| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4420 | αντίγραφο | [ἀντίγραφο] α-ντί-γρα-φο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άφου | -άφων} 1. προϊόν αντιγραφής: ακριβές/πιστό ~. ~ αγάλματος/αγγείου/βιβλίου. (ΦΑΡΜΑΚ.) Φάρμακα ~α. (πβ. γενόσημα). Πβ. απομίμηση, κόπια, ομοίωμα, ρεπλίκα. ΑΝΤ. πρωτότυπο 2. (ειδικότ.) φωτοαντίγραφο (συνήθ. επίσημου εγγράφου): επικυρωμένο/θεωρημένο ~. ~ απολυτηρίου/βεβαίωσης/πτυχίου/συμβολαίου/ταυτότητας. Έκδοση/χορήγηση ~ου. Έχω/κρατώ ~. Βλ. πρωτόγραφο, τηλε~. ● ΣΥΜΠΛ.: αντίγραφο ασφαλείας & (σπάν.) εφεδρικό αντίγραφο: ΠΛΗΡΟΦ. αντίγραφο δεδομένων ή προγράμματος το οποίο διατηρείται χωριστά σε περίπτωση αλλοίωσης ή καταστροφής του πρωτοτύπου· μπακ-απ. [< αγγλ. backup copy] [< αρχ. ἀντίγραφον, γαλλ. copie] | |
| 4421 | αντιγράφω | [ἀντιγράφω] α-ντι-γρά-φω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αντέγρα-ψα, αντιγράφτηκε κ. αντιγράφηκε (λόγ. αντεγράφη), αντιγραφτεί κ. αντιγραφεί, αντιγρα-μμένος, αντιγράφ-οντας} 1. μεταφέρω αυτολεξεί στο γραπτό μου το περιεχόμενο κειμένου: ~ μια παράγραφο/σελίδα. Αντιγράψτε στο τετράδιό σας ό,τι είναι γραμμένο στον πίνακα. Χειρόγραφα ~μμένα από μοναχούς. 2. (γενικότ.) αναπαράγω πανομοιότυπα έργο τέχνης (συχνά χωρίς έγκριση): Πίνακες που έχουν αντιγραφεί. ~μμένη ταινία. Πβ. κοπιάρω. 3. απαντώ σε γραπτή εξέταση, χρησιμοποιώντας κρυφά βιβλίο, σκονάκια, σημειώσεις, γραπτά άλλων εξεταζόμενων: ~ψε απ' τον διπλανό του. Τον έπιασαν να ~ει. Πβ. κάνω αντιγραφή, κλέβω. 4. ΠΛΗΡΟΦ. μεταφέρω αυτούσια δεδομένα με τη χρήση εντολής ή προγράμματος: ~ αρχείο (στον σκληρό δίσκο). 5. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) υιοθετώ, οικειοποιούμαι κάτι με δουλικό τρόπο: Έχει ~ψει τις κινήσεις/το στιλ/τον τρόπο ομιλίας της μεγάλης ηθοποιού.|| ~ψε τις θεωρίες/τις ιδέες άλλων. Πβ. (απο)μιμούμαι, ξεσηκώνω. [< αρχ. ἀντιγράφω, γαλλ. copier, αγγλ. copy] | |
| 4422 | αντιγριπικός | , ή, ό [ἀντιγριπικός] α-ντι-γρι-πι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προστατεύει από τη γρίπη ή την καταπολεμά: ~ό: εμβόλιο. [< γαλλ. (v accin ) anti-grippe, αγγλ. anti-influenza (vaccine)] | |
| 4423 | αντιδάνειο | [ἀντιδάνειο] α-ντι-δά-νει-ο ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. λέξη που έχει εισαχθεί ως δάνειο σε μία ή περισσότερες γλώσσες και επιστρέφει στην αρχική, συνήθ. διαφοροποιημένη ως προς τη μορφή ή και τη σημασία: π.χ. μπουτίκ: αρχ. ἀποθήκη > λατ. apotheca, ιταλ. bottega > πρoβηγκιανό bοtica > γαλλ. boutique. Βλ. ελληνογενής ξένος όρος, μεταφραστικό δάνειο. [< γερμ. Rückwanderer] | |
| 4424 | αντιδεξιός | , ά, ό [ἀντιδεξιός] α-ντι-δε-ξι-ός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που αντιτίθεται στην ιδεολογία ή την πολιτική της Δεξιάς. Βλ. αντιαριστερός. | |
| 4425 | αντιδεοντολογικός | , ή, ό [ἀντιδεοντολογικός] α-ντι-δε-ο-ντο-λο-γι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στους κανόνες δεοντολογίας: ~ός: τρόπος (π.χ. ενημέρωσης). ~ή: ενέργεια/συμπεριφορά. Βλ. αντι-κανονικός, -συναδελφικός, παράτυπος. ● επίρρ.: αντιδεοντολογικά | |
| 4426 | αντιδήλωση | [ἀντιδήλωση] α-ντι-δή-λω-ση ουσ. (θηλ.): δήλωση που αντικρούει μιαν άλλη ή αποτελεί απάντηση σε αυτή. [< γαλλ. contre-déclaration] | |
| 4427 | αντιδήμαρχος | [ἀντιδήμαρχος] α-ντι-δή-μαρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): κάθε δημοτικός σύμβουλος, δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον δήμαρχο και αρμόδιος για συγκεκριμένο τομέα: ~ αθλητισμού/καθαριότητας/παιδείας/περιβάλλοντος/πρασίνου/πολεοδομίας και τεχνικών έργων. | |
| 4428 | αντιδημοκρατικός | , ή, ό [ἀντιδημοκρατικός] α-ντι-δη-μο-κρα-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στο δημοκρατικό ιδεώδες, πνεύμα ή πολίτευμα: ~ή: απόφαση/νοοτροπία/συμπεριφορά. ~ό: καθεστώς. ~ές: απόψεις/διατάξεις/ενέργειες/μεθοδεύσεις. Πβ. αυταρχ-, δεσποτ-, εξουσιαστ-, τυρανν-ικός. ΑΝΤ. δημοκρατικός (1) ● επίρρ.: αντιδημοκρατικά [< γαλλ. antidémocratique, αγγλ. antidemocratic] | |
| 4429 | αντιδημοκρατικότητα | [ἀντιδημοκρατικότητα] α-ντι-δη-μο-κρα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αντιδημοκρατικού. Πβ. αυταρχικότητα, δεσποτισμός. Βλ. συγκεντρωτ-, φασ-ισμός. | |
| 4430 | αντιδημοφιλής | , ής, ές [ἀντιδημοφιλής] α-ντι-δη-μο-φι-λής επίθ.: αντιδημοτικός: ~είς: αποφάσεις/πολιτικές. ~ή: μέτρα. Πβ. αντιλαϊκός. | |
| 4431 | αντίδι | [ἀντίδι] α-ντί-δι ουσ. (ουδ.) {αντιδ-ιού}: ΒΟΤ. μεσογειακό μονοετές ή διετές κηπευτικό φυτό (επιστ. ονομασ. Cichorium endivia) με φύλλα και στελέχη που τρώγονται ωμά ή μαγειρευτά. Βλ. αντίβ, ραδίκι. [< μεσν. αντίδι(ν)] | |
| 4432 | αντιδιαβητικός | , ή, ό [ἀντιδιαβητικός] α-ντι-δια-βη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που καταπολεμά τον σακχαρώδη διαβήτη. [< γαλλ. antidiabétique, αγγλ. antidiabetic] | |
| 4433 | αντιδιαβρωτικός | , ή, ό [ἀντιδιαβρωτικός] α-ντι-δια-βρω-τι-κός επίθ.: που καταπολεμά τη διάβρωση: ~ή: προστασία (μεταλλικών επιφανειών)/ταινία. ~ά: προϊόντα. Αντιπλημμυρικά και ~ά έργα. [< αγγλ. anticorrosive, γαλλ. anticorrosion, περ. 1970] | |
| 4434 | αντιδιαδήλωση | [ἀντιδιαδήλωση] α-ντι-δια-δή-λω-ση ουσ. (θηλ.): διαδήλωση ως αντίδραση σε άλλη που γίνεται ταυτόχρονα. [< γαλλ. contre-manifestation] | |
| 4435 | αντιδιαλεκτικός | , ή, ό [ἀντιδιαλεκτικός] α-ντι-δι-α-λε-κτι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στη διαλεκτική. ΑΝΤ. διαλεκτικός1 ● επίρρ.: αντιδιαλεκτικά | |
| 4436 | αντιδιαμετρικός | , ή, ό [ἀντιδιαμετρικός] α-ντι-δι-α-με-τρι-κός επίθ. 1. (μτφ.) αντίθετος, διαφορετικός: ~ές: θέσεις (= εκ διαμέτρου, διαμετρικά αντίθετες). 2. που βρίσκεται απέναντι ή έχει αντίθετη φορά: ~ή: πλευρά. ~ά σημεία κύκλου ή σφαίρας (: όσα ενώνονται νοερά από ευθεία η οποία περνάει από το κέντρο του ή της). ● επίρρ.: αντιδιαμετρικά [< 1: πβ. μεσν. αντιδιάμετρος] | |
| 4437 | αντιδιαρρηκτικός | , ή, ό [ἀντιδιαρρηκτικός] α-ντι-δι-αρ-ρη-κτι-κός επίθ.: που είναι κατάλληλος για αποτροπή, παρεμπόδιση διαρρήξεων: ~ή: προστασία. Μηχανισμοί υψηλής ~ής ασφάλειας. Κλειδαριές με ενισχυμένη ~ή αντοχή. | |
| 4438 | αντιδιαστέλλω | [ἀντιδιαστέλλω] α-ντι-δι-α-στέλ-λω ρ. (μτβ.) {αντι-διέστειλε, -διασταλεί} (απαιτ. λεξιλόγ.): διακρίνω, διαχωρίζω κάτι από κάτι άλλο διαφορετικό: ~ το παρελθόν με το παρόν. Το θετό δίκαιο ~εται από το εθιμικό. Πβ. αντιπαραθέτω. ΑΝΤ. ταυτίζω (1) [< μτγν. ἀντιδιαστέλλω] | |
| 4439 | αντιδιαστολή | [ἀντιδιαστολή] α-ντι-δι-α-στο-λή ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αντιδιαστέλλω, διαχωρισμός, αντιπαράθεση: ~ (μεταξύ) παλαιών και σύγχρονων μορφών. (λόγ.) Ερμηνεία εξ ~ής. Πβ. αντίθεση, διάσταση, δια-φορά, -φοροποίηση. ΑΝΤ. ταύτιση (1) ● ΦΡ.: σε αντιδιαστολή με/προς & (σπάν.-λόγ.) κατ' αντιδιαστολή προς: σε αντίθεση με. [< μτγν. ἀντιδιαστολή] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ