| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52870 | υδρομέτρηση | [ὑδρομέτρηση] υ-δρο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): μέτρηση της παροχής και στάθμης της ροής σε υδατόρευμα, λεκάνη απορροής, αγωγό ή κατασκευή για τη συγκέντρωση υδάτων. Βλ. -μέτρηση. | |
| 52871 | υδρομετρητής | [ὑδρομετρητής] υ-δρο-με-τρη-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. υδρόμετρο. Βλ. -μετρητής. | |
| 52872 | υδρομετρία | [ὑδρομετρία] υ-δρο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. κλάδος της υδρολογίας που έχει ως αντικείμενο τις φυσικές ιδιότητες των υγρών και τη μέτρηση και ανάλυση της παροχής επιφανειακών και υπόγειων υδάτων. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. hydrométrie, αγγλ. hydrometry] | |
| 52873 | υδρομετρικός | , ή, ό [ὑδρομετρικός] υ-δρο-με-τρι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με την υδρομετρία: ~ός: σταθμός. [< πβ. γαλλ. hydrométrique, αγγλ. hydrometric] | |
| 52874 | υδρόμετρο | [ὑδρόμετρο] υ-δρό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης της ποσότητας νερού που καταναλώνεται σε ένα κτίσμα ή τεμάχιο γης. Βλ. -μετρο. ΣΥΝ. υδρομετρητής [< γαλλ. hydromètre, αγγλ. hydrometer] | |
| 52875 | υδρομηχανική | [ὑδρομηχανική] υ-δρο-μη-χα-νι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Υ): ΦΥΣ. η μελέτη της μηχανικής των ρευστών και των νόμων που διέπουν την ισορροπία και την κίνησή τους. Βλ. αερο-, ρευστο-μηχανική, υδρο-δυναμική, -στατική. [< γαλλ. hydromécanique, αγγλ. hydromechanics] | |
| 52876 | υδρόμυλος | [ὑδρόμυλος] υ-δρό-μυ-λος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): νερόμυλος. Βλ. ανεμόμυλος. [< μτγν. ὑδρόμυλος] | |
| 52877 | υδρονέφρωση | [ὑδρονέφρωση] υ-δρο-νέ-φρω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διάταση της νεφρικής πυέλου και των νεφρικών καλύκων, που οφείλεται στην κατακράτηση ούρων λόγω απόφραξης του ουρητήρα: ήπια/προγεννητική/συγγενής ~. [< γαλλ. hydronéphrose, αγγλ. hydronephrosis] | |
| 52878 | υδρονέφωση | [ὑδρονέφωση] υ-δρο-νέ-φω-ση ουσ. (θηλ.): σύστημα ποτίσματος ή δροσισμού με ελεγχόμενο ψεκασμό συνήθ. νερού: ανεμιστήρας ~ης. Βλ. καταιονισμός. [< αγγλ. mist propagation, 1961] | |
| 52879 | υδρονομέας | [ὑδρονομέας] υ-δρο-νο-μέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): υπάλληλος υπεύθυνος κυρ. για τη διανομή των αρδευτικών υδάτων, τη φύλαξη και προστασία των αρδευτικών έργων. | |
| 52880 | υδρονομία | [ὑδρονομία] υ-δρο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): σύνολο ενεργειών για τη διευθέτηση των υδατορευμάτων με σκοπό την πρόληψη πλημμυρών: ορεινή ~. Βλ. -νομία. | |
| 52881 | υδρονομικός | , ή, ό [ὑδρονομικός] υ-δρο-νο-μι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την υδρονομία: ~ά: έργα/όργανα (= υδρονομείς). | |
| 52882 | υδροξείδιο | [ὑδροξείδιο] υ-δρο-ξεί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. χημική ένωση που περιέχει ένα ή περισσότερα ανιόντα υδροξυλίου: ~ του αργιλίου/ασβεστίου (= υδράσβεστος)/καλίου (= καυστική ποτάσα)/μαγνησίου/νατρίου (= καυστική σόδα)/σιδήρου/χαλκού. [< γαλλ. hydroxyde, αγγλ. hydroxide] | |
| 52883 | υδροξύλιο | [ὑδροξύλιο] υ-δρο-ξύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {υδροξυλί-ου}: ΧΗΜ. χημική ένωση οξυγόνου και υδρογόνου που προέρχεται από το μόριο του νερού, αν αφαιρεθεί ένα άτομο υδρογόνου: ελεύθερο ~. [< γαλλ. hydroxyle, αγγλ. hydroxyl] | |
| 52884 | υδροπάρκο | [ὑδροπάρκο] υ-δρο-πάρ-κο ουσ. (ουδ.): χώρος αναψυχής ο οποίος περιλαμβάνει πισίνες, νεροτσουλήθρες, σιντριβάνια καθώς και εκτάσεις νερού για διάφορες δραστηριότητες. Βλ. θεματικό πάρκο. [< αγγλ. water park, 1982] | |
| 52886 | υδροπερατότητα | [ὑδροπερατότητα] υ-δρο-πε-ρα-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & υδατοπερατότητα (επιστ.): η ιδιότητα του υδροπερατού: μέτρια/υψηλή/χαμηλή ~. ~ του εδάφους. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. υδατοστεγανότητα | |
| 52887 | υδροπλάνο | [ὑδροπλάνο] υ-δρο-πλά-νο ουσ. (ουδ.): μικρό αεροσκάφος, κατάλληλο για υδάτινες επιφάνειες, που έχει τη δυνατότητα προσθαλάσσωσης και αποθαλάσσωσης είτε με πλευρικούς πλωτήρες είτε με ειδικά διαμορφωμένη άτρακτο ή με συνδυασμό και των δύο. [< γαλλ. hydravion, 1913, αμερικ. hydroplane, 1904, αγγλ. seaplane, 1913] | |
| 52888 | υδροπληξία | [ὑδροπληξία] υ-δρο-πλη-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. καρδιοαναπνευστική ανακοπή που προκαλείται από ξαφνική έκθεση σε κρύο νερό. Βλ. πνιγμός. [< γαλλ. hydrocution, 1950] | |
| 52889 | υδροπληροφορική | [ὑδροπληροφορική] υ-δρο-πλη-ρο-φο-ρι-κή ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. κλάδος που αξιοποιεί την τεχνολογία της πληροφορίας και του προγραμματισμού για την επίλυση προβλημάτων σχετικών με τους υδάτινους πόρους. Βλ. υδραυλική, υδρολογία. [< αγγλ. hydroinformatics] | |
| 52890 | υδροπνευματικός | , ή, ό [ὑδροπνευματικός] υ-δρο-πνευ-μα-τι-κός επίθ.: ΜΗΧΑΝ. που λειτουργεί με υγρό και πεπιεσμένο αέριο: ~ή: ανάρτηση (: δουλεύει με αέρα και λάδι και ρυθμίζει το ύψος και τη συμπεριφορά του αυτοκινήτου ανάλογα με την κατάσταση του οδοστρώματος). ~ό: σύστημα. [< γαλλ. hydropneumatique, αγγλ. hydro-pneumatic] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ