Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [53500-53520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52994υμνωδός[ὑμνῳδός] υ-μνω-δός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που συνθέτει ή ψέλνει εκκλησιαστικούς ύμνους: ιερός ~. ~ του Ακάθιστου Ύμνου/των Χαιρετισμών. Πβ. υμνο-γράφος, -λόγος. ΣΥΝ. ψαλμωδός 2. (μτφ.) εγκωμιαστής: ~οί των δημοκρατικών θεσμών. ΑΝΤ. επικριτής [< αρχ. ὑμνῳδός]
52997υνί[ὑνί] υ-νί ουσ. (ουδ.) 1. (κυρ. παλαιότ.) τριγωνικό σιδερένιο εξάρτημα που προσαρμόζεται στη βάση του αρότρου και εισχωρεί στο χώμα κατά το όργωμα: αλέτρι με ένα ή δυο ~ιά. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ατσάλινη λάμα που μοιάζει με τραπέζιο και αποτελεί βασικό τμήμα σκαλιστικών μηχανημάτων και εκριζωτών. Βλ. αυλακωτήρας. [< μεσν. *υνίον < μτγν. ὕνιον ‘μικρό υνί’]
52996ΥΝΝΠ(το): Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής (2015).
52998υοειδής, ής, ές [ὑοειδής] υ-ο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει το σχήμα του γράμματος Υ: ~ής: σωλήνας. ~ές: οστό (: βρίσκεται κάτω από τη γλώσσα και δεν συνδέεται με τον υπόλοιπο σκελετό). Βλ. -ειδής. [< μτγν. ὑοειδής]
52999υοσκίνη[ὑοσκίνη] υ-ο-σκί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. σκοπολαμίνη. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. hyoscine]
53000υπ.(συντομ.): ο/η υπουργός.
53001Υπ. Απ.(η): Υπουργική Απόφαση.
53003ΥΠ.Α.Α.Τ.(το): Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
53041ΥΠ.ΑΝ.Ε.(το): Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων (2019).
53078ΥΠ.ΕΘ.Α.(το): Υπουργείο Εθνικής Άμυνας.
53094ΥΠ.ΕΞ.(το): Υπουργείο Εξωτερικών.
53541ΥΠ.ΕΣ.(το): Υπουργείο Εσωτερικών.
53749ΥΠ.ΟΙΚ.(το): Υπουργείο Οικονομικών.
54069ΥΠ.ΠΟ.Α (το): Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού.
54072ΥΠ.Υ.Μ.(το): Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών.
53002ΥΠΑ(η): Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας
53004υπαγάγειβλ. υπάγω
53005ύπαγεβλ. υπάγω
53006υπαγόρευση[ὑπαγόρευση] υ-πα-γό-ρευ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπαγορεύω: φωνητική/ψηφιακή ~. Ρυθμός/ταχύτητα ~ης. ~ (άγνωστου/διδαγμένου/μουσικού) κειμένου/των θεμάτων (των εξετάσεων)/ορθογραφίας. Συσκευή/σύστημα ~ης. Πβ. εκφώνηση.|| (μτφ.) Πολιτική ~. ~ όρων (πβ. επιβολή). Δεν δέχομαι ~εύσεις από κανένα. ● ΦΡ.: καθ' υπαγόρευση & (λόγ.) καθ' υπαγόρευσιν 1. για κείμενο που διαβάζεται σε κάποιον, συνήθ. για να το γράψει: Γράφω/δακτυλογραφώ ~ ~. 2. (μτφ.) μετά από εντολή ή υπόδειξη κάποιου: Ενεργώ ~ ~. [< μτγν. ὑπαγόρευσις]
53007υπαγορεύω[ὑπαγορεύω] υ-πα-γο-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {υπαγόρευ-σα, υπαγορεύ-τηκε κ. -θηκε, -μένος, υπαγορεύ-οντας} 1. εκφωνώ κάτι, συνήθ. αργά και δυνατά, προκειμένου κάποιος να το γράψει ή να το επαναλάβει: ~ μια επιστολή/ένα κείμενο. ~σε τις λύσεις/οδηγίες/σημειώσεις. 2. (μτφ.-λόγ.) υποδεικνύω, επιβάλλω: Η λογική/συνείδηση ~ει να ... Πβ. ορίζω. [< αρχ. ὑπαγορεύω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.