Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [53420-53440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52911υδρόφιλος, η, ο [ὑδρόφιλος] υ-δρό-φι-λος επίθ. 1. & υδροφιλικός, ή, ό: που μπορεί να απορροφά το νερό: ~η: επίστρωση/επιφάνεια. ~ο: υλικό. ΣΥΝ. υγρόφιλος (2) ΑΝΤ. υδρόφοβος (1) 2. ΒΟΤ. για φυτό του οποίου η επικονίαση γίνεται με τη βοήθεια του νερού. Βλ. -φιλος. ● ΣΥΜΠΛ.: υδρόφιλο βαμβάκι: που έχει μεγάλη απορροφητικότητα. [< πβ. γαλλ. hydrophile, 1902, αγγλ. hydrophilous, hydrophilic, 1901]
52912υδροφοβία[ὑδροφοβία] υ-δρο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. παθολογικός φόβος για το νερό, που αποτελεί σύμπτωμα αγχώδους διαταραχής ή λύσσας· κατ' επέκτ. η λύσσα. Βλ. -φοβία. 2. & υδροφοβικότητα: η ιδιότητα υλικού να μην απορροφά το νερό: βαθμός ~ας (του χαρτιού). ΑΝΤ. υδροφιλία [< 1: μτγν. ὑδροφοβία, γαλλ. hydrophobie, αγγλ. hydrophobia 2: αγγλ. hydrophobicity, 1947]
52913υδρόφοβος, η, ο [ὑδρόφοβος] υ-δρό-φο-βος επίθ. & υδροφοβικός, ή, ό 1. που δεν απορροφά το νερό: ~η: επίστρωση/επιφάνεια. ~ο: υλικό. ΑΝΤ. υδρόφιλος (1) 2. ΧΗΜ. που δεν διαλύεται στο νερό ή δεν αναμειγνύεται εύκολα με αυτό: ~ες: ενώσεις/ουσίες. ~α: μόρια. 3. (για πρόσ.) που πάσχει από υδροφοβία. [< μτγν. ὑδροφόβος, γαλλ. hydrophobe, αγγλ. hydrophobic]
52914υδροφόρα[ὑδροφόρα] υ-δρο-φό-ρα ουσ. (θηλ.): όχημα ή πλοίο για μεταφορά νερού: οι ~ες των Δήμων. Βλ. πυροσβεστικό όχημα. [< ουσιαστικοπ. θηλ. του μτγν. επιθ. ὑδροφόρος]
52915υδροφορέας[ὑδροφορέας] υ-δρο-φο-ρέ-ας ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΛ. γεωλογικός σχηματισμός που επιτρέπει τη διέλευση και αποθήκευση νερού στη μάζα του: καρστικός/παράκτιος/υπόγειος ~. Στάθμη του ~έα. [< γαλλ. aquifère, αγγλ. aquifer]
52916υδροφορία[ὑδροφορία] υ-δρο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΛ. φυσική συγκράτηση νερού στα υπόγεια στρώματα του εδάφους: καρστική/υψηλή ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συγκέντρωση επιφανειακού νερού σε ταμιευτήρες με τεχνητά μέσα. Βλ. -φορία. [< μτγν. ὑδροφορία 'μεταφορά νερού']
52917υδροφόρος, α/ος, ο [ὑδροφόρος] υ-δρο-φό-ρος επίθ.: που περιέχει ή μεταφέρει νερό: ~α/ος: λεκάνη/περιοχή/πηγή/πλάκα. ~ο: (πυροσβεστικό) όχημα (βλ. κλιμακοφόρος)/πλοίο/στρώμα. Βλ. -φόρος. ● ΣΥΜΠΛ.: υδροφόρος ορίζοντας: ΓΕΩΛ. πορώδης ή διαπερατός γεωλογικός σχηματισμός, ο οποίος επιτρέπει σημαντική ροή ή την άντληση υπόγειων υδάτων: ελεύθερος/καρστικός/πλούσιος ~ ~. Μόλυνση του ~ου ~α. Βλ. υδροφορέας. [< μτγν. ὑδροφόρος, γαλλ. hydrophore]
52918υδρόφυτα[ὑδρόφυτα] υ-δρό-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. υδρόφυτο}: ΒΟΤ. φυτά τα οποία ζουν και αναπτύσσονται μερικώς ή τελείως βυθισμένα σε νερό. Βλ. ξηρόφυτο, υδρόβιος, -φυτο. [< γαλλ.-αγγλ. hydrophyte]
52919υδρόφωνο[ὑδρόφωνο] υ-δρό-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτροακουστική συσκευή που μπορεί να λαμβάνει και να καταγράφει ακουστικά κύματα κάτω από την επιφάνεια του νερού: συστοιχίες ~ώνων. Βλ. γεώ-, μικρό-φωνο. [< αγγλ.-γαλλ. hydrophone]
52920υδροχαρής, ής, ές [ὑδροχαρής] υ-δρο-χα-ρής επίθ.: ΒΟΤ. (για φυτό) που ευδοκιμεί σε υγρό μέρος: ~ής: βλάστηση. ~ές: δάσος. Πβ. υδρόβιος. Βλ. παρόχθιος, -χαρής. ΣΥΝ. υγρόφιλος (1) [< μεσν. υδροχαρής]
52921υδροχλωρικός, ή, ό [ὑδροχλωρικός] υ-δρο-χλω-ρι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει υδροχλώριο: ~ή: θειαμίνη/μορφίνη. ~ό: άλας/νάτριο. ● ΣΥΜΠΛ.: υδροχλωρικό οξύ: διαβρωτικό άχρωμο οξύ, το υδατικό διάλυμα του υδροχλωρίου: αραιό/πυκνό ~ ~. [< γαλλ. hydrochlorique, αγγλ. hydrochloric]
52922υδροχλώριο[ὑδροχλώριο] υ-δρο-χλώ-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. άχρωμο αέριο διαλυτό στο νερό (σύμβ. HCl), με αποπνικτική μυρωδιά. [< γαλλ. chlorure d'hydrogène, αγγλ. hydrogen chloride]
52923υδροχόη[ὑδροχόη] υ-δρο-χό-η ουσ. (θηλ.) (επίσ.-παλαιότ.): κανάτα νερού. [< μτγν. ὑδροχόη, ὑδροχόα 'αγωγός νερού']
52924υδροχοΐδες[ὑδροχοΐδες] υ-δρο-χο-ΐ-δες ουσ. (θηλ.) (οι) (συνήθ. με κεφαλ. Υ): ΑΣΤΡΟΝ. διάττοντες αστέρες που προέρχονται από την ουρά του κομήτη του Χάλεϊ: ήτα/δέλτα ~. [< αγγλ. aquarids]
52925υδροχόος[ὑδροχόος] υ-δρο-χό-ος ουσ. (αρσ.) (με κεφαλ. Υ): ΑΣΤΡΟΛ. αστερισμός του νοτίου ημισφαιρίου· το ενδέκατο από τα ζώδια του ζωδιακού κύκλου (21 Ιανουαρίου-19 Φεβρουαρίου) μεταξύ Αιγόκερω και Ιχθύος· συνεκδ. ο αστρολογικός χαρακτηρισμός του προσώπου που έχει γεννηθεί αυτή την περίοδο. [< μτγν. Ὑδροχόος]
52926υδρόχρωμα[ὑδρόχρωμα] υ-δρό-χρω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. χρώμα ειδικής σύνθεσης στο οποίο προστίθεται ασβέστης· χρησιμεύει κυρ. για τη βαφή εσωτερικών επιφανειών. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. υδατόχρωμα. Βλ. γκουάς. [< γερμ. Wasserfarbe]
52927υδροχρωματισμός[ὑδροχρωματισμός] υ-δρο-χρω-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): επίχριση επιφανειών με υδρόχρωμα. Βλ. υγρομόνωση.
52928υδροχρωματιστής[ὑδροχρωματιστής] υ-δρο-χρω-μα-τι-στής ουσ. (αρσ.): τεχνίτης που βάφει χρησιμοποιώντας υδρόχρωμα. Βλ. ελαιοχρωματιστής.
52929υδρόψυκτος, η, ο [ὑδρόψυκτος] υ-δρό-ψυ-κτος επίθ. & υγρόψυκτος: ΤΕΧΝΟΛ. που ψύχεται με τη βοήθεια νερού ή άλλου υγρού: ~ος: κινητήρας. ~ο: μοτέρ. ~ες: μηχανές. Βλ. αερόψυκτος. [< αγγλ. water-cooled, 1905]
52930υδρόψυξη[ὑδρόψυξη] υ-δρό-ψυ-ξη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός μείωσης της θερμοκρασίας με τη βοήθεια υγρού και η αντίστοιχη διαδικασία: σύστημα ~ης. Βλ. αερόψυξη. [< αγγλ. water-cooling, 1910]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.