Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [53460-53480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52952υλικός, ή, ό [ὑλικός] υ-λι-κός επίθ.: που αποτελείται από ύλη ή αναφέρεται σε αυτή: ~ός: κόσμος. ~ή: διάσταση (του ανθρώπου)/κατασκευή/ουσία/υπόσταση (ΑΝΤ. πνευματική). ~ό: σώμα. Πβ. ενσώματος. ΑΝΤ. ασώματος, άυλος.|| ~ός: εξοπλισμός/πλούτος. ~ή: αποζημίωση/(ΝΟΜ.) αρμοδιότητα/ασφάλεια/βλάβη/βοήθεια/δύναμη/ενίσχυση/ευημερία (βλ. υλισμός)/ικανοποίηση/καταστροφή/στήριξη/συμπαράσταση/υπεροχή/υποδομή. ~ές: απολαύσεις/ζημιές. ~ά: αγαθά/αντικείμενα. ~ή πολιτιστική κληρονομιά. Βλ. ηθικός. [< αρχ. ὑλικός, γαλλ. matériel]
52953υλικοτεχνικός, ή, ό [ὑλικοτεχνικός] υ-λι-κο-τε-χνι-κός επίθ.: τα υλικά και τεχνικά μέσα που αποτελούν την απαραίτητη υποδομή για τη διεξαγωγή ενός έργου ή τη λειτουργία ενός οργανισμού: ~ός: εξοπλισμός/σχεδιασμός. ~ή: βάση/βοήθεια/μέριμνα/οργάνωση/(υπο)στήριξη. ~ές: ανάγκες/ελλείψεις. Από ~ή άποψη. ● επίρρ.: υλικοτεχνικά
52954υλικότητα[ὑλικότητα] υ-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το χαρακτηριστικό γνώρισμα της ύλης: ~ του σώματος.|| (ΘΕΟΛ.) Η (μη) ~ του Θεού. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. matérialité]
52955υλισμικό[ὑλισμικό] υ-λι-σμι-κό ουσ. (ουδ.): ΠΛΗΡΟΦ. το σύνολο των ηλεκτρονικών και μηχανικών μερών ενός υπολογιστή, τα οποία είναι απαραίτητα για τη λειτουργία του: αναβάθμιση ~ού. Εγκατάσταση και συντήρηση ~ού. Βλ. λογισμικό. ΣΥΝ. υλικό (3), χάρντγουερ [< αμερικ. hardware, 1947, γαλλ. ~, 1965]
52957υλιστής[ὑλιστής] υ-λι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. υλίστρια}: οπαδός του φιλοσοφικού ρεύματος του υλισμού· (κυρ. κατ' επέκτ.) αυτός που αποδίδει υπερβολικά μεγάλη αξία στα υλικά αγαθά: (ως επίθ.) ~ής: φιλόσοφος. ΣΥΝ. ματεριαλιστής ΑΝΤ. ιδεαλιστής (2) [< γαλλ. matérialiste]
52958υλιστικός, ή, ό [ὑλιστικός] υ-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον υλισμό ή τον υλιστή και κυρ. κατ' επέκτ. με την προσήλωση στα υλικά αγαθά: ~ός: μονισμός. ~ή: άποψη/διαλεκτική/ερμηνεία/θεωρία/ιδεολογία/προσέγγιση.|| ~ός: τρόπος ζωής. ~ό: μοντέλο/πνεύμα. ΣΥΝ. ματεριαλιστικός ΑΝΤ. ιδεαλιστικός ● επίρρ.: υλιστικά [< γαλλ. matérialiste]
52960υλοζωισμός[ὑλοζωισμός] υ-λο-ζω-ι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία κάθε υλικό σώμα έχει ζωή και ψυχή. Βλ. ανιμισμός, -ισμός. [< γαλλ. hylozoïsme, αγγλ. hylozoism]
52961υλοζωιστής[ὑλοζωιστής] υ-λο-ζω-ι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός της θεωρίας του υλοζωισμού. Βλ. ανιμιστής. [< γαλλ. hylozoïste, αγγλ. hylozoist]
52962υλοποίηση[ὑλοποίηση] υ-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υλοποιώ: ~ της απειλής/της απόφασης/του έργου/της έρευνας/της ιδέας/των μέτρων/του οράματος/του προγράμματος/της προσπάθειας/των προτάσεων/του στόχου/του συνεδρίου/του σχεδίου/των υποσχέσεων. Κόστος/χρονοδιάγραμμα ~ης. Σε φάση ~ης. ΣΥΝ. εκπλήρωση (1), εκτέλεση (1), εφαρμογή (1), πραγματοποίηση, πραγμάτωση 2. ΦΥΣ. μετατροπή της ενέργειας σε ύλη. Βλ. -ποίηση. ΑΝΤ. εξαΰλωση (1) [< γαλλ. matérialisation]
52963υλοποιήσιμος, η, ο [ὑλοποιήσιμος] υ-λο-ποι-ή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να υλοποιηθεί: ~ος: στόχος. ~η: ιδέα/λύση. ~ο: όραμα/πρόγραμμα. ~α: μέτρα. ΣΥΝ. πραγματοποιήσιμος
52964υλοποιητικός, ή, ό [ὑλοποιητικός] υ-λο-ποι-η-τι-κός επίθ. (επίσ.): που συντελεί στην υλοποίηση ή σχετίζεται με αυτή: ~ές: αποφάσεις/δράσεις.
52966υλοτομία[ὑλοτομία] υ-λο-το-μί-α ουσ. (θηλ.) & υλοτόμηση (λόγ.): κόψιμο δέντρων σε δασική περιοχή για την παραγωγή ξυλείας ή τη δημιουργία καλλιεργήσιμων εκτάσεων: ανεξέλεγκτη/παράνομη ~ (= λαθροϋλοτομία). ΣΥΝ. ξύλευση [< αρχ. ὑλοτομία]
52967υλοτομικός, ή, ό [ὑλοτομικός] υ-λο-το-μι-κός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται στην υλοτομία: ~ή: δραστηριότητα. ~ές: εργασίες. ~ά: προϊόντα. [< μτγν. ὑλοτομικός]
52968υλοτόμος[ὑλοτόμος] υ-λο-τό-μος ουσ. (αρσ.) (λόγ.) & (λαϊκό) λοτόμος: ξυλοκόπος· επαγγελματίας που ασχολείται με την κοπή δέντρων από το δάσος για τη μετατροπή του σε ξυλεία και τη μετατόπιση των κορμών τους στο σημείο φόρτωσης. Βλ. -τόμος. [< αρχ. ὑλοτόμος]
52969υλοτομώ[ὑλοτομῶ] υ-λο-το-μώ ρ. (μτβ.) {υλοτομ-εί ... | υλοτόμ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (λόγ.): κόβω δέντρα και εκμεταλλεύομαι την ξυλεία τους: Μεγάλες δασικές εκτάσεις/περιοχές ~ήθηκαν ανεξέλεγκτα/παράνομα. ~ημένα: δάση. ΣΥΝ. ξυλεύομαι [< αρχ. ὑλοτομῶ]
52956υλοφροσύνη

[ὑλισμός] υ-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΙΛΟΣ. αντίληψη που προτάσσει την ύλη έναντι του πνεύματος και υποστηρίζει ότι αυτή αποτελεί την ουσία και τη βάση όλων των όντων και φαινομένων. ΣΥΝ. ματεριαλισμός ΑΝΤ. ιδεαλισμός (1) 2. (κατ' επέκτ.) υλοφροσύνη. Βλ. -ισμός, καταναλωτισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: διαλεκτικός υλισμός: ΦΙΛΟΣ. μαρξιστική θεωρία η οποία πρεσβεύει ότι η ύλη εξελίσσεται συνεχώς και ότι η εξέλιξη αυτή προκύπτει από τη διαρκή σύγκρουση μεταξύ αντιθέσεων. [< γερμ. dialektischer Materialismus] , ιστορικός υλισμός: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. βασική αρχή της μαρξιστικής θεωρίας η οποία προεκτείνει τις αρχές του διαλεκτικού υλισμού στη μελέτη της κοινωνικής ζωής και εξαρτά τη γενική πορεία της ανθρώπινης ιστορίας από τον οικονομικό παράγοντα., μηχανιστικός υλισμός: ΦΙΛΟΣ. δόγμα που θεωρεί την ύλη ως ουσία με μηχανικές μόνο ιδιότητες και δέχεται ότι όλα τα φαινόμενα (βιολογικά, κοινωνικά, ψυχολογικά, ιστορικά) είναι αποτελέσματα των μορίων της ύλης που κινούνται και αλληλεπιδρούν., χυδαίος υλισμός βλ. χυδαίος [< μτγν. ὑλισμός 'διήθηση, φιλτράρισμα', γαλλ. matérialisme]

52970υλοφροσύνη[ὑλοφροσύνη] υ-λο-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αντίληψη σύμφωνα με την οποία η αναζήτηση υλικών αγαθών και απολαύσεων αποτελεί ύψιστη αξία· η υιοθέτηση του αντίστοιχου τρόπου ζωής. Πβ. ευδαιμονισμός. Βλ. -οσύνη.
52971υλοχρηστική[ὑλοχρηστική] υ-λο-χρη-στι-κή ουσ. (θηλ.): κλάδος της δασολογίας που μελετά τη δομή, τις ιδιότητες και την αξιοποίηση του ξύλου και των άλλων δασικών προϊόντων.
52972υλωρική[ὑλωρική] υ-λω-ρι-κή ουσ. (θηλ.): κλάδος της δασολογίας που ασχολείται με την προστασία του δάσους και των προϊόντων του. [< πβ. αρχ. ὑλωρός ‘φύλακας δασικών εκτάσεων’]
52973υμείς[ὑμεῖς] υ-μείς προσ. αντων. (αρχαιοπρ.): εσείς. Βλ. ημείς. [< αρχ. ὑμεῖς]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.