Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [53540-53560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53040υπαναχωρώ[ὑπαναχωρῶ] υ-πα-να-χω-ρώ ρ. (αμτβ.) {υπαναχωρ-εί ... | υπαναχώρ-ησε, υπαναχωρ-ήσει, -ώντας} (λόγ.): αποσύρομαι, αποχωρώ· επανεξετάζω και εγκαταλείπω μια υπόσχεση ή άποψη· διαλύω μονομερώς μια συμφωνία: ~ησε από τις δεσμεύσεις/τις θέσεις του. Πβ. ανακρούω πρύμνα(ν), οπισθοχωρώ, παλινωδώ.|| (ΝΟΜ.) Η εταιρεία μπορεί να ~ήσει από την παρούσα σύμβαση. [< αρχ. ὑπαναχωρῶ]
53042υπάνθρωπος[ὑπάνθρωπος] υ-πάν-θρω-πος ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): άνθρωπος χωρίς ηθική και ανθρωπιά. Πβ. κάθαρμα, παλιάνθρωπος. [< γερμ. Untermensch]
53043υπαξίαβλ. υποαξία
53044υπαξιωματικός[ὑπαξιωματικός] υ-πα-ξι-ω-μα-τι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. βαθμοφόρος που κατέχει βαθμό κατώτερο του αξιωματικού: έφεδρος ~. ~ της Αεροπορίας/της Αστυνομίας/του Λιμενικού Σώματος/του Ναυτικού. Βλ. οπλίτης, ΣΜΥ, ΣΜΥΝ, ΣΣΥ, ΣΤΥΑ. [< γαλλ. sous-officier]
53045υπαραχνοειδής, ής, ές [ὑπαραχνοειδής] υ-πα-ρα-χνο-ει-δής επίθ.: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή εκδηλώνεται κάτω από την αραχνοειδή μήνιγγα, μία από τις μεμβράνες που καλύπτουν τον εγκέφαλο: ~ής: χώρος. ~ής: αιμορραγία. Βλ. -ειδής. [< αγγλ. subarachnoid]
53046υπαρκτικός, ή, ό [ὑπαρκτικός] υ-παρ-κτι-κός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται στην οντότητα, στην ύπαρξη: ~ή: ελευθερία/πληρότητα. ~ό: γεγονός. Πβ. υπαρξιακός.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ό: ρήμα (π.χ. είμαι, υπάρχω). [< μτγν. ὑπαρκτικός]
53047υπαρκτός, ή, ό [ὑπαρκτός] υ-παρ-κτός επίθ. (λόγ.): που υπάρχει, είναι αληθινός: ~ός: κίνδυνος/κόσμος. ~ή: απειλή. ~ό: πρόσωπο. ~ές: ανάγκες. ~ά: προβλήματα. ΣΥΝ. πραγματικός (1) ΑΝΤ. ανύπαρκτος (1), φανταστικός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: υπαρκτός σοσιαλισμός βλ. σοσιαλισμός [< μτγν. ὑπαρκτός]
53048ύπαρξη[ὕπαρξη] ύ-παρ-ξη ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. ανυπαρξία 1. η κατάσταση κατά την οποία κάποιος ή κάτι υπάρχει: η ~ του Θεού. ~ δικαιώματος (χρήσης ενός χώρου)/σχέσης (μεταξύ παραγόντων). Ενδείξεις/πιθανότητες για την ~ νερού. Έρευνες για ~ ζωής στον Άρη. Χωρίς (προφανή) λόγο ~ης. Αγνοώ την ~ή του. Αναγνωρίζω/δεν αρνούμαι την ~ του προβλήματος. Η ~ δυσκολιών δεν μας πτοεί. Πβ. παρουσία. Βλ. συν~. ΑΝΤ. έλλειψη (1) 2. η ζωή του ανθρώπου και κάθε έμβιου όντος· συνεκδ. ο άνθρωπος: βιολογική/ζωντανή ~. Δικαίωμα/νόημα/συνθήκες ~ης. Σεβασμός στην ανθρώπινη ~. ΣΥΝ. υπόσταση.|| Είναι μια αθώα/δυστυχισμένη ~. Πβ. ον, πλάσμα.|| (ειδικότ., για νεαρή ωραία γυναίκα) Τον περιστοιχίζουν αιθέριες/γοητευτικές/τρυφερές υπάρξεις (= παρουσίες). [< 1: αρχ. ὕπαρξις 2: γαλλ. existence]
53049υπαρξιακός, ή, ό [ὑπαρξιακός] υ-παρ-ξι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται στην ύπαρξη: ~ός: προβληματισμός. ~ή: κρίση/φιλοσοφία (= υπαρξισμός). ~ό: δράμα/μυθιστόρημα. ~ές: αναζητήσεις/ανησυχίες. ~ά: αδιέξοδα/ερωτήματα.|| ~ός: ποιητής.|| ~ή: ψυχοθεραπεία/ψυχολογία.|| (ως ουσ., προφ.) Κάθε τόσο τον πιάνουν τα ~ά του (ενν. προβλήματα) και μελαγχολεί. Πβ. υποστασιακός. ● ΣΥΜΠΛ.: υπαρξιακή αγωνία βλ. αγωνία [< γαλλ. existentiel, 1907, αγγλ. existential]
53050υπαρξισμός[ὑπαρξισμός] υ-παρ-ξι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία του 20ού αι., η οποία δίνει έμφαση στη μοναδικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος φέρει την απόλυτη ευθύνη για τον τρόπο που θα αξιοποιήσει την ελευθερία του: αθεϊστικός/θεολογικός/χριστιανικός ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. existentialisme, 1925, διαδόθηκε περ. το 1945, αγγλ. existentialism, 1941]
53051υπαρξιστής[ὑπαρξιστής] υ-παρ-ξι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του υπαρξισμού: (κ. ως επίθ.) ~ές: φιλόσοφοι. [< γαλλ. existentialiste, περ. 1940, αγγλ. existentialist, 1930]
53052υπαρξιστικός, ή, ό [ὑπαρξιστικός] υ-παρ-ξι-στι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στον υπαρξισμό ή τους υπαρξιστές: ~ή: θεωρία/φιλοσοφία. ● επίρρ.: υπαρξιστικά [< γαλλ. existentialiste, περ. 1940]
53053υπαρχή[ὑπαρχή] υ-παρ-χή ουσ. (θηλ.): μόνο στη ● ΦΡ.: εξ υπαρχής (λόγ.): από την αρχή, από μηδενική βάση: ~ ~ εξέταση (της υπόθεσης). Απόφαση/πράξη ~ ~ άκυρη. [< αρχ. ἐξ ὑπαρχῆς]
53054υπαρχηγία[ὑπαρχηγία] υ-παρ-χη-γί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα ή η θέση του υπαρχηγού: Ανέλαβε την ~ της οργάνωσης. Βλ. συναρχηγία.
53055υπαρχηγός[ὑπαρχηγός] υ-παρ-χη-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ο αμέσως επόμενος στην ιεραρχία μετά τον αρχηγό, αναπληρωτής αρχηγός: ~ του Γενικού Επιτελείου Στρατού/της Ελληνικής Αστυνομίας/του Λιμενικού Σώματος. ~ του κόμματος/της ομάδας. [< γαλλ. sous-chef]
53056υπαρχιφύλακας[ὑπαρχιφύλακας] υ-παρ-χι-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ο αμέσως επόμενος στην ιεραρχία μετά τον αρχιφύλακα της Αστυνομίας. Βλ. αστυφύλακας.
53057υπάρχοντα[ὑπάρχοντα] υ-πάρ-χο-ντα ουσ. (ουδ.) (τα) {υπαρχόντων}: τα αγαθά που έχει κάποιος στην ιδιοκτησία του: ακίνητα/κινητά ~. Μοίρασε τα ~ά του στους φτωχούς και έγινε μοναχός. Πβ. περιουσία. ΣΥΝ. βιος [< αρχ. ὑπάρχοντα]
53058ύπαρχος[ὕπαρχος] ύ-παρ-χος ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. ο δεύτερος καπετάνιος στα εμπορικά και επιβατηγά πλοία· ο δεύτερος, μετά τον κυβερνήτη, αξιωματικός στο Πολεμικό Ναυτικό. Πβ. υποπλοίαρχος. Βλ. -αρχος. [< αρχ. ὕπαρχος]
53059υπάρχω[ὑπάρχω] υ-πάρ-χω ρ. (αμτβ.) {υπήρ-ξε, υπάρ-ξει, υπάρχ-ων} 1. έχω οντότητα, υπόσταση, ζω: Σκέφτομαι, άρα ~ (λατ. cogito, ergo sum). ~ει ζωή στο διάστημα/μετά θάνατον;|| Στην περιοχή ~ουν σπάνια είδη πτηνών. Δεν θα ~ουμε ύστερα από διακόσια χρόνια (: θα έχουμε πεθάνει). Βλ. συν~. 2. {στον αόρ.} είμαι, διατελώ, έχω ορισμένη ιδιότητα: ~ξαμε συνεργάτες στο παρελθόν. ~ξε βασικό στέλεχος του κόμματος/της ομάδας για πολλά χρόνια.|| ~ξε καλός δημοσιογράφος/πατέρας.υπάρχει 1. βρίσκεται σε ορισμένο μέρος: ~ εδώ γύρω κανένα σούπερ-μάρκετ; Με τέτοιο κρύο δεν ~ ψυχή στον δρόμο (: δεν κυκλοφορεί κανείς έξω).|| (κατ' επέκτ.) ~ τίποτα να φάμε; 2. υφίσταται: ~ ελπίδα/λύση. ~ ένταση στις σχέσεις τους. Δεν ~ δυνατότητα πρόσβασης στο αρχείο/λόγος ανησυχίας. ~ η υποψία/ο φόβος ότι ... Δεν ~ περίπτωση να τον συγχωρέσω.|| ~ξαν δυσκολίες/εμπόδια/προβλήματα. ~ουν πολλοί τρόποι για να αδυνατίσεις. Οι προσφορές συνεχίζονται για όσο ~ απόθεμα.|| Δεν ~ τίποτα άλλο/πιο σημαντικό πράγμα για μένα από την οικογένειά μου. 3. γίνεται, σημειώνεται: ~ξαν αντιδράσεις/αντιρρήσεις. ~ξαν (= εκδηλώθηκαν) επεισόδια μεταξύ των οπαδών των δύο ομάδων. ~ξε αύξηση (της παραγωγής)/πρόοδος (στις διαπραγματεύσεις). ● Μτχ.: υπάρχων , ουσα, ον: που υπάρχει ή ισχύει τη δεδομένη χρονική στιγμή: ~ων: εξοπλισμός. ~ουσα: κατάσταση/νομοθεσία (= ισχύουσα, υφιστάμενη)/υποδομή. ~ον: υλικό. ~ουσες: ανάγκες/δομές/συνθήκες. Σύμφωνα με τα ~οντα στοιχεία. Παράταση των ~ουσών συμβάσεων. ● ΦΡ.: δεν υπάρχει (νεαν. αργκό-εμφατ.) 1. για δήλωση έκπληξης, θαυμασμού: Καλά, ~ ~ αυτό που μου περιγράφεις. Αυτό το αμάξι ~ ~ (: είναι πάρα πολύ καλό, μοναδικό).|| (για πρόσ.) ~ ~εις, φίλε μου (: είσαι άπαιχτος, καταπληκτικός). Βλ. θεός. 2. αποκλείεται, δεν πρόκειται: ~ ~ να του ξαναμιλήσω! Πβ. σε καμία περίπτωση., δεν υπάρχει άλλος/δεύτερος σαν (και/κι) αυτόν: είναι με διαφορά ο καλύτερος: Δεν υπάρχει άλλη σαν κι εσένα., δεν υπάρχει κανείς που να μη(ν) ...: όλοι: ~ ~ θέλει να .../το γνωρίζει/του αρέσει να ..., μη υπάρχοντος άλλου θέματος ... (επίσ.): (στερεότυπη φρ. για το κλείσιμο συνεδρίασης) εφόσον δεν υπάρχει άλλο θέμα: ~ ~ προς συζήτηση λύεται η συνεδρίαση., δεν είναι/δεν υπάρχει/δεν τίθεται/δεν υφίσταται/δεν γεννάται/δεν μπαίνει θέμα/ζήτημα βλ. θέμα, δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δεν θέλω βλ. θέλω, δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά βλ. καπνός, δεν υπάρχει σάλιο βλ. σάλιο, δεν υπάρχει/δεν γίνεται/δεν χωράει (καμία) σύγκριση βλ. σύγκριση, έπεται/υπάρχει (και) συνέχεια βλ. έπομαι, έχει/υπάρχουν κ(α)ι αλλού πορτοκαλιές (που κάνουν πορτοκάλια) βλ. πορτοκαλιά, πλανάται/υπάρχει στον αέρα/στην ατμόσφαιρα βλ. πλανώ, υπάρχει άμεση/μεγάλη/(κατ)επείγουσα ανάγκη βλ. ανάγκη, υπάρχει Θεός! βλ. θεός [< αρχ. ὑπάρχω]
53060υπασβεστιαιμία[ὑπασβεστιαιμία] υ-πα-σβε-στι-αι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρουσία αφύσικα χαμηλών επιπέδων ασβεστίου στο αίμα. Βλ. -αιμία, τετανία, υποπαραθυρεοειδισμός. ΑΝΤ. υπερασβεστιαιμία [< αγγλ. hypocalc(a)emia, 1925]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.