| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53083 | υπεκμίσθωση | [ὑπεκμίσθωση] υ-πεκ-μί-σθω-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. υπενοικίαση. ΣΥΝ. υπομίσθωση | |
| 53084 | υπεκμισθωτής | [ὑπεκμισθωτής] υ-πεκ-μι-σθω-τής ουσ. (αρσ.) , υπεκμισθώτρια (η): υπενοικιαστής. ΣΥΝ. υπομισθωτής | |
| 53085 | υπεκφεύγω | [ὑπεκφεύγω] υ-πεκ-φεύ-γω ρ. (αμτβ.) {υπεξέφυγε, υπεκφύγει} (λόγ.) : αποφεύγω με επιδεξιότητα να αντιμετωπίσω κάτι, συνήθ. δυσάρεστο ή που προκαλεί αμηχανία: Δεν μου αρέσει να ~, γι' αυτό θα μιλήσω ξεκάθαρα. Πβ. κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου, ξεγλιστρώ. [< πβ. αρχ. ὑπεκφεύγω ‘δραπετεύω’] | |
| 53087 | ΥΠΕΝ | (το): Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. | |
| 53088 | υπενθυμίζω | [ὑπενθυμίζω] υ-πεν-θυ-μί-ζω ρ. (μτβ.) {υπενθύμι-σα, υπενθυμί-σω, υπενθυμίζ-οντας}: ξαναθυμίζω κάτι σε κάποιον: Μου ~σε να αγοράσω τα εισιτήρια για τη συναυλία. Να σου ~σω ότι ... | |
| 53089 | υπενθύμιση | [ὑπενθύμιση] υ-πεν-θύ-μι-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπενθυμίζω: ερώτηση/λίστα/μήνυμα/σύστημα ~ης. Ευγενική ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονική υπηρεσία ενημέρωσης: αυτόματη ~. Ενεργοποίηση/λειτουργία ~ης. ~ κωδικού/ονόματος/στοιχείων/συνθηματικού (: υπηρεσία που προσφέρεται σε συνδρομητές ή μέλη ηλεκτρονικής σελίδας). Πβ. υπόμνηση. [< 2: αγγλ. reminder] | |
| 53090 | υπενοικιάζω | [ὑπενοικιάζω] υ-πε-νοι-κι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {υπενοικία-σε, υπενοικιά-στηκε, υπενοικιάζ-οντας, -όμενος, υπενοικια-σμένος}: ΝΟΜ. μεταβιβάζω τη χρήση ακινήτου του οποίου είμαι ενοικιαστής για συγκεκριμένη χρονική περίοδο έναντι ενοικίου: Το διάστημα που έλειπε στο εξωτερικό ~σε το σπίτι της σε έναν φοιτητή. ΣΥΝ. υπεκμισθώνω, υπομισθώνω [< γαλλ. sous-louer, γερμ. untervermieten] | |
| 53091 | υπενοικίαση | [ὑπενοικίαση] υ-πε-νοι-κί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπενοικιάζω: ~ εργαζομένων/υπαλλήλων/υποδομών. ~ ενός κτιρίου/κυλικείου/ξενοδοχείου. ΣΥΝ. υπεκμίσθωση, υπομίσθωση [< γαλλ. sous-location, γερμ. Untervermietung] | |
| 53092 | υπενοικιαστής | [ὑπενοικιαστής] υ-πε-νοι-κι-α-στής ουσ. (αρσ.) , υπενοικιάστρια (η): πρόσωπο που υπενοικιάζει. ΣΥΝ. υπεκμισθωτής, υπομισθωτής [< γαλλ. sous-locataire , γερμ. Unterverrmieter] | |
| 53093 | υπενωμοτάρχης | [ὑπενωμοτάρχης] υ-πε-νω-μο-τάρ-χης ουσ. (αρσ.) 1. (στον προσκοπισμό) υπαρχηγός ενωμοτίας. 2. (παλαιότ.) υπαξιωματικός της Χωροφυλακής, αντίστοιχος προς τον σημερινό υπαρχιφύλακα. | |
| 53095 | υπεξαγωγή | [ὑπεξαγωγή] υ-πε-ξα-γω-γή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παράνομη αφαίρεση κάποιου πράγματος· κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υπεξαγωγή εγγράφου: ΝΟΜ. απόκρυψη, φθορά ή καταστροφή εγγράφου από κάποιον ο οποίος δεν είναι (αποκλειστικά) κύριός του, με σκοπό να θιγούν τα συμφέροντα άλλου. [< μτγν. ὑπεξαγωγή ‘απομάκρυνη’] | |
| 53096 | υπεξαίρεση | [ὑπεξαίρεση] υ-πε-ξαί-ρε-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπεξαιρώ: ~ δημοσίου χρήματος. Ποινική δίωξη για ~ σε βαθμό κακουργήματος. Πβ. κατάχρηση, κλοπή, λαθροχειρία. Βλ. αντι-, ιδιο-, οικειο-ποίηση, σφετερισμός. [< μτγν. ὑπεξαίρεσις] | |
| 53097 | υπεξαιρώ | [ὑπεξαιρῶ] υ-πε-ξαι-ρώ ρ. (μτβ.) {υπεξαιρ-εί ... | υπεξαίρ-εσε, -έθηκε, -ώντας}: ΝΟΜ. ιδιοποιούμαι ξένη περιουσία ή αντικείμενο για τη διαχείριση ή φύλαξη των οποίων είμαι υπεύθυνος, σφετερίζομαι: Κατηγορείται ότι ~εσε μεγάλο χρηματικό ποσό/επίσημα έγγραφα. Πβ. καταχρώμαι. Βλ. κλέβω, τσεπώνω. [< αρχ. ὑπεξαιρῶ] | |
| 53098 | υπεξούσιος | , α, ο [ὑπεξούσιος] υ-πε-ξού-σι-ος επίθ. 1. (επιστ.) εξαρτημένος, υποτελής. ΑΝΤ. αυτεξούσιος 2. ΝΟΜ. (για ανηλίκους) που βρίσκεται υπό την κηδεμονία των γονιών του. [< μτγν. ὑπεξούσιος] | |
| 53099 | υπέρ | [ὑπέρ] υ-πέρ πρόθ. 1. (+ γεν.) για δήλωση υποστήριξης, υπεράσπισης, έγκρισης, ωφέλειας: έρανος ~ των σεισμοπαθών.|| Αγωνίζονται ~ των αδυνάτων/της δημοκρατίας/της ελευθερίας της σκέψης.|| Είναι/τάσσονται ~ της άποψης (ότι ...)/του κόμματος/της ομάδας/της παράταξης/του υποψηφίου. Επιχειρήματα ~ και κατά της ευθανασίας. Κατέθεσε ~ του κατηγορουμένου. Εκφράστηκαν ~ των νέων μέτρων/της πρότασης για ... Είμαι ~ του να πάμε διακοπές σε νησί.|| Μεταρρύθμιση/νόμος ~ των χαμηλόμισθων.|| (προφ.) (+ αιτ.) Tο σκορ μέχρι στιγμής είναι ~ μας. Το ~ τους αποτέλεσμα.|| (ως επίρρ.) Ψηφίζω ~. ΑΝΤ. εναντίον 2. (+ αιτ.) (για ποσότητα) πάνω από, περισσότερο: Στον διαγωνισμό δήλωσαν συμμετοχή ~ τα εκατό άτομα. ● Ουσ.: υπέρ (τα): θετικά στοιχεία, πλεονεκτήματα: τα ~ του νέου νόμου. ΑΝΤ. κατά ● ΦΡ.: (πήγε) υπέρ πίστεως (και πατρίδος) βλ. πίστη, ο χρόνος δουλεύει/εργάζεται για/υπέρ/σε βάρος μας βλ. χρόνος, υπέρ βωμών και εστιών βλ. βωμός, υπέρ της αεροπορίας βλ. αεροπορία, υπέρ το δέον & πέραν του δέοντος βλ. δέων [< 1: αρχ. ὑπέρ, πβ. γαλλ. pour] | |
| 53100 | υπερ- & υπέρ- | η λόγια πρόθεση υπέρ ως πρόθημα∙ δηλώνει 1. πολύ μεγάλο βαθμό: (επιτατ.) υπερ-αγαπώ (βλ. πολυ-).|| Yπερ-ειδίκευση (βλ. εξ-).|| (κατάχρηση, έλλειψη μέτρου) Υπερ-αρμοδιότητες/~δανεισμός/~κατανάλωση/~τιμολόγηση.|| (παθολογική αύξηση ουσίας) Υπερ-λιπιδαιμία.|| (αυξημένη, μη φυσιολογική λειτουργία) Υπερ-θυρεοειδισμός. Υπερ-αισθησία/~κινησία.|| (διόγκωση) Υπερ-πλασία (ΑΝΤ. υπο-). 2. μέγεθος που ξεπερνά το κανονικό ή το σύνηθες: υπερ-ωκεάνιο. Υπερ-αγορά/~απόσταση (πβ. υπερμαραθώνιος)/~μάρκετ (βλ. μίνι).|| (επιτατ.) Yπερ-θέαμα/~παραγωγή. 3. θέση ή (μετα)κίνηση πάνω, έξω, πέρα (από): υπέρ-γειος (βλ. επί-).|| Yπερ-αστικός (βλ. περι-).|| Υπερ-άκτιος (βλ. παρ-)/~ατλαντικός.|| (μτφ.) Υπερ-κόσμιος (ΑΝΤ. εγ-). 4. ανωτερότητα, κυριαρχία: υπερ-έχω/~ισχύω/~νικώ (πβ. κατα-). 5. (μτφ.) στήριξη, προστασία: υπέρ-μαχος. | |
| 53101 | υπεράγαθος | , η, ο [ὑπεράγαθος] υ-πε-ρά-γα-θος επίθ. (κ. με κεφαλ. Υ): ΕΚΚΛΗΣ. χαρακτηρισμός του Θεού και των ιδιοτήτων του: η ~η φιλανθρωπία του Θεού. ΣΥΝ. πανάγαθος [< μτγν. ὑπεράγαθος] | |
| 53102 | υπεραγαπώ | [ὑπεραγαπῶ] υ-πε-ρα-γα-πώ ρ. (μτβ.) {υπεραγαπ-ά κ. -άει ... | υπεραγάπ-ησε, -ημένος, -ώντας} & υπεραγαπάω: αγαπώ υπερβολικά: ~ά τα ανίψια του. Πβ. λατρεύω. [< αρχ. ὑπεραγαπῶ] | |
| 53103 | υπεραγορά | [ὑπεραγορά] υ-πε-ρα-γο-ρά ουσ. (θηλ.): μεγάλο κατάστημα όπου πωλούνται διάφορα είδη ή ένα συγκεκριμένο είδος σε μεγάλη ποικιλία: ~ επίπλων/ηλεκτρικών ειδών/κρεάτων/τροφίμων. Πβ. σούπερ-μάρκετ, υπερμάρκετ. Βλ. -αγορά. [< αγγλ. supermarket, 1931] | |
| 53104 | υπεραγώγιμος | , η, ο [ὑπεραγώγιμος] υ-πε-ρα-γώ-γι-μος επίθ.: ΦΥΣ. που έχει τα χαρακτηριστικά της υπεραγωγιμότητας: ~ος: μαγνήτης. ~η: κατάσταση. ~ο: πηνίο. ~α: καλώδια/υλικά. Βλ. ημιαγώγιμος. [< αγγλ. superconductive, 1913] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ