Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [53560-53580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53061υπασπιστήριο[ὑπασπιστήριο] υ-πα-σπι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): το γραφείο ή ο χώρος εργασίας του υπασπιστή. Βλ. -τήριο.
53062υπασπιστής[ὑπασπιστής] υ-πα-σπι-στής ουσ. (αρσ.): αξιωματικός ο οποίος βρίσκεται στην άμεση υπηρεσία συνήθ. στρατιωτικού αρχηγού ή σημαντικού πολιτικού προσώπου: ~ του Προέδρου της Δημοκρατίας/του στρατηγού/του υπουργού εθνικής άμυνας. Βλ. ανθ~.|| (παλαιότ.) ~ του βασιλιά/του τσάρου. [< αρχ. ὑπασπιστής]
53063υπαστυνόμος[ὑπαστυνόμος] υ-πα-στυ-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): βαθμός αξιωματικού της Αστυνομίας, που είναι δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον αστυνόμο, και το αντίστοιχο πρόσωπο: ανώτερος ~. ~ της τροχαίας. ~ Α'/Β'. Βλ. ανθ~.
53064υπασφάλιση[ὑπασφάλιση] υ-πα-σφά-λι-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. είδος ασφάλισης κατά την οποία ένα αντικείμενο ασφαλίζεται για μικρότερο ποσό από την πραγματική του αξία. ΑΝΤ. υπερασφάλιση
53065ύπατος[ὕπατος] ύ-πα-τος ουσ. (αρσ.) {υπάτ-ου}: ΙΣΤ. ανώτατος αξιωματούχος στην αρχαία Ρώμη και το Βυζάντιο. [< μτγν. ὕπατος]
53066ύπατος, η, ο [ὕπατος] ύ-πα-τος επίθ. (λόγ.): ανώτατος: ~ος: εκπρόσωπος. ~η: αξία/εξουσία. ~ο: κρατικό αξίωμα/συμβούλιο. ● ΣΥΜΠΛ.: Ύπατη Αρμοστεία (του ΟΗΕ) βλ. αρμοστεία, Ύπατος/Ύπατη Αρμοστής βλ. αρμοστής [< αρχ. ὕπατος]
53067υπάχθηκεβλ. υπάγω
53068υπέβαλαβλ. υποβάλλω
53069υπεβλήθηβλ. υποβάλλω
53071υπεγγυότητα[ὑπεγγυότητα] υ-πεγ-γυ-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον υπέγγυο: ~ της περιουσίας (του οφειλέτη). Βλ. -ότητα.
53072υπεγράφηβλ. υπογράφω
53073υπεδαφικός, ή, ό [ὑπεδαφικός] υ-πε-δα-φι-κός επίθ. & (λόγ.) υπεδάφιος, α, ο: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με το υπέδαφος: ~ή/(λόγ.) ~α: άρδευση. ~ό: νερό.
53074υπέδαφος[ὑπέδαφος] υ-πέ-δα-φος ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΛ. στρώμα του στερεού φλοιού της Γης που βρίσκεται κάτω από το έδαφος και αποτελείται από πετρώματα: ~ πλούσιο σε ορυκτά. [< γαλλ. sous-sol]
53075υπέδειξαβλ. υποδεικνύω
53076υπεζωκότας[ὑπεζωκότας] υ-πε-ζω-κό-τας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) υπεζωκώς: ΑΝΑΤ. ορώδης μεμβράνη που αποτελείται από δύο πέταλα και περιβάλλει τους πνεύμονες και τα τοιχώματα της θωρακικής κοιλότητας: τοιχωματικός ~. [< μτγν. ὑπεζωκώς]
53077υπεζωκοτικός, ή, ό [ὑπεζωκοτικός] υ-πε-ζω-κο-τι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τον υπεζωκότα: ~ή: κοιλότητα (: δυνητικός χώρος που σχηματίζεται ανάμεσα στα δύο πέταλα του υπεζωκότα).
53079υπεισέλευση[ὑπεισέλευση] υ-πει-σέ-λευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπεισέρχομαι. Πβ. εισχώρηση. Βλ. παρεμβολή.
53080υπεισέρχομαι[ὑπεισέρχομαι] υ-πει-σέρ-χο-μαι ρ. (αμτβ.) {υπεισήλθα, υπεισέλθω, συνήθ. στο γ' προσ.} (λόγ.): εισδύω σε κάτι· κατ' επέκτ. παρεμβαίνω, παρεμβάλλομαι: Κάτι ~εται στην κρίση (του δικαστηρίου/ της επιτροπής). Δεν θα ήθελα να υπεισέλθω (= να μπω) σε λεπτομέρειες.|| (ΝΟΜ.) Η εταιρεία ~εται στη θέση του Δημοσίου ...|| Εδώ ~εται και ο παράγοντας τύχη. Πβ. εμπλέκομαι. [< αρχ. ὑπεισέρχομαι]
53081υπέκειτοβλ. υπόκειμαι
53082υπεκμισθώνω[ὑπεκμισθώνω] υ-πεκ-μι-σθώ-νω ρ. (μτβ.) {υπεκμίσθω-σα, υπεκμισθώ-θηκε, -μένος}: ΝΟΜ. υπενοικιάζω. ΣΥΝ. υπομισθώνω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.