| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53049 | υπαρξιακός | , ή, ό [ὑπαρξιακός] υ-παρ-ξι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται στην ύπαρξη: ~ός: προβληματισμός. ~ή: κρίση/φιλοσοφία (= υπαρξισμός). ~ό: δράμα/μυθιστόρημα. ~ές: αναζητήσεις/ανησυχίες. ~ά: αδιέξοδα/ερωτήματα.|| ~ός: ποιητής.|| ~ή: ψυχοθεραπεία/ψυχολογία.|| (ως ουσ., προφ.) Κάθε τόσο τον πιάνουν τα ~ά του (ενν. προβλήματα) και μελαγχολεί. Πβ. υποστασιακός. ● ΣΥΜΠΛ.: υπαρξιακή αγωνία βλ. αγωνία [< γαλλ. existentiel, 1907, αγγλ. existential] | |
| 53050 | υπαρξισμός | [ὑπαρξισμός] υ-παρ-ξι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία του 20ού αι., η οποία δίνει έμφαση στη μοναδικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος φέρει την απόλυτη ευθύνη για τον τρόπο που θα αξιοποιήσει την ελευθερία του: αθεϊστικός/θεολογικός/χριστιανικός ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. existentialisme, 1925, διαδόθηκε περ. το 1945, αγγλ. existentialism, 1941] | |
| 53051 | υπαρξιστής | [ὑπαρξιστής] υ-παρ-ξι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του υπαρξισμού: (κ. ως επίθ.) ~ές: φιλόσοφοι. [< γαλλ. existentialiste, περ. 1940, αγγλ. existentialist, 1930] | |
| 53052 | υπαρξιστικός | , ή, ό [ὑπαρξιστικός] υ-παρ-ξι-στι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στον υπαρξισμό ή τους υπαρξιστές: ~ή: θεωρία/φιλοσοφία. ● επίρρ.: υπαρξιστικά [< γαλλ. existentialiste, περ. 1940] | |
| 53053 | υπαρχή | [ὑπαρχή] υ-παρ-χή ουσ. (θηλ.): μόνο στη ● ΦΡ.: εξ υπαρχής (λόγ.): από την αρχή, από μηδενική βάση: ~ ~ εξέταση (της υπόθεσης). Απόφαση/πράξη ~ ~ άκυρη. [< αρχ. ἐξ ὑπαρχῆς] | |
| 53054 | υπαρχηγία | [ὑπαρχηγία] υ-παρ-χη-γί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα ή η θέση του υπαρχηγού: Ανέλαβε την ~ της οργάνωσης. Βλ. συναρχηγία. | |
| 53055 | υπαρχηγός | [ὑπαρχηγός] υ-παρ-χη-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ο αμέσως επόμενος στην ιεραρχία μετά τον αρχηγό, αναπληρωτής αρχηγός: ~ του Γενικού Επιτελείου Στρατού/της Ελληνικής Αστυνομίας/του Λιμενικού Σώματος. ~ του κόμματος/της ομάδας. [< γαλλ. sous-chef] | |
| 53056 | υπαρχιφύλακας | [ὑπαρχιφύλακας] υ-παρ-χι-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ο αμέσως επόμενος στην ιεραρχία μετά τον αρχιφύλακα της Αστυνομίας. Βλ. αστυφύλακας. | |
| 53057 | υπάρχοντα | [ὑπάρχοντα] υ-πάρ-χο-ντα ουσ. (ουδ.) (τα) {υπαρχόντων}: τα αγαθά που έχει κάποιος στην ιδιοκτησία του: ακίνητα/κινητά ~. Μοίρασε τα ~ά του στους φτωχούς και έγινε μοναχός. Πβ. περιουσία. ΣΥΝ. βιος [< αρχ. ὑπάρχοντα] | |
| 53058 | ύπαρχος | [ὕπαρχος] ύ-παρ-χος ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. ο δεύτερος καπετάνιος στα εμπορικά και επιβατηγά πλοία· ο δεύτερος, μετά τον κυβερνήτη, αξιωματικός στο Πολεμικό Ναυτικό. Πβ. υποπλοίαρχος. Βλ. -αρχος. [< αρχ. ὕπαρχος] | |
| 53059 | υπάρχω | [ὑπάρχω] υ-πάρ-χω ρ. (αμτβ.) {υπήρ-ξε, υπάρ-ξει, υπάρχ-ων} 1. έχω οντότητα, υπόσταση, ζω: Σκέφτομαι, άρα ~ (λατ. cogito, ergo sum). ~ει ζωή στο διάστημα/μετά θάνατον;|| Στην περιοχή ~ουν σπάνια είδη πτηνών. Δεν θα ~ουμε ύστερα από διακόσια χρόνια (: θα έχουμε πεθάνει). Βλ. συν~. 2. {στον αόρ.} είμαι, διατελώ, έχω ορισμένη ιδιότητα: ~ξαμε συνεργάτες στο παρελθόν. ~ξε βασικό στέλεχος του κόμματος/της ομάδας για πολλά χρόνια.|| ~ξε καλός δημοσιογράφος/πατέρας. ● υπάρχει 1. βρίσκεται σε ορισμένο μέρος: ~ εδώ γύρω κανένα σούπερ-μάρκετ; Με τέτοιο κρύο δεν ~ ψυχή στον δρόμο (: δεν κυκλοφορεί κανείς έξω).|| (κατ' επέκτ.) ~ τίποτα να φάμε; 2. υφίσταται: ~ ελπίδα/λύση. ~ ένταση στις σχέσεις τους. Δεν ~ δυνατότητα πρόσβασης στο αρχείο/λόγος ανησυχίας. ~ η υποψία/ο φόβος ότι ... Δεν ~ περίπτωση να τον συγχωρέσω.|| ~ξαν δυσκολίες/εμπόδια/προβλήματα. ~ουν πολλοί τρόποι για να αδυνατίσεις. Οι προσφορές συνεχίζονται για όσο ~ απόθεμα.|| Δεν ~ τίποτα άλλο/πιο σημαντικό πράγμα για μένα από την οικογένειά μου. 3. γίνεται, σημειώνεται: ~ξαν αντιδράσεις/αντιρρήσεις. ~ξαν (= εκδηλώθηκαν) επεισόδια μεταξύ των οπαδών των δύο ομάδων. ~ξε αύξηση (της παραγωγής)/πρόοδος (στις διαπραγματεύσεις). ● Μτχ.: υπάρχων , ουσα, ον: που υπάρχει ή ισχύει τη δεδομένη χρονική στιγμή: ~ων: εξοπλισμός. ~ουσα: κατάσταση/νομοθεσία (= ισχύουσα, υφιστάμενη)/υποδομή. ~ον: υλικό. ~ουσες: ανάγκες/δομές/συνθήκες. Σύμφωνα με τα ~οντα στοιχεία. Παράταση των ~ουσών συμβάσεων. ● ΦΡ.: δεν υπάρχει (νεαν. αργκό-εμφατ.) 1. για δήλωση έκπληξης, θαυμασμού: Καλά, ~ ~ αυτό που μου περιγράφεις. Αυτό το αμάξι ~ ~ (: είναι πάρα πολύ καλό, μοναδικό).|| (για πρόσ.) ~ ~εις, φίλε μου (: είσαι άπαιχτος, καταπληκτικός). Βλ. θεός. 2. αποκλείεται, δεν πρόκειται: ~ ~ να του ξαναμιλήσω! Πβ. σε καμία περίπτωση., δεν υπάρχει άλλος/δεύτερος σαν (και/κι) αυτόν: είναι με διαφορά ο καλύτερος: Δεν υπάρχει άλλη σαν κι εσένα., δεν υπάρχει κανείς που να μη(ν) ...: όλοι: ~ ~ θέλει να .../το γνωρίζει/του αρέσει να ..., μη υπάρχοντος άλλου θέματος ... (επίσ.): (στερεότυπη φρ. για το κλείσιμο συνεδρίασης) εφόσον δεν υπάρχει άλλο θέμα: ~ ~ προς συζήτηση λύεται η συνεδρίαση., δεν είναι/δεν υπάρχει/δεν τίθεται/δεν υφίσταται/δεν γεννάται/δεν μπαίνει θέμα/ζήτημα βλ. θέμα, δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δεν θέλω βλ. θέλω, δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά βλ. καπνός, δεν υπάρχει σάλιο βλ. σάλιο, δεν υπάρχει/δεν γίνεται/δεν χωράει (καμία) σύγκριση βλ. σύγκριση, έπεται/υπάρχει (και) συνέχεια βλ. έπομαι, έχει/υπάρχουν κ(α)ι αλλού πορτοκαλιές (που κάνουν πορτοκάλια) βλ. πορτοκαλιά, πλανάται/υπάρχει στον αέρα/στην ατμόσφαιρα βλ. πλανώ, υπάρχει άμεση/μεγάλη/(κατ)επείγουσα ανάγκη βλ. ανάγκη, υπάρχει Θεός! βλ. θεός [< αρχ. ὑπάρχω] | |
| 53060 | υπασβεστιαιμία | [ὑπασβεστιαιμία] υ-πα-σβε-στι-αι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρουσία αφύσικα χαμηλών επιπέδων ασβεστίου στο αίμα. Βλ. -αιμία, τετανία, υποπαραθυρεοειδισμός. ΑΝΤ. υπερασβεστιαιμία [< αγγλ. hypocalc(a)emia, 1925] | |
| 53061 | υπασπιστήριο | [ὑπασπιστήριο] υ-πα-σπι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): το γραφείο ή ο χώρος εργασίας του υπασπιστή. Βλ. -τήριο. | |
| 53062 | υπασπιστής | [ὑπασπιστής] υ-πα-σπι-στής ουσ. (αρσ.): αξιωματικός ο οποίος βρίσκεται στην άμεση υπηρεσία συνήθ. στρατιωτικού αρχηγού ή σημαντικού πολιτικού προσώπου: ~ του Προέδρου της Δημοκρατίας/του στρατηγού/του υπουργού εθνικής άμυνας. Βλ. ανθ~.|| (παλαιότ.) ~ του βασιλιά/του τσάρου. [< αρχ. ὑπασπιστής] | |
| 53063 | υπαστυνόμος | [ὑπαστυνόμος] υ-πα-στυ-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): βαθμός αξιωματικού της Αστυνομίας, που είναι δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον αστυνόμο, και το αντίστοιχο πρόσωπο: ανώτερος ~. ~ της τροχαίας. ~ Α'/Β'. Βλ. ανθ~. | |
| 53064 | υπασφάλιση | [ὑπασφάλιση] υ-πα-σφά-λι-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. είδος ασφάλισης κατά την οποία ένα αντικείμενο ασφαλίζεται για μικρότερο ποσό από την πραγματική του αξία. ΑΝΤ. υπερασφάλιση | |
| 53065 | ύπατος | [ὕπατος] ύ-πα-τος ουσ. (αρσ.) {υπάτ-ου}: ΙΣΤ. ανώτατος αξιωματούχος στην αρχαία Ρώμη και το Βυζάντιο. [< μτγν. ὕπατος] | |
| 53066 | ύπατος | , η, ο [ὕπατος] ύ-πα-τος επίθ. (λόγ.): ανώτατος: ~ος: εκπρόσωπος. ~η: αξία/εξουσία. ~ο: κρατικό αξίωμα/συμβούλιο. ● ΣΥΜΠΛ.: Ύπατη Αρμοστεία (του ΟΗΕ) βλ. αρμοστεία, Ύπατος/Ύπατη Αρμοστής βλ. αρμοστής [< αρχ. ὕπατος] | |
| 53067 | υπάχθηκε | βλ. υπάγω | |
| 53068 | υπέβαλα | βλ. υποβάλλω |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ