| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52986 | υμνολογία | [ὑμνολογία] υ-μνο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) ΕΚΚΛΗΣ. 1. ευχαριστήριος και εγκωμιαστικός ύμνος και κατ' επέκτ. το σύνολο των ύμνων αυτών: εκκλησιαστική/ορθόδοξη ~. ~ της Κοιμήσεως της Θεοτόκου/της Μεγάλης Εβδομάδας/των Χριστουγέννων. Πβ. δοξολογία, υμνωδία. 2. η μελέτη των εκκλησιαστικών ύμνων και κατ' επέκτ. το αντίστοιχο θεολογικό μάθημα: βυζαντινή ~. 3. {συνηθέστ. στον πληθ.} (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) κολακευτικός λόγος: ανούσιες ~ες για/προς τον ... Πβ. εγκώμιο. Βλ. -λογία. [< μτγν. ὑμνολογία, γαλλ. hymnologie, αγγλ. hymnology] | |
| 52987 | υμνολογικός | , ή, ό [ὑμνολογικός] υ-μνο-λο-γι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που αναφέρεται στην υμνολογία: ~ή: παράδοση. [< μτγν. ὑμνολογικός] | |
| 52988 | υμνολόγιο | [ὑμνολόγιο] υ-μνο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. συλλογή εκκλησιαστικών ύμνων και κατ' επέκτ. το βιβλίο το οποίο τους περιλαμβάνει. Βλ. -λόγιο. 2. (μτφ.) σύνολο εγκωμιαστικών λόγων και επαίνων. [< μτγν. ὑμνολόγια (τά) 'οι γιορτές των Καρμενταλίων'] | |
| 52989 | υμνολόγος | [ὑμνολόγος] υ-μνο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. πρόσωπο που συνθέτει και ψέλνει ύμνους. Πβ. υμνογράφος, υμνωδός. Βλ. -λόγος. [< μτγν. ὑμνολόγος, γαλλ. hymnologue, αγγλ. hymnologist] | |
| 52990 | υμνολογώ | [ὑμνολογῶ] υ-μνο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {υμνολογ-εί ... | υμνολόγ-ησε, -ώντας} 1. ΕΚΚΛΗΣ. υμνώ με εκκλησιαστικές ψαλμωδίες: ~ούμε και δοξάζουμε τον Θεό. Πβ. δοξολογώ. 2. (μτφ.) εκφράζομαι για κάποιον ή κάτι εγκωμιαστικά: ~εί την κυβέρνηση. Πβ. εξυμνώ, πλέκω/ψάλλω το εγκώμιο κάποιου. Βλ. -λογώ. ΣΥΝ. εκθειάζω ΑΝΤ. επικρίνω, επιτιμώ (1) [< μτγν. ὑμνολογῶ] | |
| 52991 | ύμνος | [ὕμνος] ύ-μνος ουσ. (αρσ.) 1. τραγούδι με το οποίο εξυμνείται κάποιος ή κάτι, συνήθ. ιδέα, αξία· ειδικότ. ψαλμός: αρχαίος/θρησκευτικός/ορφικός ~. ~ του κόμματος/της (αθλητικής) ομάδας/του συλλόγου. Ο ~ των Ολυμπιακών Αγώνων.|| (ΛΟΓΟΤ.) ~ εις την Ελευθερίαν.|| (ΦΙΛΟΛ.) Ομηρικοί ~οι.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Επινίκιος ~. Αναστάσιμοι/βυζαντινοί/ορθόδοξοι/χριστιανικοί ~οι. ~οι της Μεγάλης Εβδομάδας/των Χριστουγέννων (βλ. κανόνας, τροπάριο). Πβ. άσμα, υμνωδία. 2. (μτφ.) εγκώμιο, έκφραση μεγάλου θαυμασμού: οι ~οι των κριτικών/του Τύπου για το βιβλίο. Η ταινία αποτελεί έναν ~ο στη δημιουργία/στον έρωτα. ΣΥΝ. διθύραμβος (1), εξύμνηση ΑΝΤ. επίκριση, επιτίμηση (1) ● ΣΥΜΠΛ.: εθνικός ύμνος: καθιερωμένος σε κάθε κράτος ύμνος που εκφράζει την κοινή εθνική συνείδηση και παίζεται ή τραγουδιέται σε επίσημες εκδηλώσεις: ανάκρουση του ~ού ~ου., Ακάθιστος Ύμνος βλ. ακάθιστος [< αρχ. ὕμνος, γαλλ. hymne, αγγλ. hymn] | |
| 52992 | υμνώ | [ὑμνῶ] υ-μνώ ρ. (μτβ.) {υμν-είς ... | ύμν-ησε, -είται, -ήθηκε, ούμενος, -ημένος, -ώντας} ΣΥΝ. υμνολογώ 1. ΕΚΚΛΗΣ. ψάλλω εκκλησιαστικούς ύμνους: ~ έναν άγιο/τον Θεό/μια θεότητα. Πβ. αν~. 2. (μτφ.) εγκωμιάζω, επαινώ σε μεγάλο βαθμό: ~ την αγάπη/τον έρωτα/τη φύση. Στον λόγο του ~ησε την προσφορά τους. ΣΥΝ. εξυμνώ ΑΝΤ. επικρίνω [< αρχ. ὑμνῶ] | |
| 52993 | υμνωδία | [ὑμνῳδία] υ-μνω-δί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. ύμνος· κατ' επέκτ. το σύνολο των ύμνων: Η χορωδία έψαλε χριστουγεννιάτικες ~ες.|| Βυζαντινή/λειτουργική ~. Πβ. υμνολογία, ψαλμωδία. [< αρχ. ὑμνῳδία] | |
| 52994 | υμνωδός | [ὑμνῳδός] υ-μνω-δός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που συνθέτει ή ψέλνει εκκλησιαστικούς ύμνους: ιερός ~. ~ του Ακάθιστου Ύμνου/των Χαιρετισμών. Πβ. υμνο-γράφος, -λόγος. ΣΥΝ. ψαλμωδός 2. (μτφ.) εγκωμιαστής: ~οί των δημοκρατικών θεσμών. ΑΝΤ. επικριτής [< αρχ. ὑμνῳδός] | |
| 52997 | υνί | [ὑνί] υ-νί ουσ. (ουδ.) 1. (κυρ. παλαιότ.) τριγωνικό σιδερένιο εξάρτημα που προσαρμόζεται στη βάση του αρότρου και εισχωρεί στο χώμα κατά το όργωμα: αλέτρι με ένα ή δυο ~ιά. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ατσάλινη λάμα που μοιάζει με τραπέζιο και αποτελεί βασικό τμήμα σκαλιστικών μηχανημάτων και εκριζωτών. Βλ. αυλακωτήρας. [< μεσν. *υνίον < μτγν. ὕνιον ‘μικρό υνί’] | |
| 52996 | ΥΝΝΠ | (το): Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής (2015). | |
| 52998 | υοειδής | , ής, ές [ὑοειδής] υ-ο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει το σχήμα του γράμματος Υ: ~ής: σωλήνας. ~ές: οστό (: βρίσκεται κάτω από τη γλώσσα και δεν συνδέεται με τον υπόλοιπο σκελετό). Βλ. -ειδής. [< μτγν. ὑοειδής] | |
| 52999 | υοσκίνη | [ὑοσκίνη] υ-ο-σκί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. σκοπολαμίνη. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. hyoscine] | |
| 53000 | υπ. | (συντομ.): ο/η υπουργός. | |
| 53001 | Υπ. Απ. | (η): Υπουργική Απόφαση. | |
| 53003 | ΥΠ.Α.Α.Τ. | (το): Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. | |
| 53041 | ΥΠ.ΑΝ.Ε. | (το): Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων (2019). | |
| 53078 | ΥΠ.ΕΘ.Α. | (το): Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. | |
| 53094 | ΥΠ.ΕΞ. | (το): Υπουργείο Εξωτερικών. | |
| 53541 | ΥΠ.ΕΣ. | (το): Υπουργείο Εσωτερικών. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ