| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53105 | υπεραγωγιμότητα | [ὑπεραγωγιμότητα] υ-πε-ρα-γω-γι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. η ιδιότητα ορισμένων μετάλλων, σε θερμοκρασίες κοντά στο απόλυτο μηδέν, να διαρρέονται από ηλεκτρικό ρεύμα χωρίς να προβάλλουν αντίσταση, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει απώλεια ενέργειας. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. superconductivity, 1913] | |
| 53106 | υπεραγωγός | [ὑπεραγωγός] υ-πε-ρα-γω-γός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. υλικό που χαρακτηρίζεται από υπεραγωγιμότητα. [< αγγλ. superconductor, 1913] | |
| 53107 | υπεραερισμός | [ὑπεραερισμός] υ-πε-ρα-ε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. αφύσικα γρήγορη ή βαθιά αναπνοή που οφείλεται σε φυσιολογικά ή παθολογικά αίτια και έχει ως αποτέλεσμα την υπερβολική απώλεια διοξειδίου του άνθρακα από το αίμα: ~ των πνευμόνων. Σύνδρομο ~ού. Βλ. υπέρπνοια, υποκαπνία. ΑΝΤ. υποαερισμός [< αγγλ. hyperventilation, 1928] | |
| 53108 | υπεραθλητής | [ὑπεραθλητής] υ-πε-ρα-θλη-τής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. υπεραθλήτρια} & (προφ.) σούπερ αθλητής: ΑΘΛ. σημαντικός αθλητής με εντυπωσιακές επιδόσεις και πολλές διακρίσεις· ειδικότ. χαρακτηρισμός των αθλητών του δεκάθλου. | |
| 53109 | υπεραιμία | [ὑπεραιμία] υ-πε-ραι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολική συσσώρευση αίματος σε κάποιο όργανο ή σημείο του ανθρώπινου σώματος: τοπική ~. Βλ. -αιμία, βεντούζες. [< γαλλ. hyperhémie, αγγλ. hyper(h)(a)emia] | |
| 53110 | υπεραιμικός | , ή, ό [ὑπεραιμικός] υ-πε-ραι-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλεί υπεραιμία ή την εμφανίζει: ~ό: ζελέ αδυνατίσματος.|| ~ό: δέρμα. [< γαλλ. hyperhémique, αγγλ. hyperaemic] | |
| 53111 | υπεραισθησία | [ὑπεραισθησία] υ-πε-ραι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογικά αυξημένη ευαισθησία κυρ. στα ερεθίσματα που σχετίζονται με την αίσθηση της αφής. Πβ. παραισθησία. Βλ. υπερευαισθησία. ΑΝΤ. υπαισθησία [< γαλλ. hyperesthésie, αγγλ. hyperæsthesia] | |
| 53112 | υπεραισθητήριος | , α, ο [ὑπεραισθητήριος] υ-πε-ραι-σθη-τή-ρι-ος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υπεραισθητική αντίληψη βλ. υπεραισθητικός | |
| 53113 | υπεραισθητικός | , ή, ό [ὑπεραισθητικός] υ-πε-ραι-σθη-τι-κός επίθ. (σπάν.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υπεραισθητική αντίληψη & υπεραισθητήρια αντίληψη: (στην παραψυχολογία) ικανότητα αντίληψης εξωτερικών ερεθισμάτων χωρίς τη χρήση των αισθήσεων· έκτη αίσθηση. Πβ. ενόραση. Βλ. τηλεπάθεια. [< αγγλ. Extra Sensory Perception (ESP), 1934] | |
| 53114 | υπεραισθητός | , ή, ό [ὑπεραισθητός] υ-πε-ραι-σθη-τός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που δεν γίνεται αντιληπτός με τις αισθήσεις, που δεν ανήκει στον αισθητό κόσμο: ~ή: γνώση/πραγματικότητα. Πβ. μεταφυσικός, νοητός, υπερκόσμιος.|| (ως ουσ.) Το ~ό (= νοούμενο). ΣΥΝ. υπερβατικός (1) [< γαλλ. suprasensible] | |
| 53115 | υπεραισιοδοξία | [ὑπεραισιοδοξία] υ-πε-ραι-σι-ο-δο-ξί-α ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): υπερβολική αισιοδοξία: κλίμα ~ας. | |
| 53116 | υπεραισιόδοξος | , η, ο [ὑπεραισιόδοξος] υ-πε-ραι-σι-ό-δο-ξος επίθ. (επιτατ.): υπερβολικά αισιόδοξος: ~η: πρόβλεψη. ~ο: σενάριο/χρονοδιάγραμμα. ~ες: εκτιμήσεις. ~α: σχέδια.|| Είσαι ~η και τα βλέπεις όλα ρόδινα. ● επίρρ.: υπεραισιόδοξα | |
| 53117 | υπεραιωνόβιος | , α, ο [ὑπεραιωνόβιος] υ-πε-ραι-ω-νό-βι-ος επίθ. (λόγ.): που ξεπερνά τα εκατό χρόνια ζωής: ~α: γιαγιά.|| ~ος: πλάτανος. ~α: ελιά. Βλ. -βιος. | |
| 53118 | υπερακοντίζω | [ὑπερακοντίζω] υ-πε-ρα-κο-ντί-ζω ρ. (μτβ.) {υπερακόντι-σε, υπερακοντί-στηκε, υπερακοντίζ-οντας} (μτφ.-λόγ.): ξεπερνώ κάποιον ή κάτι, υπερτερώ: Τα οφέλη ~ουν τους κινδύνους. Πβ. υπερκεράζω. [< αρχ. ὑπερακοντίζω] | |
| 53119 | υπεράκτιος | , α, ο [ὑπεράκτιος] υ-πε-ρά-κτι-ος επίθ. 1. που είναι σε κάποια απόσταση από την ακτή: ~ος: θαλάσσιος χώρος. ~α: αιολικά πάρκα. 2. που βρίσκεται ή δραστηριοποιείται έξω από τα σύνορα μιας χώρας: ~ος: τομέας. ~α: κεφάλαια. ● ΣΥΜΠΛ.: εξωχώρια εταιρεία βλ. εξωχώριος [< αγγλ. offshore, γαλλ. ~, 1952] | |
| 53120 | υπεραλίευση | [ὑπεραλίευση] υ-πε-ρα-λί-ευ-ση ουσ. (θηλ.) & υπεραλιεία: ΟΙΚΟΛ. εντατική αλιεία που έχει ως αποτέλεσμα την εξάντληση ή τη σημαντική μείωση του πληθυσμού των ψαριών: ~ τόνου. Βλ. αειφορία, υπερβόσκηση. [< αγγλ. overfishing, γαλλ. surpêche, 1987] | |
| 53121 | υπεραμύνομαι | [ὑπεραμύνομαι] υ-πε-ρα-μύ-νο-μαι ρ. (μτβ.) {υπεραμύν-θηκε, -όμενος} (+ γεν.) (λόγ.): υπερασπίζομαι, περιφρουρώ, προασπίζω: ~θηκε των δικαιωμάτων των μειονοτήτων. ~εται των επιλογών/χειρισμών του. ~εται της θέσης του/της νομιμότητας (της απόφασης)/της πολιτικής της χώρας του. ΑΝΤ. αντιμάχομαι | |
| 53122 | υπερανάληψη | [ὑπερανάληψη] υ-πε-ρα-νά-λη-ψη ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. μέθοδος έμμεσου δανεισμού, κατά την οποία γίνεται ανάληψη χρηματικού ποσού το οποίο ξεπερνά το υπόλοιπο που υπάρχει στον τραπεζικό λογαριασμό και καθορίζεται μετά από συμφωνία με την τράπεζα: επιτόκιο/όριο ~ης. [< αγγλ. overdraft] | |
| 53123 | υπερανάλυση | [ὑπερανάλυση] υ-πε-ρα-νά-λυ-ση ουσ. (θηλ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): σχολαστική ανάλυση: ~ μιας πληροφορίας. | |
| 53124 | υπεραναλύω | [ὑπεραναλύω] υ-πε-ρα-να-λύ-ω ρ. (μτβ.) {υπερανέλυ-σα, υπεραναλύ-θηκε, -θεί} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): αναλύω σχολαστικά, λεπτολογώ: Το θέμα έχει ~θεί (= εξαντληθεί).|| ~ει τα πάντα χωρίς λόγο (πβ. ψειρίζω, ψιλοκοσκινίζω). Έχει την τάση να ~ει τα πράγματα/τα συναισθήματά της (βλ. ομφαλοσκοπώ). |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ