Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5340-5360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4412αντιγονικός, ή, ό [ἀντιγονικός] α-ντι-γο-νι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα αντιγόνα: ~ός: ερεθισμός. ~ή: πρωτεΐνη. ~οί: τύποι (ιού). ~ά: πεπτίδια. ● επίρρ.: αντιγονικά ● ΣΥΜΠΛ.: αντιγονικός καθοριστής βλ. καθοριστής [< πβ. μτγν. ἀντιγονικός 'που ανήκει στον Αντίγονο', γαλλ. antigénique, 1904, αγγλ. antigenic, 1913]
4413αντιγονικότητα[ἀντιγονικότητα] α-ντι-γο-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ικανότητα διέγερσης της παραγωγής αντισωμάτων: ~ της ινσουλίνης. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. antigenicity, 1946]
4414αντιγόνο[ἀντιγόνο] α-ντι-γό-νο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κάθε ουσία η οποία, όταν εισαχθεί σε ζωντανό οργανισμό, προκαλεί παραγωγή αντισωμάτων: επιφανειακό/ομόλογο ~. Ενδογενή/εξωγενή/καρκινικά/μικροβιακά ~α. Αλληλεπίδραση/αντίδραση ~ου-αντισώματος. ~α ιστοσυμβατότητας/των ομάδων αίματος. Βλ. αυτο~. ● ΣΥΜΠΛ.: αυστραλιανό αντιγόνο: ΙΑΤΡ. αυτό που σχετίζεται με την ηπατίτιδα Β., Ειδικό Προστατικό Αντιγόνο: ΙΑΤΡ. πρωτεάση που παράγεται αποκλειστικά από τα επιθηλιακά κύτταρα του προστάτη και θεωρείται ένδειξη για διάγνωση καρκίνου στον αδένα αυτόν. Βλ. καρκινικός δείκτης. [< αγγλ. prostate-specific antigen (PSA), 1981] [< γαλλ. antigène, 1904, αγγλ. antigen, 1908]
4415αντιγραμματικός, ή, ό [ἀντιγραμματικός] α-ντι-γραμ-μα-τι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που δεν είναι γραμματικά αποδεκτός: ~ός: τύπος. ~ή: δομή/πρόταση (π.χ. *Ο Γιώργος ήρθε αύριο. Βλ. μη αποδεκτή πρόταση). [< αγγλ. ungrammatical, γαλλ. agrammatical, 1929]
4416αντιγραφέας[ἀντιγραφέας] α-ντι-γρα-φέ-ας ουσ. (αρσ.) 1. {+ θηλ.} (μειωτ.) αυτός που αντιγράφει (ειδικότ. σε γραπτές εξετάσεις) ή μιμείται κάποιον ή κάτι: λογοκλόπος και ~. Πβ. μιμητής. 2. ΦΙΛΟΛ. πρόσωπο που ασχολιόταν συστηματικά ή επαγγελματικά με την αντιγραφή συνήθ. χειρογράφων: καλλιγράφος ~. Λάθος του ~α. Γραφείς και ~είς. [< αρχ. ἀντιγραφεύς ‘ελεγκτής, επίσημος γραμματέας’, γαλλ. copiste]
4417αντιγραφή[ἀντιγραφή] α-ντι-γρα-φή ουσ. (θηλ.) 1. δημιουργία αντικειμένου στο οποίο προσδίδονται (με απόλυτη ή σχετική επιτυχία και ενίοτε χωρίς έγκριση) τα ίδια χαρακτηριστικά με κάποιο άλλο, ώστε να είναι πανομοιότυπό του, αλλά συνήθ. κατώτερης αξίας από αυτό· συνεκδ. το αντίγραφο: ακριβής/πιστή ~. ~ βιβλίου (βλ. ανατύπωση)/έργων τέχνης/υλικού. Προστασία πνευματικών δικαιωμάτων από ~ές (βλ. κοπιράιτ, λογοκλοπή). Πβ. κοπιάρισμα, ξεπατίκωμα, ξεσήκωμα.|| Τετράδιο ~ής (: στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ και επικόλληση. Πβ. κόπι.|| Το κείμενο/κτίριο είναι ~ του ... 2. (κατ' επέκτ.) δουλική απομίμηση: ~ συνηθειών/του ύφους (κάποιου). 3. απάντηση θεμάτων σε γραπτή εξέταση με χρήση αθέμιτων μέσων: Κάνω ~. Μηδενισμός λόγω ~ής. ~ές μαθητών/φοιτητών. Αυστηρή επιτήρηση, για να αποφευχθούν οι ~ές. Βλ. σκονάκι. 4. ΒΙΟΛ. διαδικασία αναπαραγωγής ή διπλασιασμού: ~ του DNA. ΣΥΝ. αναδιπλασιασμός (2) [< μτγν. ἀντιγραφή ‘έγγραφη απάντηση, μεταγραφή, αντιγραφή’, γαλλ. copie, αγγλ. copy 4: αγγλ. replication, 1948]
4418αντιγραφικό[ἀντιγραφικό] α-ντι-γρα-φι-κό ουσ. (ουδ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. μηχάνημα ή σύστημα που αντιγράφει ψηφιακά δεδομένα, κυρ. εικόνα και ήχο: ~ CD/DVD. Βλ. πολυμηχάνημα, σαρωτής. 2. φωτοαντιγραφικό. [< αγγλ. copier, 1917]
4419αντιγραφικός, ή, ό [ἀντιγραφικός] α-ντι-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αντιγραφή: ~ό: μηχάνημα/χαρτί.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ό: DVD/πρόγραμμα.|| (ΒΙΟΛ.) Οι μεταλλάξεις είναι τυχαία ~ά σφάλματα στο γενετικό υλικό.||(ΦΙΛΟΛ.) Τα ~ά εργαστήρια των μοναστηριών. [< μτγν. ἀντιγραφικός]
4420αντίγραφο[ἀντίγραφο] α-ντί-γρα-φο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άφου | -άφων} 1. προϊόν αντιγραφής: ακριβές/πιστό ~. ~ αγάλματος/αγγείου/βιβλίου. (ΦΑΡΜΑΚ.) Φάρμακα ~α. (πβ. γενόσημα). Πβ. απομίμηση, κόπια, ομοίωμα, ρεπλίκα. ΑΝΤ. πρωτότυπο 2. (ειδικότ.) φωτοαντίγραφο (συνήθ. επίσημου εγγράφου): επικυρωμένο/θεωρημένο ~. ~ απολυτηρίου/βεβαίωσης/πτυχίου/συμβολαίου/ταυτότητας. Έκδοση/χορήγηση ~ου. Έχω/κρατώ ~. Βλ. πρωτόγραφο, τηλε~. ● ΣΥΜΠΛ.: αντίγραφο ασφαλείας & (σπάν.) εφεδρικό αντίγραφο: ΠΛΗΡΟΦ. αντίγραφο δεδομένων ή προγράμματος το οποίο διατηρείται χωριστά σε περίπτωση αλλοίωσης ή καταστροφής του πρωτοτύπου· μπακ-απ. [< αγγλ. backup copy] [< αρχ. ἀντίγραφον, γαλλ. copie]
4421αντιγράφω[ἀντιγράφω] α-ντι-γρά-φω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αντέγρα-ψα, αντιγράφτηκε κ. αντιγράφηκε (λόγ. αντεγράφη), αντιγραφτεί κ. αντιγραφεί, αντιγρα-μμένος, αντιγράφ-οντας} 1. μεταφέρω αυτολεξεί στο γραπτό μου το περιεχόμενο κειμένου: ~ μια παράγραφο/σελίδα. Αντιγράψτε στο τετράδιό σας ό,τι είναι γραμμένο στον πίνακα. Χειρόγραφα ~μμένα από μοναχούς. 2. (γενικότ.) αναπαράγω πανομοιότυπα έργο τέχνης (συχνά χωρίς έγκριση): Πίνακες που έχουν αντιγραφεί. ~μμένη ταινία. Πβ. κοπιάρω. 3. απαντώ σε γραπτή εξέταση, χρησιμοποιώντας κρυφά βιβλίο, σκονάκια, σημειώσεις, γραπτά άλλων εξεταζόμενων: ~ψε απ' τον διπλανό του. Τον έπιασαν να ~ει. Πβ. κάνω αντιγραφή, κλέβω. 4. ΠΛΗΡΟΦ. μεταφέρω αυτούσια δεδομένα με τη χρήση εντολής ή προγράμματος: ~ αρχείο (στον σκληρό δίσκο). 5. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) υιοθετώ, οικειοποιούμαι κάτι με δουλικό τρόπο: Έχει ~ψει τις κινήσεις/το στιλ/τον τρόπο ομιλίας της μεγάλης ηθοποιού.|| ~ψε τις θεωρίες/τις ιδέες άλλων. Πβ. (απο)μιμούμαι, ξεσηκώνω. [< αρχ. ἀντιγράφω, γαλλ. copier, αγγλ. copy]
4422αντιγριπικός, ή, ό [ἀντιγριπικός] α-ντι-γρι-πι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προστατεύει από τη γρίπη ή την καταπολεμά: ~ό: εμβόλιο. [< γαλλ. (v accin ) anti-grippe, αγγλ. anti-influenza (vaccine)]
4423αντιδάνειο[ἀντιδάνειο] α-ντι-δά-νει-ο ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. λέξη που έχει εισαχθεί ως δάνειο σε μία ή περισσότερες γλώσσες και επιστρέφει στην αρχική, συνήθ. διαφοροποιημένη ως προς τη μορφή ή και τη σημασία: π.χ. μπουτίκ: αρχ. ἀποθήκη > λατ. apotheca, ιταλ. bottega > πρoβηγκιανό bοtica > γαλλ. boutique. Βλ. ελληνογενής ξένος όρος, μεταφραστικό δάνειο. [< γερμ. Rückwanderer]
4424αντιδεξιός, ά, ό [ἀντιδεξιός] α-ντι-δε-ξι-ός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που αντιτίθεται στην ιδεολογία ή την πολιτική της Δεξιάς. Βλ. αντιαριστερός.
4425αντιδεοντολογικός, ή, ό [ἀντιδεοντολογικός] α-ντι-δε-ο-ντο-λο-γι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στους κανόνες δεοντολογίας: ~ός: τρόπος (π.χ. ενημέρωσης). ~ή: ενέργεια/συμπεριφορά. Βλ. αντι-κανονικός, -συναδελφικός, παράτυπος. ● επίρρ.: αντιδεοντολογικά
4426αντιδήλωση[ἀντιδήλωση] α-ντι-δή-λω-ση ουσ. (θηλ.): δήλωση που αντικρούει μιαν άλλη ή αποτελεί απάντηση σε αυτή. [< γαλλ. contre-déclaration]
4427αντιδήμαρχος[ἀντιδήμαρχος] α-ντι-δή-μαρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): κάθε δημοτικός σύμβουλος, δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον δήμαρχο και αρμόδιος για συγκεκριμένο τομέα: ~ αθλητισμού/καθαριότητας/παιδείας/περιβάλλοντος/πρασίνου/πολεοδομίας και τεχνικών έργων.
4428αντιδημοκρατικός, ή, ό [ἀντιδημοκρατικός] α-ντι-δη-μο-κρα-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στο δημοκρατικό ιδεώδες, πνεύμα ή πολίτευμα: ~ή: απόφαση/νοοτροπία/συμπεριφορά. ~ό: καθεστώς. ~ές: απόψεις/διατάξεις/ενέργειες/μεθοδεύσεις. Πβ. αυταρχ-, δεσποτ-, εξουσιαστ-, τυρανν-ικός. ΑΝΤ. δημοκρατικός (1) ● επίρρ.: αντιδημοκρατικά [< γαλλ. antidémocratique, αγγλ. antidemocratic]
4429αντιδημοκρατικότητα[ἀντιδημοκρατικότητα] α-ντι-δη-μο-κρα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αντιδημοκρατικού. Πβ. αυταρχικότητα, δεσποτισμός. Βλ. συγκεντρωτ-, φασ-ισμός.
4430αντιδημοφιλής, ής, ές [ἀντιδημοφιλής] α-ντι-δη-μο-φι-λής επίθ.: αντιδημοτικός: ~είς: αποφάσεις/πολιτικές. ~ή: μέτρα. Πβ. αντιλαϊκός.
4431αντίδι[ἀντίδι] α-ντί-δι ουσ. (ουδ.) {αντιδ-ιού}: ΒΟΤ. μεσογειακό μονοετές ή διετές κηπευτικό φυτό (επιστ. ονομασ. Cichorium endivia) με φύλλα και στελέχη που τρώγονται ωμά ή μαγειρευτά. Βλ. αντίβ, ραδίκι. [< μεσν. αντίδι(ν)]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.