| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21964 | υπαλλαγή | , ή, ό κα-θαρ-τι-κός επίθ. 1. που διευκολύνει τις κενώσεις του εντέρου: ~ές: ουσίες. ~ά: φάρμακα. ΣΥΝ. υπακτικός 2. ΘΡΗΣΚ. καθαρτήριος. [< αρχ. καθαρτικός, γαλλ. cathartique, αγγλ. cathartic, γερμ. kathartisch] | |
| 53028 | υπαλληλία | [ὑπαλληλία] υ-παλ-λη-λί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. η ιδιότητα του υπαλλήλου και συνεκδ. το σύνολο των υπαλλήλων: δημόσια (= δημοσιοϋπαλληλία)/κρατική ~.|| Η διοίκηση και η ~ της εταιρείας. 2. ένταξη ενός προσώπου σε μία ομάδα ή μιας στενότερης έννοιας σε μία ευρύτερη. | |
| 53029 | υπαλληλίκι | [ὑπαλληλίκι] υ-παλ-λη-λί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): η ιδιότητα του υπαλλήλου: δημόσιο ~ (= δημοσιοϋπαλληλίκι). Βλ. -ίκι. | |
| 53030 | υπαλληλικός | , ή, ό [ὑπαλληλικός] υ-παλ-λη-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους υπαλλήλους: ~ή: αποζημίωση/εργασία/ιδιότητα/ιεραρχία/νοοτροπία/(ΝΟΜ.) προσφυγή. ~ό: δυναμικό/καθεστώς. ~ές: θέσεις. Βλ. δημοσιοϋπαλληλικός. ● ΣΥΜΠΛ.: Υπαλληλικό Δίκαιο: ΝΟΜ. σύνολο κανόνων οι οποίοι ρυθμίζουν τις εργασιακές σχέσεις, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των δημόσιων και δημοτικών κυρ. υπαλλήλων., Υπαλληλικός Κώδικας: ΝΟΜ. σύνολο διατάξεων οι οποίες ρυθμίζουν το εργασιακό καθεστώς των υπαλλήλων. | |
| 53031 | υπαλληλοκρατία | [ὑπαλληλοκρατία] υ-παλ-λη-λο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (συχνά αρνητ. συνυποδ.): το σύνολο των δημοσίων κυρ. υπαλλήλων· συνεκδ. η συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια τους. Βλ. -κρατία. | |
| 53032 | υπαλληλοποίηση | [ὑπαλληλοποίηση] υ-παλ-λη-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ένταξη στο σώμα των υπαλλήλων. 2. (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) υιοθέτηση υπαλληλικής νοοτροπίας. Βλ. -ποίηση. | |
| 53033 | υπάλληλος | [ὑπάλληλος] υ-πάλ-λη-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {υπαλλήλ-ου}: πρόσωπο που εργάζεται για κάποιον εργοδότη σε μη χειρωνακτική εργασία έναντι μισθού: ανώτερος/αρμόδιος/δημοτικός/δικαστικός/διοικητικός/ιδιωτικός/κρατικός/μόνιμος/συμβασιούχος/συνταξιούχος/σωφρονιστικός/ταχυδρομικός/τελωνειακός/τραπεζικός ~. Εκπαίδευση/επιμόρφωση ~ων. ~ γραφείου/σε ξενοδοχείο. Ζητείται ~ με γνώσεις πληροφορικής/για μερική απασχόληση. Πβ. εργαζόμενος. Βλ. μισθωτός, ξενοδοχοϋπάλληλος. ● Υποκ.: υπαλληλάκος & υπαλληλίσκος (ο) ● ΣΥΜΠΛ.: ανακριτικός υπάλληλος βλ. ανακριτικός, δημόσιος υπάλληλος βλ. δημόσιος [< γαλλ. employé] | |
| 53034 | υπάλληλος | , η, ο [ὑπάλληλος] υ-πάλ-λη-λος επίθ. (σπάν.): που ανήκει στη δικαιοδοσία κάποιου, που εντάσσεται σε αυτόν: ~ες: τάξεις. ● ΣΥΜΠΛ.: υπάλληλες έννοιες: ΓΛΩΣΣ. των οποίων η σχέση καθορίζεται από το εύρος τους, δηλ. η ευρύτερη έννοια περιλαμβάνει τις στενότερες: π.χ. "θηλαστικά" και "γάτα". Βλ. υπώνυμο. [< αρχ. ὑπάλληλος] | |
| 53035 | υπαλπικός | , ή, ό βλ. υποαλπικός | |
| 53036 | υπαμοιβή | [ὑπαμοιβή] υ-πα-μοι-βή ουσ. (θηλ.): μόνο στη ● ΦΡ.: εξ υπαμοιβής (λόγ.): διαδοχικά. Πβ. εκ περιτροπής. | |
| 53038 | υπανάπτυξη | [ὑπανάπτυξη] υ-πα-νά-πτυ-ξη ουσ. (θηλ.) & υποανάπτυξη: περιορισμένη κυρ. οικονομική, κοινωνική, τεχνολογική, πολιτιστική πρόοδος· γενικότ. ελλιπής ανάπτυξη: ~ και φτώχεια.|| ~ της κάτω γνάθου (ΑΝΤ. υπερανάπτυξη). [< αγγλ. underdevelopment] | |
| 53039 | υπαναχώρηση | [ὑπαναχώρηση] υ-πα-να-χώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπαναχωρώ: ~ από την αρχική δέσμευση. Πβ. οπισθοχώρηση, παλινωδία.|| (ΝΟΜ.) ~ από τη σύμβαση (= ακύρωση, μονομερής λύση). [< μτγν. ὑπαναχώρησις] | |
| 53040 | υπαναχωρώ | [ὑπαναχωρῶ] υ-πα-να-χω-ρώ ρ. (αμτβ.) {υπαναχωρ-εί ... | υπαναχώρ-ησε, υπαναχωρ-ήσει, -ώντας} (λόγ.): αποσύρομαι, αποχωρώ· επανεξετάζω και εγκαταλείπω μια υπόσχεση ή άποψη· διαλύω μονομερώς μια συμφωνία: ~ησε από τις δεσμεύσεις/τις θέσεις του. Πβ. ανακρούω πρύμνα(ν), οπισθοχωρώ, παλινωδώ.|| (ΝΟΜ.) Η εταιρεία μπορεί να ~ήσει από την παρούσα σύμβαση. [< αρχ. ὑπαναχωρῶ] | |
| 53042 | υπάνθρωπος | [ὑπάνθρωπος] υ-πάν-θρω-πος ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): άνθρωπος χωρίς ηθική και ανθρωπιά. Πβ. κάθαρμα, παλιάνθρωπος. [< γερμ. Untermensch] | |
| 53043 | υπαξία | βλ. υποαξία | |
| 53044 | υπαξιωματικός | [ὑπαξιωματικός] υ-πα-ξι-ω-μα-τι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. βαθμοφόρος που κατέχει βαθμό κατώτερο του αξιωματικού: έφεδρος ~. ~ της Αεροπορίας/της Αστυνομίας/του Λιμενικού Σώματος/του Ναυτικού. Βλ. οπλίτης, ΣΜΥ, ΣΜΥΝ, ΣΣΥ, ΣΤΥΑ. [< γαλλ. sous-officier] | |
| 53045 | υπαραχνοειδής | , ής, ές [ὑπαραχνοειδής] υ-πα-ρα-χνο-ει-δής επίθ.: ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή εκδηλώνεται κάτω από την αραχνοειδή μήνιγγα, μία από τις μεμβράνες που καλύπτουν τον εγκέφαλο: ~ής: χώρος. ~ής: αιμορραγία. Βλ. -ειδής. [< αγγλ. subarachnoid] | |
| 53046 | υπαρκτικός | , ή, ό [ὑπαρκτικός] υ-παρ-κτι-κός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται στην οντότητα, στην ύπαρξη: ~ή: ελευθερία/πληρότητα. ~ό: γεγονός. Πβ. υπαρξιακός.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ό: ρήμα (π.χ. είμαι, υπάρχω). [< μτγν. ὑπαρκτικός] | |
| 53047 | υπαρκτός | , ή, ό [ὑπαρκτός] υ-παρ-κτός επίθ. (λόγ.): που υπάρχει, είναι αληθινός: ~ός: κίνδυνος/κόσμος. ~ή: απειλή. ~ό: πρόσωπο. ~ές: ανάγκες. ~ά: προβλήματα. ΣΥΝ. πραγματικός (1) ΑΝΤ. ανύπαρκτος (1), φανταστικός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: υπαρκτός σοσιαλισμός βλ. σοσιαλισμός [< μτγν. ὑπαρκτός] | |
| 53048 | ύπαρξη | [ὕπαρξη] ύ-παρ-ξη ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. ανυπαρξία 1. η κατάσταση κατά την οποία κάποιος ή κάτι υπάρχει: η ~ του Θεού. ~ δικαιώματος (χρήσης ενός χώρου)/σχέσης (μεταξύ παραγόντων). Ενδείξεις/πιθανότητες για την ~ νερού. Έρευνες για ~ ζωής στον Άρη. Χωρίς (προφανή) λόγο ~ης. Αγνοώ την ~ή του. Αναγνωρίζω/δεν αρνούμαι την ~ του προβλήματος. Η ~ δυσκολιών δεν μας πτοεί. Πβ. παρουσία. Βλ. συν~. ΑΝΤ. έλλειψη (1) 2. η ζωή του ανθρώπου και κάθε έμβιου όντος· συνεκδ. ο άνθρωπος: βιολογική/ζωντανή ~. Δικαίωμα/νόημα/συνθήκες ~ης. Σεβασμός στην ανθρώπινη ~. ΣΥΝ. υπόσταση.|| Είναι μια αθώα/δυστυχισμένη ~. Πβ. ον, πλάσμα.|| (ειδικότ., για νεαρή ωραία γυναίκα) Τον περιστοιχίζουν αιθέριες/γοητευτικές/τρυφερές υπάρξεις (= παρουσίες). [< 1: αρχ. ὕπαρξις 2: γαλλ. existence] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ