Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [53520-53540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53008υπάγω[ὑπάγω] υ-πά-γω ρ. (μτβ.) {(αόρ.) υπήγαγε, υπαγάγει, υπάχ-θηκε (λόγ.) υπήχθη (μτχ. υπαχθ-είς, -είσα, -έν), -θεί, υπάγ-οντας, -όμενος, κυρ. μεσοπαθ.} (λόγ.): θέτω στην αρμοδιότητα κάποιου: Το σχέδιο νόμου ~ει τους συνεταιρισμούς σε διαδικασίες ελέγχου. Πβ. εντάσσω, κατατάσσω, τοποθετώ. ● Παθ.: υπάγομαι: βρίσκομαι κάτω από τη δικαιοδοσία κάποιου: Κάτι ~εται στις διατάξεις/στο καθεστώς/στα (αντικειμενικά) κριτήρια/στον νόμο/στο πρόγραμμα/στις ρυθμίσεις ... Το χωριό ~εται διοικητικά στον Δήμο ... Το τμήμα ~εται στη διεύθυνση/στον τομέα Πληροφορικής ... Εισοδήματα/πρόσωπα ~όμενα σε ειδικό φόρο. Πβ. ανήκω, εντάσσομαι. ● ΦΡ.: ύπαγε εν ειρήνη (ΚΔ): πήγαινε στην ευχή του Θεού. , ύπαγε οπίσω μου Σατανά βλ. σατανάς [< αρχ. ὑπάγω ‘οδηγώ κάτω από, περιλαμβάνω’, γαλλ. subordoner]
53009υπαγωγή[ὑπαγωγή] υ-πα-γω-γή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπάγω: διοικητική ~. ~ στις διατάξεις του άρθρου ... ~ της εταιρείας στο σχέδιο χρηματοδότησης. Πβ. ένταξη. [< πβ. αρχ. ὑπαγωγή ‘καθυπόταξη’, γαλλ. subordonation]
53011υπαίθριος, α, ο [ὑπαίθριος] υ-παί-θρι-ος επίθ.: που βρίσκεται ή πραγματοποιείται σε ανοικτό, μη στεγασμένο χώρο: ~ος: κινηματογράφος/πάγκος/χώρος (στάθμευσης). ~α: αγορά/γιορτή/διαφήμιση/έκθεση (φωτογραφίας)/ζωγραφική (= υπαιθρισμός)/θεατρική παράσταση/συγκέντρωση. ~ο: γεύμα (= πικ νικ)/γήπεδο/γλέντι/θέατρο/καθιστικό/κολυμβητήριο/μουσείο/παζάρι. ~ες: καλλιέργειες/ντομάτες (ΑΝΤ. υπό κάλυψη). ~α: παιχνίδια.|| ~ος: πωλητής. ~ο: εμπόριο. ~οι: μουσικοί. Βλ. πλανόδιος. ● επίρρ.: υπαίθρια & (λόγ.) -ίως [< αρχ. ὑπαίθριος]
53012υπαιθρισμός[ὑπαιθρισμός] υ-παι-θρι-σμός ουσ. (αρσ.): η ζωγραφική στο ύπαιθρο. Βλ. -ισμός.
53013ύπαιθρο[ὕπαιθρο] ύ-παι-θρο ουσ. (ουδ.) {υπαίθρ-ου}: ανοιχτός, μη στεγασμένος χώρος: Εξαιτίας του σεισμού διανυκτέρευσαν στο ~. [< αρχ. ὕπαιθρον]
53014ύπαιθρος[ὕπαιθρος] ύ-παι-θρος ουσ. (θηλ.) {υπαίθρ-ου}: η εξοχή, τα χωριά και γενικότ. τα μέρη που βρίσκονται εκτός αστικών κέντρων: η ελληνική ~. Άσκηση στην ~ο.|| (περιληπτ.) Άνθρωπος της ~ου. Μέτρα για τη στήριξη της ~ου (: των κατοίκων της).|| (ως επίθ.) Η ~ χώρα. ● ΣΥΜΠΛ.: εργασία υπαίθρου βλ. εργασία, υπηρεσία υπαίθρου βλ. υπηρεσία [< μτγν. ὕπαιθρος]
53015υπαινιγμός[ὑπαινιγμός] υ-παι-νιγ-μός ουσ. (αρσ.): νύξη, έμμεση αναφορά σε κάτι: λεπτός/προφανής/σαφής ~. Πολιτικός ~. Αφήνω/κάνω ~ούς. Το δημοσίευμα περιλαμβάνει προσβλητικούς ~ούς για ... Πβ. αιχμές, μπηχτή, σπόντα. ΣΥΝ. υπονοούμενο
53016υπαινικτικός, ή, ό [ὑπαινικτικός] υ-παι-νι-κτι-κός επίθ.: που εκφράζει κάτι με έμμεσο τρόπο, που δεν λέγεται ξεκάθαρα: ~ός: λόγος/χαρακτήρας (π.χ. ενός κειμένου). ~ή: αναφορά (βλ. τα λέω στην πεθερά για να τ' ακούσει η νύφη. ΑΝΤ. κατηγορηματικός, ρητός)/ατμόσφαιρα/γραφή. ~ό: ύφος. ~ά: σχόλια. Με ~ό τρόπο. Βλ. ασαφής. ● επίρρ.: υπαινικτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]
53017υπαινικτικότητα[ὑπαινικτικότητα] υ-παι-νι-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του υπαινικτικού: Χαρακτηριστικά της γραφής του είναι η ~ και η ειρωνεία. Βλ. ευθυβολία, παρασιώπηση, -ότητα. ΑΝΤ. προφάνεια
53018υπαινίσσομαι[ὑπαινίσσομαι] υ-παι-νίσ-σο-μαι ρ. (μτβ.) {υπαινί-χθηκα} (λόγ.): υπονοώ, κάνω νύξη, λέω κάτι με έμμεσο τρόπο: ~εται την ύπαρξη ποινικών ευθυνών. ~χθηκε ότι φταίει ο φίλος του. Δεν ~χθηκα τίποτα. [< αρχ. ὑπαινίσσομαι]
53019υπαισθησία[ὑπαισθησία] υ-παι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογικά μειωμένη ευαισθησία κυρ. στα ερεθίσματα που σχετίζονται με την αίσθηση της αφής. Βλ. παραισθησία. ΑΝΤ. υπεραισθησία [< γαλλ. hypoesthésie, αγγλ. hyp(oa)esthesia, 1906]
53020υπαίτιος, α, ο [ὑπαίτιος] υ-παί-τι-ος επίθ./ουσ. (λόγ.): που ευθύνεται για κάτι συνήθ. κακό: (ως ουσ., για πρόσ.) βασικός/κύριος/μοναδικός/πραγματικός ~. Ο ~ για το έγκλημα. Ο ~ της ήττας/κρίσης. Πβ. αίτιος, ένοχος, πρόξενος2, φταίχτης.|| (ως επίθ.) Μετά το τροχαίο συνελήφθη ο ~ οδηγός. Πβ. υπεύθυνος. Βλ. συν~, υπόλογος.|| (ΝΟΜ.) ~α: παράβαση/συμπεριφορά. ~ο: όργανο/πρόσωπο. Γνωστοποίηση χωρίς ~α καθυστέρηση. ΑΝΤ. ανυπαίτιος ● επίρρ.: υπαίτια & (λόγ.) -ίως [< αρχ. ὑπαίτιος]
53021υπαιτιότητα[ὑπαιτιότητα] υ-παι-τι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. απόδοση δόλου ή αμέλειας σε ένα άτομο του οποίου η βούληση ή οι ενέργειες οδήγησαν σε αντίθετη προς τον νόμο κατάσταση: αποκλειστική/κοινή ~. ~ ατυχήματος. Έλλειψη (= αν~)/ύπαρξη ~ας. Διαζύγιο εξ ~ας (: λόγω σοβαρού παραπτώματος του ενός συζύγου). Πβ. ενοχή. Βλ. συν~. 2. (λόγ.) το να είναι κάποιος υπεύθυνος για κάτι: με δική του ~. Απόλυση χωρίς ~ των εργαζομένων. Πβ. φταίξιμο. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. ευθύνη (2)
53022υπακοή[ὑπακοή] υ-πα-κο-ή ουσ. (θηλ.) 1. {χωρ. πληθ.} η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπακούω: απόλυτη/δουλική/πιστή/τυφλή ~. ~ στους ανωτέρους/στους γονείς/στις εντολές (κάποιου)/στους κανονισμούς/στους μεγαλύτερους/στους νόμους/στο Σύνταγμα. Πβ. ευπείθεια, πειθαρχία, συμμόρφωση, υποταγή.|| (στον μοναχισμό:) Άσκηση στην ~. ΑΝΤ. ανυπακοή 2. ΕΚΚΛΗΣ. τροπάριο της τρίτης ωδής του Κανόνα. [< μτγν. ὑπακοή]
53023υπάκουος, η, ο [ὑπάκουος] υ-πά-κου-ος επίθ.: που υπακούει, συμμορφώνεται στις υποδείξεις των άλλων: ~ος: πολίτης. ~ο: παιδί. ~α: ζώα. Είναι φρόνιμος και ~ στους γονείς του. Πβ. ευπειθής, πειθήνιος. ΑΝΤ. ανυπάκουος, απείθαρχος, απειθής, ατίθασος (1) ● επίρρ.: υπάκουα [< μτγν. ὑπακουός ‘αυτός που ακούει προσεκτικά’]
39371Υπάκουος

, α, ο πει-θή-νι-ος επίθ. (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): που πειθαρχεί, υπακούει τυφλά: ~οι υπηρέτες (του συστήματος). Πβ. ευπειθής, πειθαρχικός, υπάκουος.|| (συνεκδ.) ~α: συμπεριφορά/υποταγή. ● επίρρ.: πειθήνια ● ΣΥΜΠΛ.: πειθήνιο όργανο & άβουλο όργανο: υποχείριο: ~α ~α της εξουσίας/του καθεστώτος. (Έγινε) ~ ~ στα χέρια του ... ΣΥΝ. ανδρείκελο (1), έρμαιο, μαριονέτα (2), πιόνι (2) [< μτγν. πειθήνιος]

53024υπακούω[ὑπακούω] υ-πα-κού-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {υπάκου-σα, υπακού-σω, -οντας}: συμμορφώνομαι στις υποδείξεις άλλων, πειθαρχώ εκούσια σε εντολές: ~ στους θεσμούς. ~ στη λογική/συνείδησή μου. ~ πιστά/πρόθυμα/τυφλά στις διαταγές/οδηγίες/προτροπές/προσταγές κάποιου. ~ στις επιταγές της μόδας/του νόμου. ~ στον δάσκαλο/πατέρα μου. ~οντας στην επιθυμία των γονιών του ...|| Το τιμόνι δεν ~ει (= δεν ελέγχεται). ΑΝΤ. απειθαρχώ, απειθώ, παρακούω (2) ● υπακούει (μτφ.-λόγ.): ανήκει σε, εμπίπτει: Η επιλογή των μαθημάτων ~ σε ορισμένους κανόνες. [< αρχ. ὑπακούω]
53025υπακτέος, α, ο [ὑπακτέος] υ-πα-κτέ-ος επίθ. (επίσ.): που υπάγεται υποχρεωτικά: απασχόληση/δραστηριότητα/εργασία ~έα/ο ~έος στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ. [< ὑπάγω, ρηματικό επίθ. ]
53026υπακτικός, ή, ό [ὑπακτικός] υ-πα-κτι-κός επίθ.: καθαρτικός: ~ό: τσάι. ~ές: ιδιότητες. Βότανο/φάρμακο/φυτό με ~ή δράση. ● Ουσ.: υπακτικό (το): καθαρτικό: ήπιο/ισχυρό/φυτικό ~. [< μτγν. ὑπακτικός, αγγλ. hypactic]
53027υπαλλαγή[ὑπαλλαγή] υ-παλ-λα-γή ουσ. (θηλ.) & σχήμα υπαλλαγής (το) 1. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο ένα επίθετο δεν συμφωνεί γραμματικά με το ουσιαστικό που συνοδεύει, αλλά με τον όρο που επίσης προσδιορίζει το ίδιο ουσιαστικό: π.χ. πληγή από φριχτό μαχαίρι, αντί φριχτή πληγή από μαχαίρι. 2. ΓΛΩΣΣ. μετωνυμία. 3. ΝΟΜ. δικαίωμα αντικατάστασης έννομης υποχρέωσης του οφειλέτη με άλλη. [< αρχ. ὑπαλλαγή 1: αγγλ.-γαλλ. hypallage]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.