[ὑπασπιστήριο] υ-πα-σπι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): το γραφείο ή ο χώρος εργασίας του υπασπιστή. Βλ. -τήριο.
53062
υπασπιστής
[ὑπασπιστής] υ-πα-σπι-στής ουσ. (αρσ.): αξιωματικός ο οποίος βρίσκεται στην άμεση υπηρεσία συνήθ. στρατιωτικού αρχηγού ή σημαντικού πολιτικού προσώπου: ~ του Προέδρου της Δημοκρατίας/του στρατηγού/του υπουργού εθνικής άμυνας. Βλ. ανθ~.|| (παλαιότ.) ~ του βασιλιά/του τσάρου. [< αρχ. ὑπασπιστής]
53063
υπαστυνόμος
[ὑπαστυνόμος] υ-πα-στυ-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): βαθμός αξιωματικού της Αστυνομίας, που είναι δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον αστυνόμο, και το αντίστοιχο πρόσωπο: ανώτερος ~. ~ της τροχαίας. ~ Α'/Β'. Βλ. ανθ~.
53064
υπασφάλιση
[ὑπασφάλιση] υ-πα-σφά-λι-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. είδος ασφάλισης κατά την οποία ένα αντικείμενο ασφαλίζεται για μικρότερο ποσό από την πραγματική του αξία. ΑΝΤ. υπερασφάλιση
53065
ύπατος
[ὕπατος] ύ-πα-τος ουσ. (αρσ.) {υπάτ-ου}: ΙΣΤ. ανώτατος αξιωματούχος στην αρχαία Ρώμη και το Βυζάντιο. [< μτγν. ὕπατος]
, ή, ό [ὑπεδαφικός] υ-πε-δα-φι-κός επίθ. & (λόγ.) υπεδάφιος, α, ο: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με το υπέδαφος: ~ή/(λόγ.) ~α: άρδευση. ~ό: νερό.
53074
υπέδαφος
[ὑπέδαφος] υ-πέ-δα-φος ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΛ. στρώμα του στερεού φλοιού της Γης που βρίσκεται κάτω από το έδαφος και αποτελείται από πετρώματα: ~ πλούσιο σε ορυκτά. [< γαλλ. sous-sol]
[ὑπεζωκότας] υ-πε-ζω-κό-τας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) υπεζωκώς: ΑΝΑΤ. ορώδης μεμβράνη που αποτελείται από δύο πέταλα και περιβάλλει τους πνεύμονες και τα τοιχώματα της θωρακικής κοιλότητας: τοιχωματικός ~. [< μτγν. ὑπεζωκώς]
53077
υπεζωκοτικός
, ή, ό [ὑπεζωκοτικός] υ-πε-ζω-κο-τι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τον υπεζωκότα: ~ή: κοιλότητα (: δυνητικός χώρος που σχηματίζεται ανάμεσα στα δύο πέταλα του υπεζωκότα).
53079
υπεισέλευση
[ὑπεισέλευση] υ-πει-σέ-λευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπεισέρχομαι. Πβ. εισχώρηση. Βλ. παρεμβολή.
53080
υπεισέρχομαι
[ὑπεισέρχομαι] υ-πει-σέρ-χο-μαι ρ. (αμτβ.) {υπεισήλθα, υπεισέλθω, συνήθ. στο γ' προσ.} (λόγ.): εισδύω σε κάτι· κατ' επέκτ. παρεμβαίνω, παρεμβάλλομαι: Κάτι ~εται στην κρίση (του δικαστηρίου/ της επιτροπής). Δεν θα ήθελα να υπεισέλθω (= να μπω) σε λεπτομέρειες.|| (ΝΟΜ.) Η εταιρεία ~εται στη θέση του Δημοσίου ...|| Εδώ ~εται και ο παράγοντας τύχη. Πβ. εμπλέκομαι. [< αρχ. ὑπεισέρχομαι]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.