Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [53440-53460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52931υδρωνύμιο[ὑδρωνύμιο] υ-δρω-νύ-μι-ο ουσ. (ουδ.) (σπάν.): ΓΛΩΣΣ. όνομα υδάτινης επιφάνειας. Βλ. -ωνύμιο. [< γαλλ. hydronyme, αγγλ. hydronym]
52932ύδρωπας[ὕδρωπας] ύ-δρω-πας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) ύδρωψ: ΙΑΤΡ. υδρωπικία: εμβρυϊκός ~. [< αρχ. ὕδρωψ]
52933υδρωπικία[ὑδρωπικία] υ-δρω-πι-κί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ασθένεια που οφείλεται σε παθολογική συγκέντρωση ορώδους υγρού σε ιστούς ή σωματικές κοιλότητες. Πβ. οίδημα. ΣΥΝ. ύδρωπας
52934υδρωπικός, ή, ό [ὑδρωπικός] υ-δρω-πι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την υδρωπικία· κατ' επέκτ. οιδηματώδης: ~ή: εκφύλιση. [< αρχ. ὑδρωπικός]
52935ύδωρ[ὕδωρ] ύ-δωρ ουσ. (ουδ.) {ύδ-ατος | -ατα, -άτων} (λόγ.): νερό: απεσταγμένο/ενέσιμο/θαλάσσιο/πόσιμο ~. Βαθέα/επιφανειακά (: λίμνες, ποτάμια, χείμαρροι, ταμιευτήρες)/παράκτια/υπόγεια ~ατα. Ρύπανση των ~άτων. ● ΣΥΜΠΛ.: αγιασμός/καθαγιασμός των υδάτων: ΕΚΚΛΗΣ. τελετουργική πράξη εξαγνισμού των υδάτων κατά την εορτή των Θεοφανείων., βαρύ ύδωρ & βαρύ νερό: ΧΗΜ. οξείδιο του δευτερίου (σύμβ. D2O), το οποίο επιβραδύνει τον ρυθμό ανάπτυξης των ζωικών οργανισμών· χρησιμοποιείται ως επιβραδυντής στους πυρηνικούς αντιδραστήρες. [< γαλλ. l' eau lourde] , βασιλικό ύδωρ: ΧΗΜ. κίτρινο διαβρωτικό μείγμα υδροχλωρικού και νιτρικού οξέος το οποίο έχει την ιδιότητα να διαλύει τα ευγενή μέταλλα, κυρ. τον χρυσό και τον λευκόχρυσο. [< λατ. aqua regia] , διεθνή ύδατα: ΝΟΜ. η θαλάσσια έκταση που βρίσκεται έξω από τα όρια της αιγιαλίτιδας ζώνης και κατά συνέπεια δεν ανήκει σε συγκεκριμένο κράτος. ΣΥΝ. ανοιχτή θάλασσα (2), εσωτερικά ύδατα: ΝΟΜ. το σύνολο των στάσιμων (λίμνες, ταμιευτήρες) και ρεόντων (ποτάμια, χείμαρροι) επιφανειακών υδάτων και όλα τα υπόγεια ύδατα που βρίσκονται προς την πλευρά της ξηράς: ινστιτούτο ~ών ~άτων. Αλιεία στα ~ ~. [< αγγλ. inland waters] , ζων ύδωρ: ΘΡΗΣΚ. το νερό ως πηγή δύναμης και μέσο εξαγνισμού, η ζωοποιός θεία χάρη. Βλ. αθάνατο νερό., γλυκό νερό βλ. γλυκός, λιμνάζοντα νερά/ύδατα βλ. λιμνάζων, όμβρια ύδατα βλ. όμβριος, οξυγονούχο ύδωρ βλ. οξυγονούχος, χωρικά ύδατα βλ. χωρικός2 ● ΦΡ.: γη και ύδωρ βλ. γη, περί ανέμων και υδάτων βλ. άνεμος, ταράζω τα νερά βλ. νερό [< αρχ. ὕδωρ, γαλλ. eau]
52936ΥΕ(η): Υποχρεωτική Εκπαίδευση.
52938υετός[ὑετός] υ-ε-τός ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΕΩΡ. ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα που πέφτουν στο έδαφος με οποιαδήποτε μορφή του νερού, υγρή ή στερεή, και τα οποία προέρχονται από συμπύκνωση των υδρατμών της ατμόσφαιρας. Πβ. υδρομετέωρα. [< αρχ. ὑετός ‘βροχή, νεροποντή’]
52939υετοφόρος, ος, ο [ὑετοφόρος] υ-ε-το-φό-ρος επίθ.: ΜΕΤΕΩΡ. που φέρνει βροχή, βροχερός: ~ος: μήνας. ~α: σύννεφα (βλ. καταιγιδοφόρος). Βλ. -φόρος.
52940υιικός, ή, ό [υἱικός] υι-ι-κός επίθ.: που προέρχεται από τον γιο ή γενικότ. από τα παιδιά ή σχετίζεται με αυτόν/αυτά: ~ή: αγάπη/στοργή/σχέση. Βλ. γον-, μητρ-, πατρ-ικός. [< μτγν. υἱικός]
52941υιοθεσία[υἱοθεσία] υι-ο-θε-σί-α ουσ. (θηλ.) {υιοθεσιών} 1. ΝΟΜ. πράξη κατά την οποία κάποιος αναλαμβάνει όλα τα γονεϊκά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις προς ένα παιδί το οποίο στερείται τη φυσική του οικογένεια: επίσημη/παράνομη ~. ~ ανηλίκων/βρέφους/ενηλίκων. Πβ. υιοθέτηση. Βλ. αναδοχή. ΣΥΝ. τεκνοθεσία || Πρόγραμμα οικονομικής ~ας παιδιών του Τρίτου Κόσμου. 2. διαδικασία κατά την οποία κάποιος, μέσω Συλλόγων και προγραμμάτων, παρακολουθεί από μακριά την εξέλιξη ενός απειλούμενου είδους ή σπανιότ. ενός οικοσυστήματος συνεισφέροντας οικονομικά: συμβολική ~. ~ άγριων/αδέσποτων ζώων. Βλ. -θεσία. [< μτγν. υἱοθεσία]
52942υιοθετημένος, η, ο [υἱοθετημένος] υι-ο-θε-τη-μέ-νος επίθ. 1. που έχει υιοθετηθεί: ~ος: γιος. ~η: κόρη. Έμαθε ότι ήταν ~. 2. (μτφ.) που έχει γίνει αποδεκτός: ~η: άποψη.
52943υιοθέτηση[υἱοθέτηση] υι-ο-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) επιδοκιμασία και αποδοχή: μερική/πλήρης/σταδιακή ~. ~ άποψης/αρχών/μέτρων/πρότασης/προτύπων/συστήματος/σχεδίου δράσης/τακτικής. Πβ. ενστερνισμός. 2. ΝΟΜ. υιοθεσία παιδιού. [< μτγν. υἱοθέτησις]
52944υιοθετώ[υἱοθετῶ] υι-ο-θε-τώ ρ. (μτβ.) {υιοθετ-είς ... | υιοθέτ-ησα, -ήσει, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} 1. ΝΟΜ. αναγνωρίζω ένα παιδί το οποίο στερείται τη φυσική του οικογένεια ως δικό μου και αναλαμβάνω την κηδεμονία του μέσω της νομικής πράξης της υιοθεσίας: ~ήθηκε από ένα άτεκνο ζευγάρι. ΣΥΝ. τεκνοθετώ 2. (μτφ.) αποδέχομαι και υποστηρίζω: ~ αλλαγές/αποφάσεις/μια άποψη/ερμηνεία/θέση/ιδέα/φράση. ~ ένα δόγμα/έναν νόμο. Έχει ~ήσει εχθρική/φιλική στάση/συμπεριφορά απέναντι στον ... Πβ. ασπάζ-, εγκολπών-, εναγκαλίζ-, ενστερνίζ-ομαι. 3. παρακολουθώ από μακριά, συνήθ. μέσω Συλλόγων και προγραμμάτων, την εξέλιξη ενός απειλούμενου είδους ή οικοσυστήματος, προσφέροντας οικονομική ενίσχυση: ~ησε μια μεσογειακή φώκια. Βλ. -θετώ. [< 1: μτγν. υἱοθετῶ 2,3: γαλλ. adopter]
52945υιός[υἱός] υι-ός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): γιος. ● ΣΥΜΠΛ.: άσωτος (υιός) βλ. άσωτος, ο Υιός του Ανθρώπου/του Θεού βλ. άνθρωπος ● ΦΡ.: και υιός/υιοί: σε επωνυμία οικογενειακής επιχείρησης, για να δηλωθεί συνιδιοκτησία πατέρα και γιου/γιων. [< αρχ. υἱός]
52946υιότητα[υἱότητα] υι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΘΕΟΛ. η ιδιότητα του γιου, του παιδιού απέναντι στον Θεό-Πατέρα. Βλ. -ότητα.
52947υλακή[ὑλακή] υ-λα-κή ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): γάβγισμα. Πβ. αλύχτισμα. [< αρχ. ὑλακή]
52948υλακτεί[ὑλακτεῖ] υ-λα-κτεί ρ. (αμτβ.) (αρχαιοπρ.): γαβγίζει. ΣΥΝ. αλυχτά [< αρχ. ὑλακτῶ]
52949υλατζής[ὑλατζής] υ-λα-τζής ουσ. (αρσ.) (αργκό): συντάκτης ύλης (εντύπου). Βλ. -τζής, -τζού.
52950ύλη[ὕλη] ύ-λη ουσ. (θηλ.) {υλ-ών} 1. ουσία, συστατικό στοιχείο από το οποίο αποτελείται ένα φυσικό σώμα· γενικότ. οτιδήποτε καταλαμβάνει χώρο, έχει μάζα και μπορεί να μετατραπεί σε ενέργεια: ανόργανη/οργανική/συμπυκνωμένη/συνθετική ~. Η αφθαρσία/η διάταξη/η δομή/οι ιδιότητες/η μεταφορά/τα σωματίδια της ~ης. Η ~ εμφανίζεται σε αέρια, στερεή και υγρή κατάσταση/μορφή. Βλ. αντι~.|| Καύσιμη/υφαντική ~. Εκρηκτικές/εύφλεκτες/χρωστικές ~ες.|| (ΦΙΛΟΣ.) Ο άνθρωπος αποτελείται από ~ και πνεύμα. Βλ. υλισμός.|| (ΒΙΟΛ.) Έμβια/ζώσα ~ (: ~ των ζωντανών οργανισμών). 2. τα υλικά αγαθά: προσκόλληση στην ~ (: στις υλικές απολαύσεις, ΑΝΤ. πνευματικά αγαθά). 3. το σύνολο των θεμάτων που περιλαμβάνονται στον γραπτό ή ηλεκτρονικό Τύπο, σε ένα βιβλίο ή έντυπο: αθλητική/δημοσιογραφική/πολιτική ~. Εφημερίδα με πλούσια ~. Εκπομπή/περιοδικό ποικίλης ~ης (πβ. θεματολογία). Επιμελητής/συντάκτης (πβ. υλατζής)/υπεύθυνος ~ης. 4. (συνεκδ.) το περιεχόμενο γνωστικού αντικειμένου ή μαθήματος: διδακτέα/εξεταστέα ~. Διεύρυνση/μείωση της ~ης. Εκτός/εντός ~ης. Το τελευταίο κεφάλαιο δεν θα είναι στην ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γραφική ύλη: κάθε αντικείμενο που χρησιμεύει στο γράψιμο: είδη ~ής ~ης. Βλ. μαρκαδόρος, μολύβι, στιλό, χαρτικά., πρώτη ύλη: ΟΙΚΟΝ. ακατέργαστο ή επεξεργασμένο υλικό το οποίο χρησιμοποιείται στη βιομηχανία για την παραγωγή προϊόντων· κατ' επέκτ. καθετί που αποτελεί τη βάση προκειμένου να δημιουργηθεί κάτι: αγροτικές (: ζωικές, φυτικές)/ανανεώσιμες/ενεργειακές/ορυκτές/φυσικές ~ες ~ες. Ανακύκλωση ~ων ~ών. || Η ελληνική κουζίνα βασίζεται σε εξαιρετικές ~ες ~ες. || (μτφ.) Έγραψε το βιβλίο έχοντας ως ~ ~ τις προσωπικές του εμπειρίες. [< αγγλ. raw material] , αρτυματικές ύλες/ουσίες βλ. αρτυματικός, γλυκαντικές ουσίες/ύλες βλ. γλυκαντικός, μεσοαστρική ύλη βλ. μεσοαστρικός, σκοτεινή ύλη βλ. σκοτεινός, φερτές ύλες βλ. φερτός ● ΦΡ.: εφ' όλης της ύλης (λόγ.): για κάθε πλευρά ενός ζητήματος: διάλογος/ενημέρωση/συζήτηση/συνέντευξη ~ ~. Ο πρωθυπουργός θα μιλήσει ~ ~., καθ' ύλη(ν) αρμοδιότητα βλ. αρμοδιότητα, ο καθ΄ύλην αρμόδιος βλ. αρμόδιος [< αρχ. ὕλη, γαλλ. matière]
52951υλικό

[ὑλικό] υ-λι-κό ουσ. (ουδ.) 1. κάθε ουσία από την οποία αποτελείται ή κατασκευάζεται κάτι: εύκαμπτο/ευτελές ~. Ακατέργαστα/αναλώσιμα/δομικά/μονωτικά/οδοντιατρικά/οικοδομικά/πλαστικά/σύνθετα/συνθετικά/υποστηρικτικά/φυσικά/χημικά ~ά. Τα ~ά (= συστατικά) της συνταγής. Aστοχία ~ού (: μειωμένη ανθεκτικότητα). Kακής/καλής ποιότητας ~ά. Προϊόντα από αγνά ~ά. Από τι ~ είναι φτιαγμένο αυτό το παιχνίδι; Αποθήκη ~ών. Πβ. ύλη. 2. σύνολο στοιχείων, δεδομένων που χρησιμοποιούνται σε συγκεκριμένη δραστηριότητα: αθλητικό/αποδεικτικό/αρχειακό/άψυχο/διαφημιστικό/εκπαιδευτικό/ενημερωτικό/έντυπο/εντυπωσιακό/εποπτικό/ηλεκτρολογικό/οπτικοακουστικό/πληροφοριακό/πλούσιο/πολυμεσικό/προπαγανδιστικό/προωθητικό/στρατιωτικό/συμπληρωματικό/υγειονομικό/υποστηρικτικό/φωτογραφικό/ψηφιακό ~. ~ αναφοράς (βλ. πορτφόλιο). ~ για έρευνα/μελέτη/σκέψη/συζήτηση. Αναζήτηση/διάθεση/διανομή/κατάταξη/προβολή/συγκέντρωση/ψηφιοποίηση ~ού. (ΣΤΡΑΤ.) Σώμα ~ού Πολέμου. Συλλογή γλωσσικού ~ού.|| Το συγκρότημα ηχογραφεί το καινούργιο του ~ (: νέα τραγούδια).|| Το έμψυχο ~ της εταιρείας (: το ανθρώπινο δυναμικό). 3. ΠΛΗΡΟΦ. υλισμικό: υποστήριξη ~ού και λογισμικού. Συστήματα διαχείρισης ~ού. Πβ. χάρντγουερ. ● ΣΥΜΠΛ.: επιστήμη των υλικών: διεπιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τις ιδιότητες της ύλης και τις εφαρμογές της σε διάφορους τομείς. Βλ. νανο-επιστήμες, -τεχνολογία. [< αγγλ. materials science, 1956] , αδρανή υλικά βλ. αδρανής, αντοχή (των) υλικών βλ. αντοχή, γενετικό υλικό βλ. γενετικός, θρεπτικό υλικό/μέσο βλ. θρεπτικός, κεραμικά υλικά βλ. κεραμικός, πληρωτικά υλικά βλ. πληρωτικός, τράπεζα βιολογικού υλικού βλ. τράπεζα, τράπεζα γενετικού υλικού βλ. τράπεζα, φερτές ύλες βλ. φερτός [< αρχ. ὑλικόν, γαλλ. matériel]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.