Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [53400-53420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52891υδροποδήλατο[ὑδροποδήλατο] υ-δρο-πο-δή-λα-το ουσ. (ουδ.): ποδήλατο τύπου καταμαράν το οποίο χρησιμοποιείται στο νερό και είναι αβύθιστο. [< αγγλ. hydrocycle]
52892υδροπολιτική[ὑδροπολιτική] υ-δρο-πο-λι-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. πολιτική την οποία εφαρμόζει ένα κράτος για τη διαχείριση των υδάτινων πόρων που ξεπερνούν τα εθνικά σύνορα· κατ' επέκτ. ο κλάδος που εξετάζει τη στάση των κρατών απέναντι στην εκμετάλλευση αυτών των πόρων. [< αγγλ. hydropolitics, γαλλ. hydropolitique]
52893υδροπονία[ὑδροπονία] υ-δρο-πο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. εναλλακτική μέθοδος καλλιέργειας φυτών εκτός εδάφους, κατά την οποία οι ρίζες των φυτών αναπτύσσονται είτε σε στερεά υποστρώματα εμποτισμένα με θρεπτικό διάλυμα είτε απευθείας στο διάλυμα. Βλ. αεροπονία. ΣΥΝ. υδατοκαλλιέργεια (2) [< αγγλ. hydroponics, 1937]
52894υδροπονικός, ή, ό [ὑδροπονικός] υ-δρο-πο-νι-κός επίθ.: ΓΕΩΠ. που αναφέρεται στην υδροπονία: ~ή: καλλιέργεια (= υδροπονία). ~ό: θερμοκήπιο/σύστημα. ~ές: εγκαταστάσεις. Βλ. αεροπονικός. [< αγγλ. hydroponic, 1940, γαλλ. hydroponique, 1939]
52895υδροποσία[ὑδροποσία] υ-δρο-πο-σί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): πόση νερού. [< αρχ. ὑδροποσία]
52896υδροπτέρυγο[ὑδροπτέρυγο] υ-δρο-πτέ-ρυ-γο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) υδρόπτερο: ιπτάμενο δελφίνι. Βλ. καταμαράν. [< αγγλ. hydrofoil, 1920, γαλλ. hydroptère, 1973]
52897υδρορροή[ὑδρορροή] υ-δρορ-ρο-ή ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) υδρορρόη: ΟΙΚΟΔ. αγωγός που τοποθετείται περιμετρικά της στέγης ενός κτιρίου ή κατακόρυφα, μέσω του οποίου τα όμβρια ύδατα συγκεντρώνονται και καταλήγουν στο έδαφος ή στο αποχετευτικό σύστημα: οριζόντια ~. ΣΥΝ. λούκι (1) [< αρχ. ὑδρορρόη]
52898υδροσπορά[ὑδροσπορά] υ-δρο-σπο-ρά ουσ. (θηλ.): εκτόξευση υδατικού διαλύματος που περιέχει μείγμα σπόρων, λίπασμα και άλλα βοηθητικά προϊόντα σε επιφάνειες που προορίζονται για σπορά, προκειμένου να διευκολυνθεί η ανάπτυξη βλάστησης. [< αγγλ. hydroseeding]
52899υδροσταγονίδια[ὑδροσταγονίδια] υ-δρο-στα-γο-νί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) & υδροσταγόνες (οι): ΜΕΤΕΩΡ. μικρές σταγόνες νερού που δημιουργούνται από τη συμπύκνωση υδρατμών στα χαμηλότερα στρώματα της ατμόσφαιρας: τα ~ της θάλασσας. Βλ. υψι-στρώματα, -σωρείτες.
52900υδροστάτης[ὑδροστάτης] υ-δρο-στά-της ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡ. όργανο με το οποίο ελέγχεται η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος προς τον καυστήρα και τον κυκλοφορητή ανάλογα με τη θερμοκρασία του νερού στον λέβητα: ~ επαφής. Βλ. -στάτης. [< μτγν. ὑδροστάτης 'υδροστατική ζυγαριά', αγγλ.-γαλλ. hydrostat, γερμ. Hydrostat]
52901υδροστατική[ὑδροστατική] υ-δρο-στα-τι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Υ): ΦΥΣ. κλάδος της υδρομηχανικής που μελετά τις μηχανικές ιδιότητες των υγρών, όταν αυτά δεν βρίσκονται σε κίνηση, και την πίεση που ασκείται από αυτά σε ένα βυθιζόμενο σώμα. Βλ. υδραυλική, υδροδυναμική. [< γαλλ. hydrostatique, αγγλ. hydrostatics]
52902υδροστατικός, ή, ό [ὑδροστατικός] υ-δρο-στα-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με την υδροστατική: ~ός: έλεγχος/μηχανισμός. ~ή: ζύγιση (: για τη μέτρηση του σωματικού λίπους)/ισορροπία/πίεση/στάθμη. [< γαλλ. hydrostatique, αγγλ. hydrostatic]
52903υδροστόμιο[ὑδροστόμιο] υ-δρο-στό-μι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. πομόνα για γεωργική χρήση ή πυροσβεστικός κρουνός. ΣΥΝ. υδροληψία (2)
52904υδροστρόβιλος[ὑδροστρόβιλος] υ-δρο-στρό-βι-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. περιστρεφόμενη μηχανή η οποία αξιοποιεί τη δυναμική και κινητική ενέργεια του νερού και τη μετατρέπει σε μηχανική ενέργεια (περιστροφή). Βλ. αεριο-, ατμο-στρόβιλος, υδροτροχός. ΣΥΝ. υδροτουρμπίνα 2. δίνη νερού. Πβ. ρουφήχτρα. [< γερμ. Wasserturbine]
52905υδρόσφαιρα[ὑδρόσφαιρα] υ-δρό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. το σύνολο των υδάτων της Γης, που περιλαμβάνει τους ωκεανούς και τις θάλασσες, το νερό που περιέχεται στις λίμνες, στα ποτάμια και στα έλη, τα υπόγεια ύδατα καθώς και τους υδρατμούς της ατμόσφαιρας. [< αγγλ. hydrosphere, γαλλ. hydrosphère]
52906υδροσωλήνας[ὑδροσωλήνας] υ-δρο-σω-λή-νας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αγωγός νερού: πυροσβεστικοί ~ες. ΣΥΝ. νεροσωλήνας [< γερμ. Wasserrohr]
52907υδροταμιευτήρας[ὑδροταμιευτήρας] υ-δρο-τα-μι-ευ-τή-ρας ουσ. (αρσ.) & υδατοταμιευτήρας: ρηχή λεκάνη, συνήθ. τεχνητή, όπου συγκεντρώνονται όγκοι ήρεμων υδάτων με χαμηλό ποσοστό ανανέωσης. Βλ. υδατοσυλλογή.
52908υδροτουρμπίνα[ὑδροτουρμπίνα] υ-δρο-τουρ-μπί-να ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. υδροστρόβιλος.
52909υδροτροχός[ὑδροτροχός] υ-δρο-τρο-χός ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. τροχός που περιστρέφεται αξιοποιώντας τη δύναμη τρεχούμενων νερών ή υδατοπτώσεων. Βλ. νερόμυλος, υδροστρόβιλος.
52910υδροφιλία[ὑδροφιλία] υ-δρο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) υδροφιλικότητα: η ιδιότητα ενός υλικού να απορροφά, να συγκρατεί νερό: φακοί επαφής με ~ ...%. Βλ. -φιλία. ΑΝΤ. υδροφοβία (2) [< αγγλ. hydrophilicity]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.