Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [53620-53640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53125υπεραναπλήρωση[ὑπεραναπλήρωση] υ-πε-ρα-να-πλή-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΑΝ. αμυντικός μηχανισμός κατά τον οποίο το άτομο επιχειρεί να διορθώσει ένα υπαρκτό ή φανταστικό ελάττωμα, αντικαθιστώντας το με το απολύτως αντίθετό του. Βλ. αντι-ρρόπηση, -στάθμιση. 2. ΑΘΛ. βελτίωση της απόδοσης ενός αθλητή κατά το διάστημα της χαλάρωσης που ακολουθεί μετά από μια περίοδο έντονης προπόνησης. Βλ. υπερπροπόνηση. 3. αναπλήρωση ενός ελλείμματος σε υπερβολικό βαθμό: θερμιδική ~.~ υδατανθράκων. [< 1: αγγλ. over-compensation, 1917 2: αγγλ. supercompensation]
53126υπερανάπτυξη[ὑπερανάπτυξη] υ-πε-ρα-νά-πτυ-ξη ουσ. (θηλ.): ανάπτυξη σε υπερβολικό βαθμό: (ΙΑΤΡ.) βακτηριακή ~.|| ~ περιοχών (ΑΝΤ. υπανάπτυξη). [< αγγλ. overdevelopment]
53127υπερανδρογοναιμία[ὑπερανδρογοναιμία] υ-πε-ραν-δρο-γο-ναι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική αύξηση των ανδρογόνων στον γυναικείο οργανισμό: συμπτώματα ~ας (π.χ. δασυτριχισμός). Βλ. -αιμία.
53128υπεράνθρωπος[ὑπεράνθρωπος] υ-πε-ράν-θρω-πος ουσ. (αρσ.) 1. αυτός που διαθέτει απαράμιλλες δυνάμεις, αντοχές, ικανότητες. Βλ. -άνθρωπος. ΣΥΝ. σούπερμαν (2) 2. ΦΙΛΟΣ. (κατά τον Νίτσε) ο ιδανικός τύπος ανθρώπου, ο οποίος απέχει από εφήμερες απολαύσεις, χαρακτηρίζεται από ανεξαρτησία και δημιουργικότητα και θα έπρεπε να αποτελεί πρότυπο για όλους τους ανθρώπους. [< 1: αγγλ. superman, 1903, γαλλ. ~, 1949, 2: γερμ. Übermensch]
53129υπεράνθρωπος, η, ο [ὑπεράνθρωπος] υ-πε-ράν-θρω-πος επίθ. (κυρ. εμφατ.): που υπερβαίνει τα ανθρώπινα όρια και δυνατότητες: ~ος: αγώνας. ~η: δύναμη/θέληση. ~ο: ον. ~ες: επιδόσεις/προσπάθειες. Πβ. γιγάντιος, ηράκλειος, τιτάνιος, υπερφυσικός. Βλ. -άνθρωπος. ● επίρρ.: υπεράνθρωπα [< μτγν. ὑπεράνθρωπος, γαλλ. surhumain]
53130υπεράνοσος, ος/η, ο [ὑπεράνοσος] υ-πε-ρά-νο-σος επίθ.: ΙΑΤΡ. που έχει ιδιαίτερα μεγάλη περιεκτικότητα σε συγκεκριμένα αντισώματα. [< αγγλ. hyperimmune, 1927]
53131υπεραντίδραση[ὑπεραντίδραση] υ-πε-ρα-ντί-δρα-ση ουσ. (θηλ.) 1. υπέρμετρη, υπερβολική αντίδραση σε κάτι: Η παραίτησή του ήταν μια άστοχη ~ στην πολιτική της εταιρείας.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του οργανισμού σε λοιμώξεις/σε μια ουσία (= αλλεργία). Βλ. υπερευαισθησία. 2. ΟΙΚΟΝ. ανοδική ή πτωτική μεταβολή μιας τιμής περισσότερο από το αναμενόμενο: ~ της μετοχής. ~ στην άνοδο/πτώση του χρηματιστηρίου. [< αγγλ. overreaction, 1967]
53132υπεράνω[ὑπεράνω] υ-πε-ρά-νω επίρρ. (+ γεν.) (λόγ.) : πάνω ή πιο ψηλά από κάτι· (κυρ. μτφ.) σε σημαντικότερη θέση: ~ της στάθμης της θάλασσας.|| ~ αμφιβολίας/κομμάτων/κριτικής/όλων. Κανείς δεν βρίσκεται ~ του νόμου. Η αύξηση στα κέρδη ήταν ~ των προβλέψεών/προσδοκιών μας. ● ΦΡ.: το παίζω υπεράνω (προφ.): προσποιούμαι ότι αδιαφορώ, ότι δεν δίνω μεγάλη σημασία σε κάτι: Είμαι ζηλιάρα, δεν μπορώ να ~ ~., είναι υπεράνω χρημάτων βλ. χρήμα, υπεράνω πάσης υποψίας βλ. υποψία [< αρχ. ὑπεράνω]
53133υπεραξία[ὑπεραξία] υ-πε-ρα-ξί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. αύξηση της αξίας ενός αγαθού που οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες και όχι σε δαπάνες του ιδιοκτήτη· σπανιότ. η αξία αγαθού που υπολογίζεται επιπλέον της αρχικής: φορολογητέα ~. ~ των ακινήτων (λόγω ένταξης στο σχέδιο πόλης/έργων κοινής ωφέλειας)/της γης/των μετοχών. Κεφαλαιοποίηση/υπολογισμός της ~ας. Τέλος ~ας. Προκύπτει ~. Η εταιρεία εμφανίζει (σημαντικές) ~ες ύψους ... ευρώ.|| Λόγω του ενδιαφέροντος των συλλεκτών, ο πίνακας απέκτησε ~. ΑΝΤ. υποαξία 2. ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. (στον μαρξισμό) διαφορά μεταξύ της αμοιβής ενός εργάτη και της αξίας του προϊόντος που παράγει με την εργασία του, την οποία καρπώνεται ο εργοδότης: απόλυτη (: λόγω αύξησης του εργάσιμου χρόνου)/σχετική (: λόγω εντατικοποίησης της εργασίας) ~. Βλ. υπερ-κέρδος, -προϊόν. ● ΣΥΜΠΛ.: φόρος αυτόματου υπερτιμήματος βλ. φόρος [< γερμ. Mehrwert, γαλλ. plus-value]
53134υπεράξιος, α, ο [ὑπεράξιος] υ-πε-ρά-ξι-ος επίθ. (επιτατ.): που είναι πάρα πολύ άξιος, ικανότατος: Αποδείχτηκε ~ συνεχιστής του έργου τους. Βλ. ανάξιος. ΣΥΝ. πανάξιος [< μτγν. ὑπεράξιος]
53135υπεραπασχόληση[ὑπεραπασχόληση] υ-πε-ρα-πα-σχό-λη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. εργασία η οποία υπερβαίνει χρονικά το πλήρες ωράριο και προκύπτει, όταν η ζήτηση ανθρώπινου δυναμικού για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών είναι μεγαλύτερη από την προσφορά. ΑΝΤ. υποαπασχόληση 2. εντατική ενασχόληση με κάτι, υπερβολικός φόρτος εργασίας: ~ των μαθητών με εξωσχολικές δραστηριότητες. [< 1: αγγλ. overemployment, 1944]
53136υπεραπλούστευση[ὑπεραπλούστευση] υ-πε-ρα-πλού-στευ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπεραπλουστεύω. Πβ. σχηματοποίηση. Βλ. υπεργενίκευση. [< αγγλ. oversimplification]
53137υπεραπλουστευτικός, ή, ό [ὑπεραπλουστευτικός] υ-πε-ρα-πλου-στευ-τι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από υπεραπλούστευση: ~ή: προσέγγιση. ● επίρρ.: υπεραπλουστευτικά
53138υπεραπλουστεύω[ὑπεραπλουστεύω] υ-πε-ρα-πλου-στεύ-ω ρ. (μτβ.) {υπεραπλούστευ-σα, υπεραπλουστεύ-τηκε κ. -θηκε, -τεί κ. -θεί, -μένος, υπεραπλουστεύ-οντας} (κυρ. αρνητ. συνυποδ.): απλουστεύω σε πολύ μεγάλο βαθμό: ~ τα πράγματα. ~σε τον συλλογισμό του προκειμένου να γίνει κατανοητός. ~μένο: παράδειγμα. Πβ. εκλαϊκεύω, σχηματοποιώ. [< αγγλ. oversimplify]
53139υπεραποδίδει[ὑπεραποδίδει] υ-πε-ρα-πο-δί-δει ρ. (αμτβ.) {υπεραπέδω-σε, υπεραποδίδ-οντας}: ΟΙΚΟΝ. αποδίδει περισσότερο από το αναμενόμενο: Ο δείκτης/η μετοχή ~. ΑΝΤ. υποαποδίδει [< αγγλ. outperform, 1960]
53140υπεραπόδοση[ὑπεραπόδοση] υ-πε-ρα-πό-δο-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. απόδοση που υπερβαίνει το αναμενόμενο ή προσδοκώμενο: ~ των μετοχών. [< αγγλ. outperformance, 1980]
53141υπεραποστάσεις[ὑπεραποστάσεις] υ-πε-ρα-πο-στά-σεις ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. υπεραπόσταση}: ΑΘΛ. αποστάσεις που διανύουν αθλητές αγώνων αντοχής, οι οποίες είναι μεγαλύτερες από αυτή του Μαραθωνίου: Δρομέας/φεστιβάλ ~εων. Βλ. σπάρταθλο(ν), υπερμαραθώνιος. [< αγγλ. ultra(distance)]
53142υπεραριθμία[ὑπεραριθμία] υ-πε-ρα-ριθ-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πλεονάζων αριθμός προσώπων για την κάλυψη προκαθορισμένων θέσεων: άρση ~ας. Ρύθμιση της ~ας.|| ~ μαθητών/παικτών. Πβ. αφθονία, περίσσεια, πληθώρα. [< αγγλ. supernumerary]
53143υπεράριθμος, η, ο [ὑπεράριθμος] υ-πε-ρά-ριθ-μος επίθ. (λόγ.): που ξεπερνά τον απαιτούμενο ή επιτρεπτό αριθμό: ~ο: προσωπικό. ~οι: εκπαιδευτικοί/επιβάτες/μαθητές/υπάλληλοι. ~ες: θέσεις/κρατήσεις (βλ. διπλοκράτηση). ΣΥΝ. πλεονάζων [< μτγν. ὑπεράριθμος]
53144υπεραρκετός, ή, ό [ὑπεραρκετός] υ-πε-ραρ-κε-τός επίθ. (επιτατ.): άφθονος, που περισσεύει: ~ός: χώρος. Υπάρχει ~ χρόνος για την προετοιμασία του ταξιδιού. Πβ. περίσσιος. [< γαλλ. surabondant]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.