| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53134 | υπεράξιος | , α, ο [ὑπεράξιος] υ-πε-ρά-ξι-ος επίθ. (επιτατ.): που είναι πάρα πολύ άξιος, ικανότατος: Αποδείχτηκε ~ συνεχιστής του έργου τους. Βλ. ανάξιος. ΣΥΝ. πανάξιος [< μτγν. ὑπεράξιος] | |
| 53135 | υπεραπασχόληση | [ὑπεραπασχόληση] υ-πε-ρα-πα-σχό-λη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. εργασία η οποία υπερβαίνει χρονικά το πλήρες ωράριο και προκύπτει, όταν η ζήτηση ανθρώπινου δυναμικού για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών είναι μεγαλύτερη από την προσφορά. ΑΝΤ. υποαπασχόληση 2. εντατική ενασχόληση με κάτι, υπερβολικός φόρτος εργασίας: ~ των μαθητών με εξωσχολικές δραστηριότητες. [< 1: αγγλ. overemployment, 1944] | |
| 53136 | υπεραπλούστευση | [ὑπεραπλούστευση] υ-πε-ρα-πλού-στευ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπεραπλουστεύω. Πβ. σχηματοποίηση. Βλ. υπεργενίκευση. [< αγγλ. oversimplification] | |
| 53137 | υπεραπλουστευτικός | , ή, ό [ὑπεραπλουστευτικός] υ-πε-ρα-πλου-στευ-τι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από υπεραπλούστευση: ~ή: προσέγγιση. ● επίρρ.: υπεραπλουστευτικά | |
| 53139 | υπεραποδίδει | [ὑπεραποδίδει] υ-πε-ρα-πο-δί-δει ρ. (αμτβ.) {υπεραπέδω-σε, υπεραποδίδ-οντας}: ΟΙΚΟΝ. αποδίδει περισσότερο από το αναμενόμενο: Ο δείκτης/η μετοχή ~. ΑΝΤ. υποαποδίδει [< αγγλ. outperform, 1960] | |
| 53140 | υπεραπόδοση | [ὑπεραπόδοση] υ-πε-ρα-πό-δο-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. απόδοση που υπερβαίνει το αναμενόμενο ή προσδοκώμενο: ~ των μετοχών. [< αγγλ. outperformance, 1980] | |
| 53141 | υπεραποστάσεις | [ὑπεραποστάσεις] υ-πε-ρα-πο-στά-σεις ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. υπεραπόσταση}: ΑΘΛ. αποστάσεις που διανύουν αθλητές αγώνων αντοχής, οι οποίες είναι μεγαλύτερες από αυτή του Μαραθωνίου: Δρομέας/φεστιβάλ ~εων. Βλ. σπάρταθλο(ν), υπερμαραθώνιος. [< αγγλ. ultra(distance)] | |
| 53142 | υπεραριθμία | [ὑπεραριθμία] υ-πε-ρα-ριθ-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πλεονάζων αριθμός προσώπων για την κάλυψη προκαθορισμένων θέσεων: άρση ~ας. Ρύθμιση της ~ας.|| ~ μαθητών/παικτών. Πβ. αφθονία, περίσσεια, πληθώρα. [< αγγλ. supernumerary] | |
| 53143 | υπεράριθμος | , η, ο [ὑπεράριθμος] υ-πε-ρά-ριθ-μος επίθ. (λόγ.): που ξεπερνά τον απαιτούμενο ή επιτρεπτό αριθμό: ~ο: προσωπικό. ~οι: εκπαιδευτικοί/επιβάτες/μαθητές/υπάλληλοι. ~ες: θέσεις/κρατήσεις (βλ. διπλοκράτηση). ΣΥΝ. πλεονάζων [< μτγν. ὑπεράριθμος] | |
| 53144 | υπεραρκετός | , ή, ό [ὑπεραρκετός] υ-πε-ραρ-κε-τός επίθ. (επιτατ.): άφθονος, που περισσεύει: ~ός: χώρος. Υπάρχει ~ χρόνος για την προετοιμασία του ταξιδιού. Πβ. περίσσιος. [< γαλλ. surabondant] | |
| 53145 | υπερασβεστιαιμία | [ὑπερασβεστιαιμία] υ-πε-ρα-σβε-στι-αι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρουσία αφύσικα υψηλών επιπέδων ασβεστίου στο αίμα. Βλ. -αιμία, υπερπαραθυρεοειδισμός. ΑΝΤ. υπασβεστιαιμία [< αγγλ. hypercalc(a)emia, 1925] | |
| 53146 | υπερασπίζομαι | [ὑπερασπίζομαι] υ-πε-ρα-σπί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {υπερασπί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, υπερασπιζ-όμενος} & υπερασπίζω 1. (λόγ.) υποστηρίζω, βοηθώ ή προστατεύω ενεργά κάποιον ή κάτι: ~ονται την πατρίδα τους. ~εται με πάθος/σθένος την αλήθεια/τη δημοκρατία/την ελευθερία. ~στηκε την άποψή/τις αρχές/τον εαυτό/την περιουσία του. Η κυβέρνηση ~στηκε το έργο της. Τον ~στηκε, όταν όλοι τον κατηγορούσαν. Η ομάδα ~στηκε τον τίτλο της και πήρε το κύπελλο. Πβ. προασπίζω, υπεραμύνομαι.|| ~ει τα δικαιώματα των γυναικών/τα συμφέροντά του από κάθε επιβουλή. 2. ΝΟΜ. είμαι συνήγορος κάποιου στο δικαστήριο: Στη δίκη τον ~στηκε ένας πολύ καλός δικηγόρος. [< 1: μτγν. ὑπερασπίζομαι] | |
| 53147 | υπεράσπιση | [ὑπεράσπιση] υ-πε-ρά-σπι-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ενέργεια του υπερασπίζομαι: ~ της αλήθειας/των ανθρωπίνων δικαιωμάτων/της δημοκρατίας/των εθνικών συμφερόντων/της νομιμότητας. Πβ. προάσπιση, προστασία, υποστήριξη. 2. ΝΟΜ. συνηγορία· συνεκδ. ο συνήγορος του κατηγορούμενου: μάρτυρας ~ης.|| Η ~ αμφισβήτησε τα ευρήματα της ιατροδικαστικής εξέτασης. ΑΝΤ. κατήγορος. [< μεσν. υπεράσπισις] | |
| 53148 | υπερασπιστής | [ὑπερασπιστής] υ-πε-ρα-σπι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. υπερασπίστρια} (λόγ.): αυτός που υπερασπίζεται κάποιον ή κάτι: μαχητικός/συνεπής ~. ~ της αλήθειας/δημοκρατίας/δικαιοσύνης/ελευθερίας/πατρίδας/πίστης. ~ές των αδικημένων/αδυνάτων/θεσμών/καταπιεσμένων/παιδιών. Πβ. προασπιστής, προστάτης, τηρητής, υπέρμαχος, υποστηρικτής. [< μτγν. ὑπερασπιστής, ὑπερασπίστρια] | |
| 53149 | υπερασπιστικός | , ή, ό [ὑπερασπιστικός] υ-πε-ρα-σπι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την υπεράσπιση: ~ός: ισχυρισμός/λόγος. ~ή: γραμμή/θέση/ομάδα/τακτική. ~ό: επιχείρημα. | |
| 53150 | υπεραστικός | , ή, ό [ὑπεραστικός] υ-πε-ρα-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την επικοινωνία ή τη σύνδεση διαφορετικών πόλεων, που κινείται ή πραγματοποιείται έξω από τα όρια της πόλης: ~ός: κύκλος (: μέτρηση της κατανάλωσης βενζίνης με προσομοίωση ~ών συνθηκών οδήγησης)/κωδικός/σιδηρόδρομος. ~ή: συγκοινωνία/χρέωση (: σε τηλεφωνική συνδιάλεξη). ~ό: (οδικό) δίκτυο. ~οί: αριθμοί (κλήσης). ~ές: κλήσεις. ~ά: δρομολόγια. ~ σταθμός λεωφορείων. ~ό ΚΤΕΛ νομού ...|| (ως ουσ.) Κάνει πολλά ~ά (ενν. τηλεφωνήματα). [< γαλλ. interurbain] | |
| 53151 | υπερασφάλιση | [ὑπερασφάλιση] υ-πε-ρα-σφά-λι-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. είδος ασφάλισης κατά την οποία ένα αντικείμενο ασφαλίζεται για ποσό μεγαλύτερο από την πραγματική του αξία. ΑΝΤ. υπασφάλιση [< αγγλ. over-insurance] | |
| 53152 | υπερατλαντικός | , ή, ό [ὑπερατλαντικός] υ-πε-ρατ-λα-ντι-κός επίθ.: που βρίσκεται πέρα από τον Ατλαντικό ωκεανό, στην αμερικανική ήπειρο, ή που τον διασχίζει: ~ή: αγορά/χώρα.|| ~ό: ταξίδι/τηλεφώνημα. ~ές: πτήσεις. ~ά: δρομολόγια.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: συνεργασία. ~ές: σχέσεις. Βλ. υπερπόντιος, υπερωκεάνιος. [< γαλλ. transatlantique] | |
| 53153 | υπερατομικός | , ή, ό [ὑπερατομικός] υ-πε-ρα-το-μι-κός επίθ.: που υπάρχει ανεξάρτητα από το άτομο, που δεν εξαρτάται από τη βούλησή του: ~ή: συνείδηση. ~ές: αξίες/επιδιώξεις. [< αγγλ. superindividual] | |
| 53154 | υπεραυξάνω | [ὑπεραυξάνω] υ-πε-ραυ-ξά-νω ρ. (μτβ.) {υπεραύξ-ησε, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: αυξάνω κάτι σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό: Ο αριθμός των αυτοκινήτων έχει ~ηθεί τα τελευταία χρόνια. Πβ. μεγιστοποιώ. [< μτγν. ὑπεραυξάνω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ