52890 | υδροπνευματικός | , ή, ό [ὑδροπνευματικός] υ-δρο-πνευ-μα-τι-κός επίθ.: ΜΗΧΑΝ. που λειτουργεί με υγρό και πεπιεσμένο αέριο: ~ή: ανάρτηση (: δουλεύει με αέρα και λάδι και ρυθμίζει το ύψος και τη συμπεριφορά του αυτοκινήτου ανάλογα με την κατάσταση του οδοστρώματος). ~ό: σύστημα. [< γαλλ. hydropneumatique, αγγλ. hydro-pneumatic] | |
| 52891 | υδροποδήλατο | [ὑδροποδήλατο] υ-δρο-πο-δή-λα-το ουσ. (ουδ.): ποδήλατο τύπου καταμαράν το οποίο χρησιμοποιείται στο νερό και είναι αβύθιστο. [< αγγλ. hydrocycle] | |
| 52892 | υδροπολιτική | [ὑδροπολιτική] υ-δρο-πο-λι-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. πολιτική την οποία εφαρμόζει ένα κράτος για τη διαχείριση των υδάτινων πόρων που ξεπερνούν τα εθνικά σύνορα· κατ' επέκτ. ο κλάδος που εξετάζει τη στάση των κρατών απέναντι στην εκμετάλλευση αυτών των πόρων. [< αγγλ. hydropolitics, γαλλ. hydropolitique] | |
| 52893 | υδροπονία | [ὑδροπονία] υ-δρο-πο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. εναλλακτική μέθοδος καλλιέργειας φυτών εκτός εδάφους, κατά την οποία οι ρίζες των φυτών αναπτύσσονται είτε σε στερεά υποστρώματα εμποτισμένα με θρεπτικό διάλυμα είτε απευθείας στο διάλυμα. Βλ. αεροπονία. ΣΥΝ. υδατοκαλλιέργεια (2) [< αγγλ. hydroponics, 1937] | |
| 52894 | υδροπονικός | , ή, ό [ὑδροπονικός] υ-δρο-πο-νι-κός επίθ.: ΓΕΩΠ. που αναφέρεται στην υδροπονία: ~ή: καλλιέργεια (= υδροπονία). ~ό: θερμοκήπιο/σύστημα. ~ές: εγκαταστάσεις. Βλ. αεροπονικός. [< αγγλ. hydroponic, 1940, γαλλ. hydroponique, 1939] | |
| 52895 | υδροποσία | [ὑδροποσία] υ-δρο-πο-σί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): πόση νερού. [< αρχ. ὑδροποσία] | |
| 52896 | υδροπτέρυγο | [ὑδροπτέρυγο] υ-δρο-πτέ-ρυ-γο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) υδρόπτερο: ιπτάμενο δελφίνι. Βλ. καταμαράν. [< αγγλ. hydrofoil, 1920, γαλλ. hydroptère, 1973] | |
| 52897 | υδρορροή | [ὑδρορροή] υ-δρορ-ρο-ή ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) υδρορρόη: ΟΙΚΟΔ. αγωγός που τοποθετείται περιμετρικά της στέγης ενός κτιρίου ή κατακόρυφα, μέσω του οποίου τα όμβρια ύδατα συγκεντρώνονται και καταλήγουν στο έδαφος ή στο αποχετευτικό σύστημα: οριζόντια ~. ΣΥΝ. λούκι (1) [< αρχ. ὑδρορρόη] | |
| 52898 | υδροσπορά | [ὑδροσπορά] υ-δρο-σπο-ρά ουσ. (θηλ.): εκτόξευση υδατικού διαλύματος που περιέχει μείγμα σπόρων, λίπασμα και άλλα βοηθητικά προϊόντα σε επιφάνειες που προορίζονται για σπορά, προκειμένου να διευκολυνθεί η ανάπτυξη βλάστησης. [< αγγλ. hydroseeding] | |
| 52899 | υδροσταγονίδια | [ὑδροσταγονίδια] υ-δρο-στα-γο-νί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) & υδροσταγόνες (οι): ΜΕΤΕΩΡ. μικρές σταγόνες νερού που δημιουργούνται από τη συμπύκνωση υδρατμών στα χαμηλότερα στρώματα της ατμόσφαιρας: τα ~ της θάλασσας. Βλ. υψι-στρώματα, -σωρείτες. | |
| 52900 | υδροστάτης | [ὑδροστάτης] υ-δρο-στά-της ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡ. όργανο με το οποίο ελέγχεται η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος προς τον καυστήρα και τον κυκλοφορητή ανάλογα με τη θερμοκρασία του νερού στον λέβητα: ~ επαφής. Βλ. -στάτης. [< μτγν. ὑδροστάτης 'υδροστατική ζυγαριά', αγγλ.-γαλλ. hydrostat, γερμ. Hydrostat] | |
| 52901 | υδροστατική | [ὑδροστατική] υ-δρο-στα-τι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Υ): ΦΥΣ. κλάδος της υδρομηχανικής που μελετά τις μηχανικές ιδιότητες των υγρών, όταν αυτά δεν βρίσκονται σε κίνηση, και την πίεση που ασκείται από αυτά σε ένα βυθιζόμενο σώμα. Βλ. υδραυλική, υδροδυναμική. [< γαλλ. hydrostatique, αγγλ. hydrostatics] | |
| 52902 | υδροστατικός | , ή, ό [ὑδροστατικός] υ-δρο-στα-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με την υδροστατική: ~ός: έλεγχος/μηχανισμός. ~ή: ζύγιση (: για τη μέτρηση του σωματικού λίπους)/ισορροπία/πίεση/στάθμη. [< γαλλ. hydrostatique, αγγλ. hydrostatic] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ