Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [53520-53540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53021υπαιτιότητα[ὑπαιτιότητα] υ-παι-τι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. απόδοση δόλου ή αμέλειας σε ένα άτομο του οποίου η βούληση ή οι ενέργειες οδήγησαν σε αντίθετη προς τον νόμο κατάσταση: αποκλειστική/κοινή ~. ~ ατυχήματος. Έλλειψη (= αν~)/ύπαρξη ~ας. Διαζύγιο εξ ~ας (: λόγω σοβαρού παραπτώματος του ενός συζύγου). Πβ. ενοχή. Βλ. συν~. 2. (λόγ.) το να είναι κάποιος υπεύθυνος για κάτι: με δική του ~. Απόλυση χωρίς ~ των εργαζομένων. Πβ. φταίξιμο. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. ευθύνη (2)
53022υπακοή[ὑπακοή] υ-πα-κο-ή ουσ. (θηλ.) 1. {χωρ. πληθ.} η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπακούω: απόλυτη/δουλική/πιστή/τυφλή ~. ~ στους ανωτέρους/στους γονείς/στις εντολές (κάποιου)/στους κανονισμούς/στους μεγαλύτερους/στους νόμους/στο Σύνταγμα. Πβ. ευπείθεια, πειθαρχία, συμμόρφωση, υποταγή.|| (στον μοναχισμό:) Άσκηση στην ~. ΑΝΤ. ανυπακοή 2. ΕΚΚΛΗΣ. τροπάριο της τρίτης ωδής του Κανόνα. [< μτγν. ὑπακοή]
53023υπάκουος, η, ο [ὑπάκουος] υ-πά-κου-ος επίθ.: που υπακούει, συμμορφώνεται στις υποδείξεις των άλλων: ~ος: πολίτης. ~ο: παιδί. ~α: ζώα. Είναι φρόνιμος και ~ στους γονείς του. Πβ. ευπειθής, πειθήνιος. ΑΝΤ. ανυπάκουος, απείθαρχος, απειθής, ατίθασος (1) ● επίρρ.: υπάκουα [< μτγν. ὑπακουός ‘αυτός που ακούει προσεκτικά’]
39371Υπάκουος

, α, ο πει-θή-νι-ος επίθ. (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): που πειθαρχεί, υπακούει τυφλά: ~οι υπηρέτες (του συστήματος). Πβ. ευπειθής, πειθαρχικός, υπάκουος.|| (συνεκδ.) ~α: συμπεριφορά/υποταγή. ● επίρρ.: πειθήνια ● ΣΥΜΠΛ.: πειθήνιο όργανο & άβουλο όργανο: υποχείριο: ~α ~α της εξουσίας/του καθεστώτος. (Έγινε) ~ ~ στα χέρια του ... ΣΥΝ. ανδρείκελο (1), έρμαιο, μαριονέτα (2), πιόνι (2) [< μτγν. πειθήνιος]

53024υπακούω[ὑπακούω] υ-πα-κού-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {υπάκου-σα, υπακού-σω, -οντας}: συμμορφώνομαι στις υποδείξεις άλλων, πειθαρχώ εκούσια σε εντολές: ~ στους θεσμούς. ~ στη λογική/συνείδησή μου. ~ πιστά/πρόθυμα/τυφλά στις διαταγές/οδηγίες/προτροπές/προσταγές κάποιου. ~ στις επιταγές της μόδας/του νόμου. ~ στον δάσκαλο/πατέρα μου. ~οντας στην επιθυμία των γονιών του ...|| Το τιμόνι δεν ~ει (= δεν ελέγχεται). ΑΝΤ. απειθαρχώ, απειθώ, παρακούω (2) ● υπακούει (μτφ.-λόγ.): ανήκει σε, εμπίπτει: Η επιλογή των μαθημάτων ~ σε ορισμένους κανόνες. [< αρχ. ὑπακούω]
53025υπακτέος, α, ο [ὑπακτέος] υ-πα-κτέ-ος επίθ. (επίσ.): που υπάγεται υποχρεωτικά: απασχόληση/δραστηριότητα/εργασία ~έα/ο ~έος στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ. [< ὑπάγω, ρηματικό επίθ. ]
53026υπακτικός, ή, ό [ὑπακτικός] υ-πα-κτι-κός επίθ.: καθαρτικός: ~ό: τσάι. ~ές: ιδιότητες. Βότανο/φάρμακο/φυτό με ~ή δράση. ● Ουσ.: υπακτικό (το): καθαρτικό: ήπιο/ισχυρό/φυτικό ~. [< μτγν. ὑπακτικός, αγγλ. hypactic]
53027υπαλλαγή[ὑπαλλαγή] υ-παλ-λα-γή ουσ. (θηλ.) & σχήμα υπαλλαγής (το) 1. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο ένα επίθετο δεν συμφωνεί γραμματικά με το ουσιαστικό που συνοδεύει, αλλά με τον όρο που επίσης προσδιορίζει το ίδιο ουσιαστικό: π.χ. πληγή από φριχτό μαχαίρι, αντί φριχτή πληγή από μαχαίρι. 2. ΓΛΩΣΣ. μετωνυμία. 3. ΝΟΜ. δικαίωμα αντικατάστασης έννομης υποχρέωσης του οφειλέτη με άλλη. [< αρχ. ὑπαλλαγή 1: αγγλ.-γαλλ. hypallage]
21964υπαλλαγή

, ή, ό κα-θαρ-τι-κός επίθ. 1. που διευκολύνει τις κενώσεις του εντέρου: ~ές: ουσίες. ~ά: φάρμακα. ΣΥΝ. υπακτικός 2. ΘΡΗΣΚ. καθαρτήριος. [< αρχ. καθαρτικός, γαλλ. cathartique, αγγλ. cathartic, γερμ. kathartisch]

53028υπαλληλία[ὑπαλληλία] υ-παλ-λη-λί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. η ιδιότητα του υπαλλήλου και συνεκδ. το σύνολο των υπαλλήλων: δημόσια (= δημοσιοϋπαλληλία)/κρατική ~.|| Η διοίκηση και η ~ της εταιρείας. 2. ένταξη ενός προσώπου σε μία ομάδα ή μιας στενότερης έννοιας σε μία ευρύτερη.
53029υπαλληλίκι[ὑπαλληλίκι] υ-παλ-λη-λί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): η ιδιότητα του υπαλλήλου: δημόσιο ~ (= δημοσιοϋπαλληλίκι). Βλ. -ίκι.
53030υπαλληλικός, ή, ό [ὑπαλληλικός] υ-παλ-λη-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους υπαλλήλους: ~ή: αποζημίωση/εργασία/ιδιότητα/ιεραρχία/νοοτροπία/(ΝΟΜ.) προσφυγή. ~ό: δυναμικό/καθεστώς. ~ές: θέσεις. Βλ. δημοσιοϋπαλληλικός. ● ΣΥΜΠΛ.: Υπαλληλικό Δίκαιο: ΝΟΜ. σύνολο κανόνων οι οποίοι ρυθμίζουν τις εργασιακές σχέσεις, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των δημόσιων και δημοτικών κυρ. υπαλλήλων., Υπαλληλικός Κώδικας: ΝΟΜ. σύνολο διατάξεων οι οποίες ρυθμίζουν το εργασιακό καθεστώς των υπαλλήλων.
53031υπαλληλοκρατία[ὑπαλληλοκρατία] υ-παλ-λη-λο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (συχνά αρνητ. συνυποδ.): το σύνολο των δημοσίων κυρ. υπαλλήλων· συνεκδ. η συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια τους. Βλ. -κρατία.
53032υπαλληλοποίηση[ὑπαλληλοποίηση] υ-παλ-λη-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ένταξη στο σώμα των υπαλλήλων. 2. (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) υιοθέτηση υπαλληλικής νοοτροπίας. Βλ. -ποίηση.
53033υπάλληλος[ὑπάλληλος] υ-πάλ-λη-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {υπαλλήλ-ου}: πρόσωπο που εργάζεται για κάποιον εργοδότη σε μη χειρωνακτική εργασία έναντι μισθού: ανώτερος/αρμόδιος/δημοτικός/δικαστικός/διοικητικός/ιδιωτικός/κρατικός/μόνιμος/συμβασιούχος/συνταξιούχος/σωφρονιστικός/ταχυδρομικός/τελωνειακός/τραπεζικός ~. Εκπαίδευση/επιμόρφωση ~ων. ~ γραφείου/σε ξενοδοχείο. Ζητείται ~ με γνώσεις πληροφορικής/για μερική απασχόληση. Πβ. εργαζόμενος. Βλ. μισθωτός, ξενοδοχοϋπάλληλος. ● Υποκ.: υπαλληλάκος & υπαλληλίσκος (ο) ● ΣΥΜΠΛ.: ανακριτικός υπάλληλος βλ. ανακριτικός, δημόσιος υπάλληλος βλ. δημόσιος [< γαλλ. employé]
53034υπάλληλος, η, ο [ὑπάλληλος] υ-πάλ-λη-λος επίθ. (σπάν.): που ανήκει στη δικαιοδοσία κάποιου, που εντάσσεται σε αυτόν: ~ες: τάξεις. ● ΣΥΜΠΛ.: υπάλληλες έννοιες: ΓΛΩΣΣ. των οποίων η σχέση καθορίζεται από το εύρος τους, δηλ. η ευρύτερη έννοια περιλαμβάνει τις στενότερες: π.χ. "θηλαστικά" και "γάτα". Βλ. υπώνυμο. [< αρχ. ὑπάλληλος]
53035υπαλπικός, ή, ό βλ. υποαλπικός
53036υπαμοιβή[ὑπαμοιβή] υ-πα-μοι-βή ουσ. (θηλ.): μόνο στη ● ΦΡ.: εξ υπαμοιβής (λόγ.): διαδοχικά. Πβ. εκ περιτροπής.
53038υπανάπτυξη[ὑπανάπτυξη] υ-πα-νά-πτυ-ξη ουσ. (θηλ.) & υποανάπτυξη: περιορισμένη κυρ. οικονομική, κοινωνική, τεχνολογική, πολιτιστική πρόοδος· γενικότ. ελλιπής ανάπτυξη: ~ και φτώχεια.|| ~ της κάτω γνάθου (ΑΝΤ. υπερανάπτυξη). [< αγγλ. underdevelopment]
53039υπαναχώρηση[ὑπαναχώρηση] υ-πα-να-χώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπαναχωρώ: ~ από την αρχική δέσμευση. Πβ. οπισθοχώρηση, παλινωδία.|| (ΝΟΜ.) ~ από τη σύμβαση (= ακύρωση, μονομερής λύση). [< μτγν. ὑπαναχώρησις]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.