| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53749 | ΥΠ.ΟΙΚ. | (το): Υπουργείο Οικονομικών. | |
| 54069 | ΥΠ.ΠΟ. | Α (το): Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. | |
| 54072 | ΥΠ.Υ.Μ. | (το): Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών. | |
| 53002 | ΥΠΑ | (η): Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας | |
| 53004 | υπαγάγει | βλ. υπάγω | |
| 53005 | ύπαγε | βλ. υπάγω | |
| 53006 | υπαγόρευση | [ὑπαγόρευση] υ-πα-γό-ρευ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπαγορεύω: φωνητική/ψηφιακή ~. Ρυθμός/ταχύτητα ~ης. ~ (άγνωστου/διδαγμένου/μουσικού) κειμένου/των θεμάτων (των εξετάσεων)/ορθογραφίας. Συσκευή/σύστημα ~ης. Πβ. εκφώνηση.|| (μτφ.) Πολιτική ~. ~ όρων (πβ. επιβολή). Δεν δέχομαι ~εύσεις από κανένα. ● ΦΡ.: καθ' υπαγόρευση & (λόγ.) καθ' υπαγόρευσιν 1. για κείμενο που διαβάζεται σε κάποιον, συνήθ. για να το γράψει: Γράφω/δακτυλογραφώ ~ ~. 2. (μτφ.) μετά από εντολή ή υπόδειξη κάποιου: Ενεργώ ~ ~. [< μτγν. ὑπαγόρευσις] | |
| 53007 | υπαγορεύω | [ὑπαγορεύω] υ-πα-γο-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {υπαγόρευ-σα, υπαγορεύ-τηκε κ. -θηκε, -μένος, υπαγορεύ-οντας} 1. εκφωνώ κάτι, συνήθ. αργά και δυνατά, προκειμένου κάποιος να το γράψει ή να το επαναλάβει: ~ μια επιστολή/ένα κείμενο. ~σε τις λύσεις/οδηγίες/σημειώσεις. 2. (μτφ.-λόγ.) υποδεικνύω, επιβάλλω: Η λογική/συνείδηση ~ει να ... Πβ. ορίζω. [< αρχ. ὑπαγορεύω] | |
| 53008 | υπάγω | [ὑπάγω] υ-πά-γω ρ. (μτβ.) {(αόρ.) υπήγαγε, υπαγάγει, υπάχ-θηκε (λόγ.) υπήχθη (μτχ. υπαχθ-είς, -είσα, -έν), -θεί, υπάγ-οντας, -όμενος, κυρ. μεσοπαθ.} (λόγ.): θέτω στην αρμοδιότητα κάποιου: Το σχέδιο νόμου ~ει τους συνεταιρισμούς σε διαδικασίες ελέγχου. Πβ. εντάσσω, κατατάσσω, τοποθετώ. ● Παθ.: υπάγομαι: βρίσκομαι κάτω από τη δικαιοδοσία κάποιου: Κάτι ~εται στις διατάξεις/στο καθεστώς/στα (αντικειμενικά) κριτήρια/στον νόμο/στο πρόγραμμα/στις ρυθμίσεις ... Το χωριό ~εται διοικητικά στον Δήμο ... Το τμήμα ~εται στη διεύθυνση/στον τομέα Πληροφορικής ... Εισοδήματα/πρόσωπα ~όμενα σε ειδικό φόρο. Πβ. ανήκω, εντάσσομαι. ● ΦΡ.: ύπαγε εν ειρήνη (ΚΔ): πήγαινε στην ευχή του Θεού. , ύπαγε οπίσω μου Σατανά βλ. σατανάς [< αρχ. ὑπάγω ‘οδηγώ κάτω από, περιλαμβάνω’, γαλλ. subordoner] | |
| 53009 | υπαγωγή | [ὑπαγωγή] υ-πα-γω-γή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπάγω: διοικητική ~. ~ στις διατάξεις του άρθρου ... ~ της εταιρείας στο σχέδιο χρηματοδότησης. Πβ. ένταξη. [< πβ. αρχ. ὑπαγωγή ‘καθυπόταξη’, γαλλ. subordonation] | |
| 53011 | υπαίθριος | , α, ο [ὑπαίθριος] υ-παί-θρι-ος επίθ.: που βρίσκεται ή πραγματοποιείται σε ανοικτό, μη στεγασμένο χώρο: ~ος: κινηματογράφος/πάγκος/χώρος (στάθμευσης). ~α: αγορά/γιορτή/διαφήμιση/έκθεση (φωτογραφίας)/ζωγραφική (= υπαιθρισμός)/θεατρική παράσταση/συγκέντρωση. ~ο: γεύμα (= πικ νικ)/γήπεδο/γλέντι/θέατρο/καθιστικό/κολυμβητήριο/μουσείο/παζάρι. ~ες: καλλιέργειες/ντομάτες (ΑΝΤ. υπό κάλυψη). ~α: παιχνίδια.|| ~ος: πωλητής. ~ο: εμπόριο. ~οι: μουσικοί. Βλ. πλανόδιος. ● επίρρ.: υπαίθρια & (λόγ.) -ίως [< αρχ. ὑπαίθριος] | |
| 53012 | υπαιθρισμός | [ὑπαιθρισμός] υ-παι-θρι-σμός ουσ. (αρσ.): η ζωγραφική στο ύπαιθρο. Βλ. -ισμός. | |
| 53013 | ύπαιθρο | [ὕπαιθρο] ύ-παι-θρο ουσ. (ουδ.) {υπαίθρ-ου}: ανοιχτός, μη στεγασμένος χώρος: Εξαιτίας του σεισμού διανυκτέρευσαν στο ~. [< αρχ. ὕπαιθρον] | |
| 53014 | ύπαιθρος | [ὕπαιθρος] ύ-παι-θρος ουσ. (θηλ.) {υπαίθρ-ου}: η εξοχή, τα χωριά και γενικότ. τα μέρη που βρίσκονται εκτός αστικών κέντρων: η ελληνική ~. Άσκηση στην ~ο.|| (περιληπτ.) Άνθρωπος της ~ου. Μέτρα για τη στήριξη της ~ου (: των κατοίκων της).|| (ως επίθ.) Η ~ χώρα. ● ΣΥΜΠΛ.: εργασία υπαίθρου βλ. εργασία, υπηρεσία υπαίθρου βλ. υπηρεσία [< μτγν. ὕπαιθρος] | |
| 53015 | υπαινιγμός | [ὑπαινιγμός] υ-παι-νιγ-μός ουσ. (αρσ.): νύξη, έμμεση αναφορά σε κάτι: λεπτός/προφανής/σαφής ~. Πολιτικός ~. Αφήνω/κάνω ~ούς. Το δημοσίευμα περιλαμβάνει προσβλητικούς ~ούς για ... Πβ. αιχμές, μπηχτή, σπόντα. ΣΥΝ. υπονοούμενο | |
| 53016 | υπαινικτικός | , ή, ό [ὑπαινικτικός] υ-παι-νι-κτι-κός επίθ.: που εκφράζει κάτι με έμμεσο τρόπο, που δεν λέγεται ξεκάθαρα: ~ός: λόγος/χαρακτήρας (π.χ. ενός κειμένου). ~ή: αναφορά (βλ. τα λέω στην πεθερά για να τ' ακούσει η νύφη. ΑΝΤ. κατηγορηματικός, ρητός)/ατμόσφαιρα/γραφή. ~ό: ύφος. ~ά: σχόλια. Με ~ό τρόπο. Βλ. ασαφής. ● επίρρ.: υπαινικτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] | |
| 53017 | υπαινικτικότητα | [ὑπαινικτικότητα] υ-παι-νι-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του υπαινικτικού: Χαρακτηριστικά της γραφής του είναι η ~ και η ειρωνεία. Βλ. ευθυβολία, παρασιώπηση, -ότητα. ΑΝΤ. προφάνεια | |
| 53018 | υπαινίσσομαι | [ὑπαινίσσομαι] υ-παι-νίσ-σο-μαι ρ. (μτβ.) {υπαινί-χθηκα} (λόγ.): υπονοώ, κάνω νύξη, λέω κάτι με έμμεσο τρόπο: ~εται την ύπαρξη ποινικών ευθυνών. ~χθηκε ότι φταίει ο φίλος του. Δεν ~χθηκα τίποτα. [< αρχ. ὑπαινίσσομαι] | |
| 53019 | υπαισθησία | [ὑπαισθησία] υ-παι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογικά μειωμένη ευαισθησία κυρ. στα ερεθίσματα που σχετίζονται με την αίσθηση της αφής. Βλ. παραισθησία. ΑΝΤ. υπεραισθησία [< γαλλ. hypoesthésie, αγγλ. hyp(oa)esthesia, 1906] | |
| 53020 | υπαίτιος | , α, ο [ὑπαίτιος] υ-παί-τι-ος επίθ./ουσ. (λόγ.): που ευθύνεται για κάτι συνήθ. κακό: (ως ουσ., για πρόσ.) βασικός/κύριος/μοναδικός/πραγματικός ~. Ο ~ για το έγκλημα. Ο ~ της ήττας/κρίσης. Πβ. αίτιος, ένοχος, πρόξενος2, φταίχτης.|| (ως επίθ.) Μετά το τροχαίο συνελήφθη ο ~ οδηγός. Πβ. υπεύθυνος. Βλ. συν~, υπόλογος.|| (ΝΟΜ.) ~α: παράβαση/συμπεριφορά. ~ο: όργανο/πρόσωπο. Γνωστοποίηση χωρίς ~α καθυστέρηση. ΑΝΤ. ανυπαίτιος ● επίρρ.: υπαίτια & (λόγ.) -ίως [< αρχ. ὑπαίτιος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ