Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [53480-53500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52974υμένας[ὑμένας] υ-μέ-νας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ΑΝΑΤ. πολύ λεπτή ελαστική μεμβράνη, η οποία διαχωρίζει, καλύπτει ή συνδέει κοιλότητες ή όργανα του σώματος: αρθρικός/βλεννογόνος/ελαστικός/ορογόνος (βλ. υπεζωκότας) ~. ● ΣΥΜΠΛ.: παρθενικός υμένας βλ. παρθενικός, τυμπανική μεμβράνη/τυμπανικός υμένας βλ. τυμπανικός [< αρχ. ὑμήν]
52975υμένιο[ὑμένιο] υ-μέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {υμενί-ου} 1. (λόγ.) συνθετική μεμβράνη: διαφανές ~. Δισκίο επικαλυμμένο με ~. Πβ. φιλμ. 2. ΒΟΤ. στρώμα του καρπού των μυκήτων που φέρει τους σπόρους. ● ΣΥΜΠΛ.: λεπτό υμένιο: ΤΕΧΝΟΛ. πολύ λεπτό στρώμα υλικού το οποίο τοποθετείται πάνω σε μεταλλική, κεραμική, γυάλινη, πλαστική επιφάνεια ή σε ημιαγωγό: φωτοβολταϊκά ~ού ~ου. [< αγγλ. thin film, 1944] [< πβ. αρχ. ὑμένιον ‘μικρή μεμβράνη’]
52976υμενοπλαστική[ὑμενοπλαστική] υ-με-νο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρθενορραφή. Βλ. -πλαστική.
52977υμενόπτερα[ὑμενόπτερα] υ-με-νό-πτε-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. υμενόπτερο}: ΖΩΟΛ. τάξη εντόμων τα οποία έχουν δύο ζευγάρια μεμβρανωδών φτερών· περιλαμβάνει τις μέλισσες, τις σφήκες και τα μυρμήγκια: (ως επίθ.) ~ έντομα. Βλ. κολεό-, λεπιδό-πτερα. [< μτγν. ὑμενόπτερος, γαλλ. hyménoptères, αγγλ. hymenoptera]
52978υμενώδης, ης, ες [ὑμενώδης] υ-με-νώ-δης επίθ. {υμενώδ-ους | -εις (ουδ -η)} (λόγ.): που έχει τη μορφή ή τη σύσταση υμένα: ~ης: λαβύρινθος (: τμήμα του έσω ωτός). Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. μεμβρανώδης [< αρχ. ὑμενώδης]
52979υμέτερος, η (λόγ.) έρα, ο [ὑμέτερος] υ-μέ-τε-ρος κτητ. αντων.: δικός σας. Βλ. ημέτερος. ● Ουσ.: υμέτεροι (οι) {υμετέρ-ων, -ους} (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπα που αντιμετωπίζονται με ευνοϊκό ή προνομιακό τρόπο λόγω της στενής σχέσης τους κυρ. με κάποιο πολιτικό περιβάλλον: απευθείας ανάθεση έργων σε ~ους. [< αρχ. ὑμέτερος]
52980ύμνηση[ὕμνηση] ύ-μνη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εγκωμιασμός, έπαινος. Πβ. εκθειασμός, εξ~. [< αρχ. ὕμνησις
52981υμνητής[ὑμνητής] υ-μνη-τής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. υμνήτρια}: πρόσωπο που εγκωμιάζει, επαινεί: ~ της ελευθερίας. ΣΥΝ. εγκωμιαστής ΑΝΤ. επικριτής [< αρχ. ὑμνητής]
52982υμνητικός, ή, ό [ὑμνητικός] υ-μνη-τι-κός επίθ.: που εγκωμιάζει, επαινετικός: ~ή: αναφορά/κριτική. ~ό: άρθρο. ~ά: σχόλια. Πβ. δοξαστ-, εκθειαστ-ικός, εξ~. ΣΥΝ. εγκωμιαστικός ΑΝΤ. επικριτικός [< μτγν. ὑμνητικός]
52983υμνογραφία[ὑμνογραφία] υ-μνο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. σύνθεση ύμνων της Εκκλησίας· κατ' επέκτ. η λειτουργική ποίηση ως κλάδος της βυζαντινής γραμματείας: Ασχολήθηκε με την ~.|| Εκκλησιαστική/ορθόδοξη/χριστιανική ~. Η ~ της Μεγάλης Εβδομάδας. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. hymnographie, αγγλ. hymnography]
52984υμνογραφικός, ή, ό [ὑμνογραφικός] υ-μνο-γρα-φι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που αναφέρεται στην υμνογραφία: ~ή: παράδοση. ~ό: έργο. ~ά: κείμενα. [< γαλλ. hymnographique, αγγλ. hymnographic]
52985υμνογράφος[ὑμνογράφος] υ-μνο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. πρόσωπο που συνθέτει ύμνους: βυζαντινός ~. Πβ. υμνολόγος, υμνωδός. Βλ. -γράφος. [< μτγν. ὑμνογράφος, αγγλ. hymnographer]
52986υμνολογία[ὑμνολογία] υ-μνο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) ΕΚΚΛΗΣ. 1. ευχαριστήριος και εγκωμιαστικός ύμνος και κατ' επέκτ. το σύνολο των ύμνων αυτών: εκκλησιαστική/ορθόδοξη ~. ~ της Κοιμήσεως της Θεοτόκου/της Μεγάλης Εβδομάδας/των Χριστουγέννων. Πβ. δοξολογία, υμνωδία. 2. η μελέτη των εκκλησιαστικών ύμνων και κατ' επέκτ. το αντίστοιχο θεολογικό μάθημα: βυζαντινή ~. 3. {συνηθέστ. στον πληθ.} (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) κολακευτικός λόγος: ανούσιες ~ες για/προς τον ... Πβ. εγκώμιο. Βλ. -λογία. [< μτγν. ὑμνολογία, γαλλ. hymnologie, αγγλ. hymnology]
52987υμνολογικός, ή, ό [ὑμνολογικός] υ-μνο-λο-γι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που αναφέρεται στην υμνολογία: ~ή: παράδοση. [< μτγν. ὑμνολογικός]
52988υμνολόγιο[ὑμνολόγιο] υ-μνο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. συλλογή εκκλησιαστικών ύμνων και κατ' επέκτ. το βιβλίο το οποίο τους περιλαμβάνει. Βλ. -λόγιο. 2. (μτφ.) σύνολο εγκωμιαστικών λόγων και επαίνων. [< μτγν. ὑμνολόγια (τά) 'οι γιορτές των Καρμενταλίων']
52989υμνολόγος[ὑμνολόγος] υ-μνο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. πρόσωπο που συνθέτει και ψέλνει ύμνους. Πβ. υμνογράφος, υμνωδός. Βλ. -λόγος. [< μτγν. ὑμνολόγος, γαλλ. hymnologue, αγγλ. hymnologist]
52990υμνολογώ[ὑμνολογῶ] υ-μνο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {υμνολογ-εί ... | υμνολόγ-ησε, -ώντας} 1. ΕΚΚΛΗΣ. υμνώ με εκκλησιαστικές ψαλμωδίες: ~ούμε και δοξάζουμε τον Θεό. Πβ. δοξολογώ. 2. (μτφ.) εκφράζομαι για κάποιον ή κάτι εγκωμιαστικά: ~εί την κυβέρνηση. Πβ. εξυμνώ, πλέκω/ψάλλω το εγκώμιο κάποιου. Βλ. -λογώ. ΣΥΝ. εκθειάζω ΑΝΤ. επικρίνω, επιτιμώ (1) [< μτγν. ὑμνολογῶ]
52991ύμνος[ὕμνος] ύ-μνος ουσ. (αρσ.) 1. τραγούδι με το οποίο εξυμνείται κάποιος ή κάτι, συνήθ. ιδέα, αξία· ειδικότ. ψαλμός: αρχαίος/θρησκευτικός/ορφικός ~. ~ του κόμματος/της (αθλητικής) ομάδας/του συλλόγου. Ο ~ των Ολυμπιακών Αγώνων.|| (ΛΟΓΟΤ.) ~ εις την Ελευθερίαν.|| (ΦΙΛΟΛ.) Ομηρικοί ~οι.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Επινίκιος ~. Αναστάσιμοι/βυζαντινοί/ορθόδοξοι/χριστιανικοί ~οι. ~οι της Μεγάλης Εβδομάδας/των Χριστουγέννων (βλ. κανόνας, τροπάριο). Πβ. άσμα, υμνωδία. 2. (μτφ.) εγκώμιο, έκφραση μεγάλου θαυμασμού: οι ~οι των κριτικών/του Τύπου για το βιβλίο. Η ταινία αποτελεί έναν ~ο στη δημιουργία/στον έρωτα. ΣΥΝ. διθύραμβος (1), εξύμνηση ΑΝΤ. επίκριση, επιτίμηση (1) ● ΣΥΜΠΛ.: εθνικός ύμνος: καθιερωμένος σε κάθε κράτος ύμνος που εκφράζει την κοινή εθνική συνείδηση και παίζεται ή τραγουδιέται σε επίσημες εκδηλώσεις: ανάκρουση του ~ού ~ου., Ακάθιστος Ύμνος βλ. ακάθιστος [< αρχ. ὕμνος, γαλλ. hymne, αγγλ. hymn]
52992υμνώ[ὑμνῶ] υ-μνώ ρ. (μτβ.) {υμν-είς ... | ύμν-ησε, -είται, -ήθηκε, ούμενος, -ημένος, -ώντας} ΣΥΝ. υμνολογώ 1. ΕΚΚΛΗΣ. ψάλλω εκκλησιαστικούς ύμνους: ~ έναν άγιο/τον Θεό/μια θεότητα. Πβ. αν~. 2. (μτφ.) εγκωμιάζω, επαινώ σε μεγάλο βαθμό: ~ την αγάπη/τον έρωτα/τη φύση. Στον λόγο του ~ησε την προσφορά τους. ΣΥΝ. εξυμνώ ΑΝΤ. επικρίνω [< αρχ. ὑμνῶ]
52993υμνωδία[ὑμνῳδία] υ-μνω-δί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. ύμνος· κατ' επέκτ. το σύνολο των ύμνων: Η χορωδία έψαλε χριστουγεννιάτικες ~ες.|| Βυζαντινή/λειτουργική ~. Πβ. υμνολογία, ψαλμωδία. [< αρχ. ὑμνῳδία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.