| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52967 | υλοτομικός | , ή, ό [ὑλοτομικός] υ-λο-το-μι-κός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται στην υλοτομία: ~ή: δραστηριότητα. ~ές: εργασίες. ~ά: προϊόντα. [< μτγν. ὑλοτομικός] | |
| 52968 | υλοτόμος | [ὑλοτόμος] υ-λο-τό-μος ουσ. (αρσ.) (λόγ.) & (λαϊκό) λοτόμος: ξυλοκόπος· επαγγελματίας που ασχολείται με την κοπή δέντρων από το δάσος για τη μετατροπή του σε ξυλεία και τη μετατόπιση των κορμών τους στο σημείο φόρτωσης. Βλ. -τόμος. [< αρχ. ὑλοτόμος] | |
| 52969 | υλοτομώ | [ὑλοτομῶ] υ-λο-το-μώ ρ. (μτβ.) {υλοτομ-εί ... | υλοτόμ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (λόγ.): κόβω δέντρα και εκμεταλλεύομαι την ξυλεία τους: Μεγάλες δασικές εκτάσεις/περιοχές ~ήθηκαν ανεξέλεγκτα/παράνομα. ~ημένα: δάση. ΣΥΝ. ξυλεύομαι [< αρχ. ὑλοτομῶ] | |
| 52956 | υλοφροσύνη | [ὑλισμός] υ-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΙΛΟΣ. αντίληψη που προτάσσει την ύλη έναντι του πνεύματος και υποστηρίζει ότι αυτή αποτελεί την ουσία και τη βάση όλων των όντων και φαινομένων. ΣΥΝ. ματεριαλισμός ΑΝΤ. ιδεαλισμός (1) 2. (κατ' επέκτ.) υλοφροσύνη. Βλ. -ισμός, καταναλωτισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: διαλεκτικός υλισμός: ΦΙΛΟΣ. μαρξιστική θεωρία η οποία πρεσβεύει ότι η ύλη εξελίσσεται συνεχώς και ότι η εξέλιξη αυτή προκύπτει από τη διαρκή σύγκρουση μεταξύ αντιθέσεων. [< γερμ. dialektischer Materialismus] , ιστορικός υλισμός: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. βασική αρχή της μαρξιστικής θεωρίας η οποία προεκτείνει τις αρχές του διαλεκτικού υλισμού στη μελέτη της κοινωνικής ζωής και εξαρτά τη γενική πορεία της ανθρώπινης ιστορίας από τον οικονομικό παράγοντα., μηχανιστικός υλισμός: ΦΙΛΟΣ. δόγμα που θεωρεί την ύλη ως ουσία με μηχανικές μόνο ιδιότητες και δέχεται ότι όλα τα φαινόμενα (βιολογικά, κοινωνικά, ψυχολογικά, ιστορικά) είναι αποτελέσματα των μορίων της ύλης που κινούνται και αλληλεπιδρούν., χυδαίος υλισμός βλ. χυδαίος [< μτγν. ὑλισμός 'διήθηση, φιλτράρισμα', γαλλ. matérialisme] | |
| 52970 | υλοφροσύνη | [ὑλοφροσύνη] υ-λο-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αντίληψη σύμφωνα με την οποία η αναζήτηση υλικών αγαθών και απολαύσεων αποτελεί ύψιστη αξία· η υιοθέτηση του αντίστοιχου τρόπου ζωής. Πβ. ευδαιμονισμός. Βλ. -οσύνη. | |
| 52971 | υλοχρηστική | [ὑλοχρηστική] υ-λο-χρη-στι-κή ουσ. (θηλ.): κλάδος της δασολογίας που μελετά τη δομή, τις ιδιότητες και την αξιοποίηση του ξύλου και των άλλων δασικών προϊόντων. | |
| 52972 | υλωρική | [ὑλωρική] υ-λω-ρι-κή ουσ. (θηλ.): κλάδος της δασολογίας που ασχολείται με την προστασία του δάσους και των προϊόντων του. [< πβ. αρχ. ὑλωρός ‘φύλακας δασικών εκτάσεων’] | |
| 52973 | υμείς | [ὑμεῖς] υ-μείς προσ. αντων. (αρχαιοπρ.): εσείς. Βλ. ημείς. [< αρχ. ὑμεῖς] | |
| 52974 | υμένας | [ὑμένας] υ-μέ-νας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ΑΝΑΤ. πολύ λεπτή ελαστική μεμβράνη, η οποία διαχωρίζει, καλύπτει ή συνδέει κοιλότητες ή όργανα του σώματος: αρθρικός/βλεννογόνος/ελαστικός/ορογόνος (βλ. υπεζωκότας) ~. ● ΣΥΜΠΛ.: παρθενικός υμένας βλ. παρθενικός, τυμπανική μεμβράνη/τυμπανικός υμένας βλ. τυμπανικός [< αρχ. ὑμήν] | |
| 52975 | υμένιο | [ὑμένιο] υ-μέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {υμενί-ου} 1. (λόγ.) συνθετική μεμβράνη: διαφανές ~. Δισκίο επικαλυμμένο με ~. Πβ. φιλμ. 2. ΒΟΤ. στρώμα του καρπού των μυκήτων που φέρει τους σπόρους. ● ΣΥΜΠΛ.: λεπτό υμένιο: ΤΕΧΝΟΛ. πολύ λεπτό στρώμα υλικού το οποίο τοποθετείται πάνω σε μεταλλική, κεραμική, γυάλινη, πλαστική επιφάνεια ή σε ημιαγωγό: φωτοβολταϊκά ~ού ~ου. [< αγγλ. thin film, 1944] [< πβ. αρχ. ὑμένιον ‘μικρή μεμβράνη’] | |
| 52976 | υμενοπλαστική | [ὑμενοπλαστική] υ-με-νο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρθενορραφή. Βλ. -πλαστική. | |
| 52977 | υμενόπτερα | [ὑμενόπτερα] υ-με-νό-πτε-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. υμενόπτερο}: ΖΩΟΛ. τάξη εντόμων τα οποία έχουν δύο ζευγάρια μεμβρανωδών φτερών· περιλαμβάνει τις μέλισσες, τις σφήκες και τα μυρμήγκια: (ως επίθ.) ~ έντομα. Βλ. κολεό-, λεπιδό-πτερα. [< μτγν. ὑμενόπτερος, γαλλ. hyménoptères, αγγλ. hymenoptera] | |
| 52978 | υμενώδης | , ης, ες [ὑμενώδης] υ-με-νώ-δης επίθ. {υμενώδ-ους | -εις (ουδ -η)} (λόγ.): που έχει τη μορφή ή τη σύσταση υμένα: ~ης: λαβύρινθος (: τμήμα του έσω ωτός). Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. μεμβρανώδης [< αρχ. ὑμενώδης] | |
| 52979 | υμέτερος | , η (λόγ.) έρα, ο [ὑμέτερος] υ-μέ-τε-ρος κτητ. αντων.: δικός σας. Βλ. ημέτερος. ● Ουσ.: υμέτεροι (οι) {υμετέρ-ων, -ους} (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπα που αντιμετωπίζονται με ευνοϊκό ή προνομιακό τρόπο λόγω της στενής σχέσης τους κυρ. με κάποιο πολιτικό περιβάλλον: απευθείας ανάθεση έργων σε ~ους. [< αρχ. ὑμέτερος] | |
| 52980 | ύμνηση | [ὕμνηση] ύ-μνη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εγκωμιασμός, έπαινος. Πβ. εκθειασμός, εξ~. [< αρχ. ὕμνησις | |
| 52981 | υμνητής | [ὑμνητής] υ-μνη-τής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. υμνήτρια}: πρόσωπο που εγκωμιάζει, επαινεί: ~ της ελευθερίας. ΣΥΝ. εγκωμιαστής ΑΝΤ. επικριτής [< αρχ. ὑμνητής] | |
| 52982 | υμνητικός | , ή, ό [ὑμνητικός] υ-μνη-τι-κός επίθ.: που εγκωμιάζει, επαινετικός: ~ή: αναφορά/κριτική. ~ό: άρθρο. ~ά: σχόλια. Πβ. δοξαστ-, εκθειαστ-ικός, εξ~. ΣΥΝ. εγκωμιαστικός ΑΝΤ. επικριτικός [< μτγν. ὑμνητικός] | |
| 52983 | υμνογραφία | [ὑμνογραφία] υ-μνο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. σύνθεση ύμνων της Εκκλησίας· κατ' επέκτ. η λειτουργική ποίηση ως κλάδος της βυζαντινής γραμματείας: Ασχολήθηκε με την ~.|| Εκκλησιαστική/ορθόδοξη/χριστιανική ~. Η ~ της Μεγάλης Εβδομάδας. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. hymnographie, αγγλ. hymnography] | |
| 52984 | υμνογραφικός | , ή, ό [ὑμνογραφικός] υ-μνο-γρα-φι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που αναφέρεται στην υμνογραφία: ~ή: παράδοση. ~ό: έργο. ~ά: κείμενα. [< γαλλ. hymnographique, αγγλ. hymnographic] | |
| 52985 | υμνογράφος | [ὑμνογράφος] υ-μνο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. πρόσωπο που συνθέτει ύμνους: βυζαντινός ~. Πβ. υμνολόγος, υμνωδός. Βλ. -γράφος. [< μτγν. ὑμνογράφος, αγγλ. hymnographer] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ