Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [53420-53440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52923υδροχόη[ὑδροχόη] υ-δρο-χό-η ουσ. (θηλ.) (επίσ.-παλαιότ.): κανάτα νερού. [< μτγν. ὑδροχόη, ὑδροχόα 'αγωγός νερού']
52924υδροχοΐδες[ὑδροχοΐδες] υ-δρο-χο-ΐ-δες ουσ. (θηλ.) (οι) (συνήθ. με κεφαλ. Υ): ΑΣΤΡΟΝ. διάττοντες αστέρες που προέρχονται από την ουρά του κομήτη του Χάλεϊ: ήτα/δέλτα ~. [< αγγλ. aquarids]
52925υδροχόος[ὑδροχόος] υ-δρο-χό-ος ουσ. (αρσ.) (με κεφαλ. Υ): ΑΣΤΡΟΛ. αστερισμός του νοτίου ημισφαιρίου· το ενδέκατο από τα ζώδια του ζωδιακού κύκλου (21 Ιανουαρίου-19 Φεβρουαρίου) μεταξύ Αιγόκερω και Ιχθύος· συνεκδ. ο αστρολογικός χαρακτηρισμός του προσώπου που έχει γεννηθεί αυτή την περίοδο. [< μτγν. Ὑδροχόος]
52926υδρόχρωμα[ὑδρόχρωμα] υ-δρό-χρω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. χρώμα ειδικής σύνθεσης στο οποίο προστίθεται ασβέστης· χρησιμεύει κυρ. για τη βαφή εσωτερικών επιφανειών. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. υδατόχρωμα. Βλ. γκουάς. [< γερμ. Wasserfarbe]
52927υδροχρωματισμός[ὑδροχρωματισμός] υ-δρο-χρω-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): επίχριση επιφανειών με υδρόχρωμα. Βλ. υγρομόνωση.
52928υδροχρωματιστής[ὑδροχρωματιστής] υ-δρο-χρω-μα-τι-στής ουσ. (αρσ.): τεχνίτης που βάφει χρησιμοποιώντας υδρόχρωμα. Βλ. ελαιοχρωματιστής.
52929υδρόψυκτος, η, ο [ὑδρόψυκτος] υ-δρό-ψυ-κτος επίθ. & υγρόψυκτος: ΤΕΧΝΟΛ. που ψύχεται με τη βοήθεια νερού ή άλλου υγρού: ~ος: κινητήρας. ~ο: μοτέρ. ~ες: μηχανές. Βλ. αερόψυκτος. [< αγγλ. water-cooled, 1905]
52930υδρόψυξη[ὑδρόψυξη] υ-δρό-ψυ-ξη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός μείωσης της θερμοκρασίας με τη βοήθεια υγρού και η αντίστοιχη διαδικασία: σύστημα ~ης. Βλ. αερόψυξη. [< αγγλ. water-cooling, 1910]
52931υδρωνύμιο[ὑδρωνύμιο] υ-δρω-νύ-μι-ο ουσ. (ουδ.) (σπάν.): ΓΛΩΣΣ. όνομα υδάτινης επιφάνειας. Βλ. -ωνύμιο. [< γαλλ. hydronyme, αγγλ. hydronym]
52932ύδρωπας[ὕδρωπας] ύ-δρω-πας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) ύδρωψ: ΙΑΤΡ. υδρωπικία: εμβρυϊκός ~. [< αρχ. ὕδρωψ]
52933υδρωπικία[ὑδρωπικία] υ-δρω-πι-κί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ασθένεια που οφείλεται σε παθολογική συγκέντρωση ορώδους υγρού σε ιστούς ή σωματικές κοιλότητες. Πβ. οίδημα. ΣΥΝ. ύδρωπας
52934υδρωπικός, ή, ό [ὑδρωπικός] υ-δρω-πι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την υδρωπικία· κατ' επέκτ. οιδηματώδης: ~ή: εκφύλιση. [< αρχ. ὑδρωπικός]
52935ύδωρ[ὕδωρ] ύ-δωρ ουσ. (ουδ.) {ύδ-ατος | -ατα, -άτων} (λόγ.): νερό: απεσταγμένο/ενέσιμο/θαλάσσιο/πόσιμο ~. Βαθέα/επιφανειακά (: λίμνες, ποτάμια, χείμαρροι, ταμιευτήρες)/παράκτια/υπόγεια ~ατα. Ρύπανση των ~άτων. ● ΣΥΜΠΛ.: αγιασμός/καθαγιασμός των υδάτων: ΕΚΚΛΗΣ. τελετουργική πράξη εξαγνισμού των υδάτων κατά την εορτή των Θεοφανείων., βαρύ ύδωρ & βαρύ νερό: ΧΗΜ. οξείδιο του δευτερίου (σύμβ. D2O), το οποίο επιβραδύνει τον ρυθμό ανάπτυξης των ζωικών οργανισμών· χρησιμοποιείται ως επιβραδυντής στους πυρηνικούς αντιδραστήρες. [< γαλλ. l' eau lourde] , βασιλικό ύδωρ: ΧΗΜ. κίτρινο διαβρωτικό μείγμα υδροχλωρικού και νιτρικού οξέος το οποίο έχει την ιδιότητα να διαλύει τα ευγενή μέταλλα, κυρ. τον χρυσό και τον λευκόχρυσο. [< λατ. aqua regia] , διεθνή ύδατα: ΝΟΜ. η θαλάσσια έκταση που βρίσκεται έξω από τα όρια της αιγιαλίτιδας ζώνης και κατά συνέπεια δεν ανήκει σε συγκεκριμένο κράτος. ΣΥΝ. ανοιχτή θάλασσα (2), εσωτερικά ύδατα: ΝΟΜ. το σύνολο των στάσιμων (λίμνες, ταμιευτήρες) και ρεόντων (ποτάμια, χείμαρροι) επιφανειακών υδάτων και όλα τα υπόγεια ύδατα που βρίσκονται προς την πλευρά της ξηράς: ινστιτούτο ~ών ~άτων. Αλιεία στα ~ ~. [< αγγλ. inland waters] , ζων ύδωρ: ΘΡΗΣΚ. το νερό ως πηγή δύναμης και μέσο εξαγνισμού, η ζωοποιός θεία χάρη. Βλ. αθάνατο νερό., γλυκό νερό βλ. γλυκός, λιμνάζοντα νερά/ύδατα βλ. λιμνάζων, όμβρια ύδατα βλ. όμβριος, οξυγονούχο ύδωρ βλ. οξυγονούχος, χωρικά ύδατα βλ. χωρικός2 ● ΦΡ.: γη και ύδωρ βλ. γη, περί ανέμων και υδάτων βλ. άνεμος, ταράζω τα νερά βλ. νερό [< αρχ. ὕδωρ, γαλλ. eau]
52936ΥΕ(η): Υποχρεωτική Εκπαίδευση.
52938υετός[ὑετός] υ-ε-τός ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΕΩΡ. ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα που πέφτουν στο έδαφος με οποιαδήποτε μορφή του νερού, υγρή ή στερεή, και τα οποία προέρχονται από συμπύκνωση των υδρατμών της ατμόσφαιρας. Πβ. υδρομετέωρα. [< αρχ. ὑετός ‘βροχή, νεροποντή’]
52939υετοφόρος, ος, ο [ὑετοφόρος] υ-ε-το-φό-ρος επίθ.: ΜΕΤΕΩΡ. που φέρνει βροχή, βροχερός: ~ος: μήνας. ~α: σύννεφα (βλ. καταιγιδοφόρος). Βλ. -φόρος.
52940υιικός, ή, ό [υἱικός] υι-ι-κός επίθ.: που προέρχεται από τον γιο ή γενικότ. από τα παιδιά ή σχετίζεται με αυτόν/αυτά: ~ή: αγάπη/στοργή/σχέση. Βλ. γον-, μητρ-, πατρ-ικός. [< μτγν. υἱικός]
52941υιοθεσία[υἱοθεσία] υι-ο-θε-σί-α ουσ. (θηλ.) {υιοθεσιών} 1. ΝΟΜ. πράξη κατά την οποία κάποιος αναλαμβάνει όλα τα γονεϊκά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις προς ένα παιδί το οποίο στερείται τη φυσική του οικογένεια: επίσημη/παράνομη ~. ~ ανηλίκων/βρέφους/ενηλίκων. Πβ. υιοθέτηση. Βλ. αναδοχή. ΣΥΝ. τεκνοθεσία || Πρόγραμμα οικονομικής ~ας παιδιών του Τρίτου Κόσμου. 2. διαδικασία κατά την οποία κάποιος, μέσω Συλλόγων και προγραμμάτων, παρακολουθεί από μακριά την εξέλιξη ενός απειλούμενου είδους ή σπανιότ. ενός οικοσυστήματος συνεισφέροντας οικονομικά: συμβολική ~. ~ άγριων/αδέσποτων ζώων. Βλ. -θεσία. [< μτγν. υἱοθεσία]
52942υιοθετημένος, η, ο [υἱοθετημένος] υι-ο-θε-τη-μέ-νος επίθ. 1. που έχει υιοθετηθεί: ~ος: γιος. ~η: κόρη. Έμαθε ότι ήταν ~. 2. (μτφ.) που έχει γίνει αποδεκτός: ~η: άποψη.
52943υιοθέτηση[υἱοθέτηση] υι-ο-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) επιδοκιμασία και αποδοχή: μερική/πλήρης/σταδιακή ~. ~ άποψης/αρχών/μέτρων/πρότασης/προτύπων/συστήματος/σχεδίου δράσης/τακτικής. Πβ. ενστερνισμός. 2. ΝΟΜ. υιοθεσία παιδιού. [< μτγν. υἱοθέτησις]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.