| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53114 | υπεραισθητός | , ή, ό [ὑπεραισθητός] υ-πε-ραι-σθη-τός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που δεν γίνεται αντιληπτός με τις αισθήσεις, που δεν ανήκει στον αισθητό κόσμο: ~ή: γνώση/πραγματικότητα. Πβ. μεταφυσικός, νοητός, υπερκόσμιος.|| (ως ουσ.) Το ~ό (= νοούμενο). ΣΥΝ. υπερβατικός (1) [< γαλλ. suprasensible] | |
| 53115 | υπεραισιοδοξία | [ὑπεραισιοδοξία] υ-πε-ραι-σι-ο-δο-ξί-α ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): υπερβολική αισιοδοξία: κλίμα ~ας. | |
| 53116 | υπεραισιόδοξος | , η, ο [ὑπεραισιόδοξος] υ-πε-ραι-σι-ό-δο-ξος επίθ. (επιτατ.): υπερβολικά αισιόδοξος: ~η: πρόβλεψη. ~ο: σενάριο/χρονοδιάγραμμα. ~ες: εκτιμήσεις. ~α: σχέδια.|| Είσαι ~η και τα βλέπεις όλα ρόδινα. ● επίρρ.: υπεραισιόδοξα | |
| 53117 | υπεραιωνόβιος | , α, ο [ὑπεραιωνόβιος] υ-πε-ραι-ω-νό-βι-ος επίθ. (λόγ.): που ξεπερνά τα εκατό χρόνια ζωής: ~α: γιαγιά.|| ~ος: πλάτανος. ~α: ελιά. Βλ. -βιος. | |
| 53118 | υπερακοντίζω | [ὑπερακοντίζω] υ-πε-ρα-κο-ντί-ζω ρ. (μτβ.) {υπερακόντι-σε, υπερακοντί-στηκε, υπερακοντίζ-οντας} (μτφ.-λόγ.): ξεπερνώ κάποιον ή κάτι, υπερτερώ: Τα οφέλη ~ουν τους κινδύνους. Πβ. υπερκεράζω. [< αρχ. ὑπερακοντίζω] | |
| 53119 | υπεράκτιος | , α, ο [ὑπεράκτιος] υ-πε-ρά-κτι-ος επίθ. 1. που είναι σε κάποια απόσταση από την ακτή: ~ος: θαλάσσιος χώρος. ~α: αιολικά πάρκα. 2. που βρίσκεται ή δραστηριοποιείται έξω από τα σύνορα μιας χώρας: ~ος: τομέας. ~α: κεφάλαια. ● ΣΥΜΠΛ.: εξωχώρια εταιρεία βλ. εξωχώριος [< αγγλ. offshore, γαλλ. ~, 1952] | |
| 53120 | υπεραλίευση | [ὑπεραλίευση] υ-πε-ρα-λί-ευ-ση ουσ. (θηλ.) & υπεραλιεία: ΟΙΚΟΛ. εντατική αλιεία που έχει ως αποτέλεσμα την εξάντληση ή τη σημαντική μείωση του πληθυσμού των ψαριών: ~ τόνου. Βλ. αειφορία, υπερβόσκηση. [< αγγλ. overfishing, γαλλ. surpêche, 1987] | |
| 53121 | υπεραμύνομαι | [ὑπεραμύνομαι] υ-πε-ρα-μύ-νο-μαι ρ. (μτβ.) {υπεραμύν-θηκε, -όμενος} (+ γεν.) (λόγ.): υπερασπίζομαι, περιφρουρώ, προασπίζω: ~θηκε των δικαιωμάτων των μειονοτήτων. ~εται των επιλογών/χειρισμών του. ~εται της θέσης του/της νομιμότητας (της απόφασης)/της πολιτικής της χώρας του. ΑΝΤ. αντιμάχομαι | |
| 53122 | υπερανάληψη | [ὑπερανάληψη] υ-πε-ρα-νά-λη-ψη ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. μέθοδος έμμεσου δανεισμού, κατά την οποία γίνεται ανάληψη χρηματικού ποσού το οποίο ξεπερνά το υπόλοιπο που υπάρχει στον τραπεζικό λογαριασμό και καθορίζεται μετά από συμφωνία με την τράπεζα: επιτόκιο/όριο ~ης. [< αγγλ. overdraft] | |
| 53123 | υπερανάλυση | [ὑπερανάλυση] υ-πε-ρα-νά-λυ-ση ουσ. (θηλ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): σχολαστική ανάλυση: ~ μιας πληροφορίας. | |
| 53124 | υπεραναλύω | [ὑπεραναλύω] υ-πε-ρα-να-λύ-ω ρ. (μτβ.) {υπερανέλυ-σα, υπεραναλύ-θηκε, -θεί} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): αναλύω σχολαστικά, λεπτολογώ: Το θέμα έχει ~θεί (= εξαντληθεί).|| ~ει τα πάντα χωρίς λόγο (πβ. ψειρίζω, ψιλοκοσκινίζω). Έχει την τάση να ~ει τα πράγματα/τα συναισθήματά της (βλ. ομφαλοσκοπώ). | |
| 53125 | υπεραναπλήρωση | [ὑπεραναπλήρωση] υ-πε-ρα-να-πλή-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΑΝ. αμυντικός μηχανισμός κατά τον οποίο το άτομο επιχειρεί να διορθώσει ένα υπαρκτό ή φανταστικό ελάττωμα, αντικαθιστώντας το με το απολύτως αντίθετό του. Βλ. αντι-ρρόπηση, -στάθμιση. 2. ΑΘΛ. βελτίωση της απόδοσης ενός αθλητή κατά το διάστημα της χαλάρωσης που ακολουθεί μετά από μια περίοδο έντονης προπόνησης. Βλ. υπερπροπόνηση. 3. αναπλήρωση ενός ελλείμματος σε υπερβολικό βαθμό: θερμιδική ~.~ υδατανθράκων. [< 1: αγγλ. over-compensation, 1917 2: αγγλ. supercompensation] | |
| 53126 | υπερανάπτυξη | [ὑπερανάπτυξη] υ-πε-ρα-νά-πτυ-ξη ουσ. (θηλ.): ανάπτυξη σε υπερβολικό βαθμό: (ΙΑΤΡ.) βακτηριακή ~.|| ~ περιοχών (ΑΝΤ. υπανάπτυξη). [< αγγλ. overdevelopment] | |
| 53127 | υπερανδρογοναιμία | [ὑπερανδρογοναιμία] υ-πε-ραν-δρο-γο-ναι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική αύξηση των ανδρογόνων στον γυναικείο οργανισμό: συμπτώματα ~ας (π.χ. δασυτριχισμός). Βλ. -αιμία. | |
| 53128 | υπεράνθρωπος | [ὑπεράνθρωπος] υ-πε-ράν-θρω-πος ουσ. (αρσ.) 1. αυτός που διαθέτει απαράμιλλες δυνάμεις, αντοχές, ικανότητες. Βλ. -άνθρωπος. ΣΥΝ. σούπερμαν (2) 2. ΦΙΛΟΣ. (κατά τον Νίτσε) ο ιδανικός τύπος ανθρώπου, ο οποίος απέχει από εφήμερες απολαύσεις, χαρακτηρίζεται από ανεξαρτησία και δημιουργικότητα και θα έπρεπε να αποτελεί πρότυπο για όλους τους ανθρώπους. [< 1: αγγλ. superman, 1903, γαλλ. ~, 1949, 2: γερμ. Übermensch] | |
| 53129 | υπεράνθρωπος | , η, ο [ὑπεράνθρωπος] υ-πε-ράν-θρω-πος επίθ. (κυρ. εμφατ.): που υπερβαίνει τα ανθρώπινα όρια και δυνατότητες: ~ος: αγώνας. ~η: δύναμη/θέληση. ~ο: ον. ~ες: επιδόσεις/προσπάθειες. Πβ. γιγάντιος, ηράκλειος, τιτάνιος, υπερφυσικός. Βλ. -άνθρωπος. ● επίρρ.: υπεράνθρωπα [< μτγν. ὑπεράνθρωπος, γαλλ. surhumain] | |
| 53130 | υπεράνοσος | , ος/η, ο [ὑπεράνοσος] υ-πε-ρά-νο-σος επίθ.: ΙΑΤΡ. που έχει ιδιαίτερα μεγάλη περιεκτικότητα σε συγκεκριμένα αντισώματα. [< αγγλ. hyperimmune, 1927] | |
| 53131 | υπεραντίδραση | [ὑπεραντίδραση] υ-πε-ρα-ντί-δρα-ση ουσ. (θηλ.) 1. υπέρμετρη, υπερβολική αντίδραση σε κάτι: Η παραίτησή του ήταν μια άστοχη ~ στην πολιτική της εταιρείας.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του οργανισμού σε λοιμώξεις/σε μια ουσία (= αλλεργία). Βλ. υπερευαισθησία. 2. ΟΙΚΟΝ. ανοδική ή πτωτική μεταβολή μιας τιμής περισσότερο από το αναμενόμενο: ~ της μετοχής. ~ στην άνοδο/πτώση του χρηματιστηρίου. [< αγγλ. overreaction, 1967] | |
| 53132 | υπεράνω | [ὑπεράνω] υ-πε-ρά-νω επίρρ. (+ γεν.) (λόγ.) : πάνω ή πιο ψηλά από κάτι· (κυρ. μτφ.) σε σημαντικότερη θέση: ~ της στάθμης της θάλασσας.|| ~ αμφιβολίας/κομμάτων/κριτικής/όλων. Κανείς δεν βρίσκεται ~ του νόμου. Η αύξηση στα κέρδη ήταν ~ των προβλέψεών/προσδοκιών μας. ● ΦΡ.: το παίζω υπεράνω (προφ.): προσποιούμαι ότι αδιαφορώ, ότι δεν δίνω μεγάλη σημασία σε κάτι: Είμαι ζηλιάρα, δεν μπορώ να ~ ~., είναι υπεράνω χρημάτων βλ. χρήμα, υπεράνω πάσης υποψίας βλ. υποψία [< αρχ. ὑπεράνω] | |
| 53133 | υπεραξία | [ὑπεραξία] υ-πε-ρα-ξί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. αύξηση της αξίας ενός αγαθού που οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες και όχι σε δαπάνες του ιδιοκτήτη· σπανιότ. η αξία αγαθού που υπολογίζεται επιπλέον της αρχικής: φορολογητέα ~. ~ των ακινήτων (λόγω ένταξης στο σχέδιο πόλης/έργων κοινής ωφέλειας)/της γης/των μετοχών. Κεφαλαιοποίηση/υπολογισμός της ~ας. Τέλος ~ας. Προκύπτει ~. Η εταιρεία εμφανίζει (σημαντικές) ~ες ύψους ... ευρώ.|| Λόγω του ενδιαφέροντος των συλλεκτών, ο πίνακας απέκτησε ~. ΑΝΤ. υποαξία 2. ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. (στον μαρξισμό) διαφορά μεταξύ της αμοιβής ενός εργάτη και της αξίας του προϊόντος που παράγει με την εργασία του, την οποία καρπώνεται ο εργοδότης: απόλυτη (: λόγω αύξησης του εργάσιμου χρόνου)/σχετική (: λόγω εντατικοποίησης της εργασίας) ~. Βλ. υπερ-κέρδος, -προϊόν. ● ΣΥΜΠΛ.: φόρος αυτόματου υπερτιμήματος βλ. φόρος [< γερμ. Mehrwert, γαλλ. plus-value] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ