Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [53440-53460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52944υιοθετώ[υἱοθετῶ] υι-ο-θε-τώ ρ. (μτβ.) {υιοθετ-είς ... | υιοθέτ-ησα, -ήσει, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} 1. ΝΟΜ. αναγνωρίζω ένα παιδί το οποίο στερείται τη φυσική του οικογένεια ως δικό μου και αναλαμβάνω την κηδεμονία του μέσω της νομικής πράξης της υιοθεσίας: ~ήθηκε από ένα άτεκνο ζευγάρι. ΣΥΝ. τεκνοθετώ 2. (μτφ.) αποδέχομαι και υποστηρίζω: ~ αλλαγές/αποφάσεις/μια άποψη/ερμηνεία/θέση/ιδέα/φράση. ~ ένα δόγμα/έναν νόμο. Έχει ~ήσει εχθρική/φιλική στάση/συμπεριφορά απέναντι στον ... Πβ. ασπάζ-, εγκολπών-, εναγκαλίζ-, ενστερνίζ-ομαι. 3. παρακολουθώ από μακριά, συνήθ. μέσω Συλλόγων και προγραμμάτων, την εξέλιξη ενός απειλούμενου είδους ή οικοσυστήματος, προσφέροντας οικονομική ενίσχυση: ~ησε μια μεσογειακή φώκια. Βλ. -θετώ. [< 1: μτγν. υἱοθετῶ 2,3: γαλλ. adopter]
52945υιός[υἱός] υι-ός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): γιος. ● ΣΥΜΠΛ.: άσωτος (υιός) βλ. άσωτος, ο Υιός του Ανθρώπου/του Θεού βλ. άνθρωπος ● ΦΡ.: και υιός/υιοί: σε επωνυμία οικογενειακής επιχείρησης, για να δηλωθεί συνιδιοκτησία πατέρα και γιου/γιων. [< αρχ. υἱός]
52946υιότητα[υἱότητα] υι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΘΕΟΛ. η ιδιότητα του γιου, του παιδιού απέναντι στον Θεό-Πατέρα. Βλ. -ότητα.
52947υλακή[ὑλακή] υ-λα-κή ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): γάβγισμα. Πβ. αλύχτισμα. [< αρχ. ὑλακή]
52948υλακτεί[ὑλακτεῖ] υ-λα-κτεί ρ. (αμτβ.) (αρχαιοπρ.): γαβγίζει. ΣΥΝ. αλυχτά [< αρχ. ὑλακτῶ]
52949υλατζής[ὑλατζής] υ-λα-τζής ουσ. (αρσ.) (αργκό): συντάκτης ύλης (εντύπου). Βλ. -τζής, -τζού.
52950ύλη[ὕλη] ύ-λη ουσ. (θηλ.) {υλ-ών} 1. ουσία, συστατικό στοιχείο από το οποίο αποτελείται ένα φυσικό σώμα· γενικότ. οτιδήποτε καταλαμβάνει χώρο, έχει μάζα και μπορεί να μετατραπεί σε ενέργεια: ανόργανη/οργανική/συμπυκνωμένη/συνθετική ~. Η αφθαρσία/η διάταξη/η δομή/οι ιδιότητες/η μεταφορά/τα σωματίδια της ~ης. Η ~ εμφανίζεται σε αέρια, στερεή και υγρή κατάσταση/μορφή. Βλ. αντι~.|| Καύσιμη/υφαντική ~. Εκρηκτικές/εύφλεκτες/χρωστικές ~ες.|| (ΦΙΛΟΣ.) Ο άνθρωπος αποτελείται από ~ και πνεύμα. Βλ. υλισμός.|| (ΒΙΟΛ.) Έμβια/ζώσα ~ (: ~ των ζωντανών οργανισμών). 2. τα υλικά αγαθά: προσκόλληση στην ~ (: στις υλικές απολαύσεις, ΑΝΤ. πνευματικά αγαθά). 3. το σύνολο των θεμάτων που περιλαμβάνονται στον γραπτό ή ηλεκτρονικό Τύπο, σε ένα βιβλίο ή έντυπο: αθλητική/δημοσιογραφική/πολιτική ~. Εφημερίδα με πλούσια ~. Εκπομπή/περιοδικό ποικίλης ~ης (πβ. θεματολογία). Επιμελητής/συντάκτης (πβ. υλατζής)/υπεύθυνος ~ης. 4. (συνεκδ.) το περιεχόμενο γνωστικού αντικειμένου ή μαθήματος: διδακτέα/εξεταστέα ~. Διεύρυνση/μείωση της ~ης. Εκτός/εντός ~ης. Το τελευταίο κεφάλαιο δεν θα είναι στην ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γραφική ύλη: κάθε αντικείμενο που χρησιμεύει στο γράψιμο: είδη ~ής ~ης. Βλ. μαρκαδόρος, μολύβι, στιλό, χαρτικά., πρώτη ύλη: ΟΙΚΟΝ. ακατέργαστο ή επεξεργασμένο υλικό το οποίο χρησιμοποιείται στη βιομηχανία για την παραγωγή προϊόντων· κατ' επέκτ. καθετί που αποτελεί τη βάση προκειμένου να δημιουργηθεί κάτι: αγροτικές (: ζωικές, φυτικές)/ανανεώσιμες/ενεργειακές/ορυκτές/φυσικές ~ες ~ες. Ανακύκλωση ~ων ~ών. || Η ελληνική κουζίνα βασίζεται σε εξαιρετικές ~ες ~ες. || (μτφ.) Έγραψε το βιβλίο έχοντας ως ~ ~ τις προσωπικές του εμπειρίες. [< αγγλ. raw material] , αρτυματικές ύλες/ουσίες βλ. αρτυματικός, γλυκαντικές ουσίες/ύλες βλ. γλυκαντικός, μεσοαστρική ύλη βλ. μεσοαστρικός, σκοτεινή ύλη βλ. σκοτεινός, φερτές ύλες βλ. φερτός ● ΦΡ.: εφ' όλης της ύλης (λόγ.): για κάθε πλευρά ενός ζητήματος: διάλογος/ενημέρωση/συζήτηση/συνέντευξη ~ ~. Ο πρωθυπουργός θα μιλήσει ~ ~., καθ' ύλη(ν) αρμοδιότητα βλ. αρμοδιότητα, ο καθ΄ύλην αρμόδιος βλ. αρμόδιος [< αρχ. ὕλη, γαλλ. matière]
52951υλικό

[ὑλικό] υ-λι-κό ουσ. (ουδ.) 1. κάθε ουσία από την οποία αποτελείται ή κατασκευάζεται κάτι: εύκαμπτο/ευτελές ~. Ακατέργαστα/αναλώσιμα/δομικά/μονωτικά/οδοντιατρικά/οικοδομικά/πλαστικά/σύνθετα/συνθετικά/υποστηρικτικά/φυσικά/χημικά ~ά. Τα ~ά (= συστατικά) της συνταγής. Aστοχία ~ού (: μειωμένη ανθεκτικότητα). Kακής/καλής ποιότητας ~ά. Προϊόντα από αγνά ~ά. Από τι ~ είναι φτιαγμένο αυτό το παιχνίδι; Αποθήκη ~ών. Πβ. ύλη. 2. σύνολο στοιχείων, δεδομένων που χρησιμοποιούνται σε συγκεκριμένη δραστηριότητα: αθλητικό/αποδεικτικό/αρχειακό/άψυχο/διαφημιστικό/εκπαιδευτικό/ενημερωτικό/έντυπο/εντυπωσιακό/εποπτικό/ηλεκτρολογικό/οπτικοακουστικό/πληροφοριακό/πλούσιο/πολυμεσικό/προπαγανδιστικό/προωθητικό/στρατιωτικό/συμπληρωματικό/υγειονομικό/υποστηρικτικό/φωτογραφικό/ψηφιακό ~. ~ αναφοράς (βλ. πορτφόλιο). ~ για έρευνα/μελέτη/σκέψη/συζήτηση. Αναζήτηση/διάθεση/διανομή/κατάταξη/προβολή/συγκέντρωση/ψηφιοποίηση ~ού. (ΣΤΡΑΤ.) Σώμα ~ού Πολέμου. Συλλογή γλωσσικού ~ού.|| Το συγκρότημα ηχογραφεί το καινούργιο του ~ (: νέα τραγούδια).|| Το έμψυχο ~ της εταιρείας (: το ανθρώπινο δυναμικό). 3. ΠΛΗΡΟΦ. υλισμικό: υποστήριξη ~ού και λογισμικού. Συστήματα διαχείρισης ~ού. Πβ. χάρντγουερ. ● ΣΥΜΠΛ.: επιστήμη των υλικών: διεπιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τις ιδιότητες της ύλης και τις εφαρμογές της σε διάφορους τομείς. Βλ. νανο-επιστήμες, -τεχνολογία. [< αγγλ. materials science, 1956] , αδρανή υλικά βλ. αδρανής, αντοχή (των) υλικών βλ. αντοχή, γενετικό υλικό βλ. γενετικός, θρεπτικό υλικό/μέσο βλ. θρεπτικός, κεραμικά υλικά βλ. κεραμικός, πληρωτικά υλικά βλ. πληρωτικός, τράπεζα βιολογικού υλικού βλ. τράπεζα, τράπεζα γενετικού υλικού βλ. τράπεζα, φερτές ύλες βλ. φερτός [< αρχ. ὑλικόν, γαλλ. matériel]

52952υλικός, ή, ό [ὑλικός] υ-λι-κός επίθ.: που αποτελείται από ύλη ή αναφέρεται σε αυτή: ~ός: κόσμος. ~ή: διάσταση (του ανθρώπου)/κατασκευή/ουσία/υπόσταση (ΑΝΤ. πνευματική). ~ό: σώμα. Πβ. ενσώματος. ΑΝΤ. ασώματος, άυλος.|| ~ός: εξοπλισμός/πλούτος. ~ή: αποζημίωση/(ΝΟΜ.) αρμοδιότητα/ασφάλεια/βλάβη/βοήθεια/δύναμη/ενίσχυση/ευημερία (βλ. υλισμός)/ικανοποίηση/καταστροφή/στήριξη/συμπαράσταση/υπεροχή/υποδομή. ~ές: απολαύσεις/ζημιές. ~ά: αγαθά/αντικείμενα. ~ή πολιτιστική κληρονομιά. Βλ. ηθικός. [< αρχ. ὑλικός, γαλλ. matériel]
52953υλικοτεχνικός, ή, ό [ὑλικοτεχνικός] υ-λι-κο-τε-χνι-κός επίθ.: τα υλικά και τεχνικά μέσα που αποτελούν την απαραίτητη υποδομή για τη διεξαγωγή ενός έργου ή τη λειτουργία ενός οργανισμού: ~ός: εξοπλισμός/σχεδιασμός. ~ή: βάση/βοήθεια/μέριμνα/οργάνωση/(υπο)στήριξη. ~ές: ανάγκες/ελλείψεις. Από ~ή άποψη. ● επίρρ.: υλικοτεχνικά
52954υλικότητα[ὑλικότητα] υ-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το χαρακτηριστικό γνώρισμα της ύλης: ~ του σώματος.|| (ΘΕΟΛ.) Η (μη) ~ του Θεού. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. matérialité]
52955υλισμικό[ὑλισμικό] υ-λι-σμι-κό ουσ. (ουδ.): ΠΛΗΡΟΦ. το σύνολο των ηλεκτρονικών και μηχανικών μερών ενός υπολογιστή, τα οποία είναι απαραίτητα για τη λειτουργία του: αναβάθμιση ~ού. Εγκατάσταση και συντήρηση ~ού. Βλ. λογισμικό. ΣΥΝ. υλικό (3), χάρντγουερ [< αμερικ. hardware, 1947, γαλλ. ~, 1965]
52957υλιστής[ὑλιστής] υ-λι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. υλίστρια}: οπαδός του φιλοσοφικού ρεύματος του υλισμού· (κυρ. κατ' επέκτ.) αυτός που αποδίδει υπερβολικά μεγάλη αξία στα υλικά αγαθά: (ως επίθ.) ~ής: φιλόσοφος. ΣΥΝ. ματεριαλιστής ΑΝΤ. ιδεαλιστής (2) [< γαλλ. matérialiste]
52958υλιστικός, ή, ό [ὑλιστικός] υ-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον υλισμό ή τον υλιστή και κυρ. κατ' επέκτ. με την προσήλωση στα υλικά αγαθά: ~ός: μονισμός. ~ή: άποψη/διαλεκτική/ερμηνεία/θεωρία/ιδεολογία/προσέγγιση.|| ~ός: τρόπος ζωής. ~ό: μοντέλο/πνεύμα. ΣΥΝ. ματεριαλιστικός ΑΝΤ. ιδεαλιστικός ● επίρρ.: υλιστικά [< γαλλ. matérialiste]
52960υλοζωισμός[ὑλοζωισμός] υ-λο-ζω-ι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία κάθε υλικό σώμα έχει ζωή και ψυχή. Βλ. ανιμισμός, -ισμός. [< γαλλ. hylozoïsme, αγγλ. hylozoism]
52961υλοζωιστής[ὑλοζωιστής] υ-λο-ζω-ι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός της θεωρίας του υλοζωισμού. Βλ. ανιμιστής. [< γαλλ. hylozoïste, αγγλ. hylozoist]
52962υλοποίηση[ὑλοποίηση] υ-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υλοποιώ: ~ της απειλής/της απόφασης/του έργου/της έρευνας/της ιδέας/των μέτρων/του οράματος/του προγράμματος/της προσπάθειας/των προτάσεων/του στόχου/του συνεδρίου/του σχεδίου/των υποσχέσεων. Κόστος/χρονοδιάγραμμα ~ης. Σε φάση ~ης. ΣΥΝ. εκπλήρωση (1), εκτέλεση (1), εφαρμογή (1), πραγματοποίηση, πραγμάτωση 2. ΦΥΣ. μετατροπή της ενέργειας σε ύλη. Βλ. -ποίηση. ΑΝΤ. εξαΰλωση (1) [< γαλλ. matérialisation]
52963υλοποιήσιμος, η, ο [ὑλοποιήσιμος] υ-λο-ποι-ή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να υλοποιηθεί: ~ος: στόχος. ~η: ιδέα/λύση. ~ο: όραμα/πρόγραμμα. ~α: μέτρα. ΣΥΝ. πραγματοποιήσιμος
52964υλοποιητικός, ή, ό [ὑλοποιητικός] υ-λο-ποι-η-τι-κός επίθ. (επίσ.): που συντελεί στην υλοποίηση ή σχετίζεται με αυτή: ~ές: αποφάσεις/δράσεις.
52966υλοτομία[ὑλοτομία] υ-λο-το-μί-α ουσ. (θηλ.) & υλοτόμηση (λόγ.): κόψιμο δέντρων σε δασική περιοχή για την παραγωγή ξυλείας ή τη δημιουργία καλλιεργήσιμων εκτάσεων: ανεξέλεγκτη/παράνομη ~ (= λαθροϋλοτομία). ΣΥΝ. ξύλευση [< αρχ. ὑλοτομία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.