Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [53600-53620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53092υπενοικιαστής[ὑπενοικιαστής] υ-πε-νοι-κι-α-στής ουσ. (αρσ.) , υπενοικιάστρια (η): πρόσωπο που υπενοικιάζει. ΣΥΝ. υπεκμισθωτής, υπομισθωτής [< γαλλ. sous-locataire , γερμ. Unterverrmieter]
53093υπενωμοτάρχης[ὑπενωμοτάρχης] υ-πε-νω-μο-τάρ-χης ουσ. (αρσ.) 1. (στον προσκοπισμό) υπαρχηγός ενωμοτίας. 2. (παλαιότ.) υπαξιωματικός της Χωροφυλακής, αντίστοιχος προς τον σημερινό υπαρχιφύλακα.
53095υπεξαγωγή[ὑπεξαγωγή] υ-πε-ξα-γω-γή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παράνομη αφαίρεση κάποιου πράγματος· κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υπεξαγωγή εγγράφου: ΝΟΜ. απόκρυψη, φθορά ή καταστροφή εγγράφου από κάποιον ο οποίος δεν είναι (αποκλειστικά) κύριός του, με σκοπό να θιγούν τα συμφέροντα άλλου. [< μτγν. ὑπεξαγωγή ‘απομάκρυνη’]
53097υπεξαιρώ[ὑπεξαιρῶ] υ-πε-ξαι-ρώ ρ. (μτβ.) {υπεξαιρ-εί ... | υπεξαίρ-εσε, -έθηκε, -ώντας}: ΝΟΜ. ιδιοποιούμαι ξένη περιουσία ή αντικείμενο για τη διαχείριση ή φύλαξη των οποίων είμαι υπεύθυνος, σφετερίζομαι: Κατηγορείται ότι ~εσε μεγάλο χρηματικό ποσό/επίσημα έγγραφα. Πβ. καταχρώμαι. Βλ. κλέβω, τσεπώνω. [< αρχ. ὑπεξαιρῶ]
53098υπεξούσιος, α, ο [ὑπεξούσιος] υ-πε-ξού-σι-ος επίθ. 1. (επιστ.) εξαρτημένος, υποτελής. ΑΝΤ. αυτεξούσιος 2. ΝΟΜ. (για ανηλίκους) που βρίσκεται υπό την κηδεμονία των γονιών του. [< μτγν. ὑπεξούσιος]
53099υπέρ[ὑπέρ] υ-πέρ πρόθ. 1. (+ γεν.) για δήλωση υποστήριξης, υπεράσπισης, έγκρισης, ωφέλειας: έρανος ~ των σεισμοπαθών.|| Αγωνίζονται ~ των αδυνάτων/της δημοκρατίας/της ελευθερίας της σκέψης.|| Είναι/τάσσονται ~ της άποψης (ότι ...)/του κόμματος/της ομάδας/της παράταξης/του υποψηφίου. Επιχειρήματα ~ και κατά της ευθανασίας. Κατέθεσε ~ του κατηγορουμένου. Εκφράστηκαν ~ των νέων μέτρων/της πρότασης για ... Είμαι ~ του να πάμε διακοπές σε νησί.|| Μεταρρύθμιση/νόμος ~ των χαμηλόμισθων.|| (προφ.) (+ αιτ.) Tο σκορ μέχρι στιγμής είναι ~ μας. Το ~ τους αποτέλεσμα.|| (ως επίρρ.) Ψηφίζω ~. ΑΝΤ. εναντίον 2. (+ αιτ.) (για ποσότητα) πάνω από, περισσότερο: Στον διαγωνισμό δήλωσαν συμμετοχή ~ τα εκατό άτομα. ● Ουσ.: υπέρ (τα): θετικά στοιχεία, πλεονεκτήματα: τα ~ του νέου νόμου. ΑΝΤ. κατά ● ΦΡ.: (πήγε) υπέρ πίστεως (και πατρίδος) βλ. πίστη, ο χρόνος δουλεύει/εργάζεται για/υπέρ/σε βάρος μας βλ. χρόνος, υπέρ βωμών και εστιών βλ. βωμός, υπέρ της αεροπορίας βλ. αεροπορία, υπέρ το δέον & πέραν του δέοντος βλ. δέων [< 1: αρχ. ὑπέρ, πβ. γαλλ. pour]
53100υπερ- & υπέρ-η λόγια πρόθεση υπέρ ως πρόθημα∙ δηλώνει 1. πολύ μεγάλο βαθμό: (επιτατ.) υπερ-αγαπώ (βλ. πολυ-).|| Yπερ-ειδίκευση (βλ. εξ-).|| (κατάχρηση, έλλειψη μέτρου) Υπερ-αρμοδιότητες/~δανεισμός/~κατανάλωση/~τιμολόγηση.|| (παθολογική αύξηση ουσίας) Υπερ-λιπιδαιμία.|| (αυξημένη, μη φυσιολογική λειτουργία) Υπερ-θυρεοειδισμός. Υπερ-αισθησία/~κινησία.|| (διόγκωση) Υπερ-πλασία (ΑΝΤ. υπο-). 2. μέγεθος που ξεπερνά το κανονικό ή το σύνηθες: υπερ-ωκεάνιο. Υπερ-αγορά/~απόσταση (πβ. υπερμαραθώνιος)/~μάρκετ (βλ. μίνι).|| (επιτατ.) Yπερ-θέαμα/~παραγωγή. 3. θέση ή (μετα)κίνηση πάνω, έξω, πέρα (από): υπέρ-γειος (βλ. επί-).|| Yπερ-αστικός (βλ. περι-).|| Υπερ-άκτιος (βλ. παρ-)/~ατλαντικός.|| (μτφ.) Υπερ-κόσμιος (ΑΝΤ. εγ-). 4. ανωτερότητα, κυριαρχία: υπερ-έχω/~ισχύω/~νικώ (πβ. κατα-). 5. (μτφ.) στήριξη, προστασία: υπέρ-μαχος.
53101υπεράγαθος, η, ο [ὑπεράγαθος] υ-πε-ρά-γα-θος επίθ. (κ. με κεφαλ. Υ): ΕΚΚΛΗΣ. χαρακτηρισμός του Θεού και των ιδιοτήτων του: η ~η φιλανθρωπία του Θεού. ΣΥΝ. πανάγαθος [< μτγν. ὑπεράγαθος]
53102υπεραγαπώ[ὑπεραγαπῶ] υ-πε-ρα-γα-πώ ρ. (μτβ.) {υπεραγαπ-ά κ. -άει ... | υπεραγάπ-ησε, -ημένος, -ώντας} & υπεραγαπάω: αγαπώ υπερβολικά: ~ά τα ανίψια του. Πβ. λατρεύω. [< αρχ. ὑπεραγαπῶ]
53103υπεραγορά[ὑπεραγορά] υ-πε-ρα-γο-ρά ουσ. (θηλ.): μεγάλο κατάστημα όπου πωλούνται διάφορα είδη ή ένα συγκεκριμένο είδος σε μεγάλη ποικιλία: ~ επίπλων/ηλεκτρικών ειδών/κρεάτων/τροφίμων. Πβ. σούπερ-μάρκετ, υπερμάρκετ. Βλ. -αγορά. [< αγγλ. supermarket, 1931]
53104υπεραγώγιμος, η, ο [ὑπεραγώγιμος] υ-πε-ρα-γώ-γι-μος επίθ.: ΦΥΣ. που έχει τα χαρακτηριστικά της υπεραγωγιμότητας: ~ος: μαγνήτης. ~η: κατάσταση. ~ο: πηνίο. ~α: καλώδια/υλικά. Βλ. ημιαγώγιμος. [< αγγλ. superconductive, 1913]
53105υπεραγωγιμότητα[ὑπεραγωγιμότητα] υ-πε-ρα-γω-γι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. η ιδιότητα ορισμένων μετάλλων, σε θερμοκρασίες κοντά στο απόλυτο μηδέν, να διαρρέονται από ηλεκτρικό ρεύμα χωρίς να προβάλλουν αντίσταση, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει απώλεια ενέργειας. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. superconductivity, 1913]
53106υπεραγωγός[ὑπεραγωγός] υ-πε-ρα-γω-γός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. υλικό που χαρακτηρίζεται από υπεραγωγιμότητα. [< αγγλ. superconductor, 1913]
53107υπεραερισμός[ὑπεραερισμός] υ-πε-ρα-ε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. αφύσικα γρήγορη ή βαθιά αναπνοή που οφείλεται σε φυσιολογικά ή παθολογικά αίτια και έχει ως αποτέλεσμα την υπερβολική απώλεια διοξειδίου του άνθρακα από το αίμα: ~ των πνευμόνων. Σύνδρομο ~ού. Βλ. υπέρπνοια, υποκαπνία. ΑΝΤ. υποαερισμός [< αγγλ. hyperventilation, 1928]
53108υπεραθλητής[ὑπεραθλητής] υ-πε-ρα-θλη-τής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. υπεραθλήτρια} & (προφ.) σούπερ αθλητής: ΑΘΛ. σημαντικός αθλητής με εντυπωσιακές επιδόσεις και πολλές διακρίσεις· ειδικότ. χαρακτηρισμός των αθλητών του δεκάθλου.
53109υπεραιμία[ὑπεραιμία] υ-πε-ραι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολική συσσώρευση αίματος σε κάποιο όργανο ή σημείο του ανθρώπινου σώματος: τοπική ~. Βλ. -αιμία, βεντούζες. [< γαλλ. hyperhémie, αγγλ. hyper(h)(a)emia]
53110υπεραιμικός, ή, ό [ὑπεραιμικός] υ-πε-ραι-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλεί υπεραιμία ή την εμφανίζει: ~ό: ζελέ αδυνατίσματος.|| ~ό: δέρμα. [< γαλλ. hyperhémique, αγγλ. hyperaemic]
53111υπεραισθησία[ὑπεραισθησία] υ-πε-ραι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογικά αυξημένη ευαισθησία κυρ. στα ερεθίσματα που σχετίζονται με την αίσθηση της αφής. Πβ. παραισθησία. Βλ. υπερευαισθησία. ΑΝΤ. υπαισθησία [< γαλλ. hyperesthésie, αγγλ. hyperæsthesia]
53112υπεραισθητήριος, α, ο [ὑπεραισθητήριος] υ-πε-ραι-σθη-τή-ρι-ος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υπεραισθητική αντίληψη βλ. υπεραισθητικός
53113υπεραισθητικός, ή, ό [ὑπεραισθητικός] υ-πε-ραι-σθη-τι-κός επίθ. (σπάν.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υπεραισθητική αντίληψη & υπεραισθητήρια αντίληψη: (στην παραψυχολογία) ικανότητα αντίληψης εξωτερικών ερεθισμάτων χωρίς τη χρήση των αισθήσεων· έκτη αίσθηση. Πβ. ενόραση. Βλ. τηλεπάθεια. [< αγγλ. Extra Sensory Perception (ESP), 1934]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.