| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53145 | υπερασβεστιαιμία | [ὑπερασβεστιαιμία] υ-πε-ρα-σβε-στι-αι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρουσία αφύσικα υψηλών επιπέδων ασβεστίου στο αίμα. Βλ. -αιμία, υπερπαραθυρεοειδισμός. ΑΝΤ. υπασβεστιαιμία [< αγγλ. hypercalc(a)emia, 1925] | |
| 53146 | υπερασπίζομαι | [ὑπερασπίζομαι] υ-πε-ρα-σπί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {υπερασπί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, υπερασπιζ-όμενος} & υπερασπίζω 1. (λόγ.) υποστηρίζω, βοηθώ ή προστατεύω ενεργά κάποιον ή κάτι: ~ονται την πατρίδα τους. ~εται με πάθος/σθένος την αλήθεια/τη δημοκρατία/την ελευθερία. ~στηκε την άποψή/τις αρχές/τον εαυτό/την περιουσία του. Η κυβέρνηση ~στηκε το έργο της. Τον ~στηκε, όταν όλοι τον κατηγορούσαν. Η ομάδα ~στηκε τον τίτλο της και πήρε το κύπελλο. Πβ. προασπίζω, υπεραμύνομαι.|| ~ει τα δικαιώματα των γυναικών/τα συμφέροντά του από κάθε επιβουλή. 2. ΝΟΜ. είμαι συνήγορος κάποιου στο δικαστήριο: Στη δίκη τον ~στηκε ένας πολύ καλός δικηγόρος. [< 1: μτγν. ὑπερασπίζομαι] | |
| 53147 | υπεράσπιση | [ὑπεράσπιση] υ-πε-ρά-σπι-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ενέργεια του υπερασπίζομαι: ~ της αλήθειας/των ανθρωπίνων δικαιωμάτων/της δημοκρατίας/των εθνικών συμφερόντων/της νομιμότητας. Πβ. προάσπιση, προστασία, υποστήριξη. 2. ΝΟΜ. συνηγορία· συνεκδ. ο συνήγορος του κατηγορούμενου: μάρτυρας ~ης.|| Η ~ αμφισβήτησε τα ευρήματα της ιατροδικαστικής εξέτασης. ΑΝΤ. κατήγορος. [< μεσν. υπεράσπισις] | |
| 53148 | υπερασπιστής | [ὑπερασπιστής] υ-πε-ρα-σπι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. υπερασπίστρια} (λόγ.): αυτός που υπερασπίζεται κάποιον ή κάτι: μαχητικός/συνεπής ~. ~ της αλήθειας/δημοκρατίας/δικαιοσύνης/ελευθερίας/πατρίδας/πίστης. ~ές των αδικημένων/αδυνάτων/θεσμών/καταπιεσμένων/παιδιών. Πβ. προασπιστής, προστάτης, τηρητής, υπέρμαχος, υποστηρικτής. [< μτγν. ὑπερασπιστής, ὑπερασπίστρια] | |
| 53149 | υπερασπιστικός | , ή, ό [ὑπερασπιστικός] υ-πε-ρα-σπι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την υπεράσπιση: ~ός: ισχυρισμός/λόγος. ~ή: γραμμή/θέση/ομάδα/τακτική. ~ό: επιχείρημα. | |
| 53150 | υπεραστικός | , ή, ό [ὑπεραστικός] υ-πε-ρα-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την επικοινωνία ή τη σύνδεση διαφορετικών πόλεων, που κινείται ή πραγματοποιείται έξω από τα όρια της πόλης: ~ός: κύκλος (: μέτρηση της κατανάλωσης βενζίνης με προσομοίωση ~ών συνθηκών οδήγησης)/κωδικός/σιδηρόδρομος. ~ή: συγκοινωνία/χρέωση (: σε τηλεφωνική συνδιάλεξη). ~ό: (οδικό) δίκτυο. ~οί: αριθμοί (κλήσης). ~ές: κλήσεις. ~ά: δρομολόγια. ~ σταθμός λεωφορείων. ~ό ΚΤΕΛ νομού ...|| (ως ουσ.) Κάνει πολλά ~ά (ενν. τηλεφωνήματα). [< γαλλ. interurbain] | |
| 53151 | υπερασφάλιση | [ὑπερασφάλιση] υ-πε-ρα-σφά-λι-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. είδος ασφάλισης κατά την οποία ένα αντικείμενο ασφαλίζεται για ποσό μεγαλύτερο από την πραγματική του αξία. ΑΝΤ. υπασφάλιση [< αγγλ. over-insurance] | |
| 53152 | υπερατλαντικός | , ή, ό [ὑπερατλαντικός] υ-πε-ρατ-λα-ντι-κός επίθ.: που βρίσκεται πέρα από τον Ατλαντικό ωκεανό, στην αμερικανική ήπειρο, ή που τον διασχίζει: ~ή: αγορά/χώρα.|| ~ό: ταξίδι/τηλεφώνημα. ~ές: πτήσεις. ~ά: δρομολόγια.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: συνεργασία. ~ές: σχέσεις. Βλ. υπερπόντιος, υπερωκεάνιος. [< γαλλ. transatlantique] | |
| 53153 | υπερατομικός | , ή, ό [ὑπερατομικός] υ-πε-ρα-το-μι-κός επίθ.: που υπάρχει ανεξάρτητα από το άτομο, που δεν εξαρτάται από τη βούλησή του: ~ή: συνείδηση. ~ές: αξίες/επιδιώξεις. [< αγγλ. superindividual] | |
| 53154 | υπεραυξάνω | [ὑπεραυξάνω] υ-πε-ραυ-ξά-νω ρ. (μτβ.) {υπεραύξ-ησε, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: αυξάνω κάτι σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό: Ο αριθμός των αυτοκινήτων έχει ~ηθεί τα τελευταία χρόνια. Πβ. μεγιστοποιώ. [< μτγν. ὑπεραυξάνω] | |
| 53155 | υπεραύξηση | [ὑπεραύξηση] υ-πε-ραύ-ξη-ση ουσ. (θηλ.): υπερβολική αύξηση. Πβ. μεγιστοποίηση. [< μτγν. ὑπεραύξησις 'υπέρμετρη ανάπτυξη'] | |
| 53156 | υπεραυτόματος | , η, ο [ὑπεραυτόματος] υ-πε-ραυ-τό-μα-τος επίθ. (επιτατ.): (για μηχάνημα) που λειτουργεί αυτόματα: ~η: μηχανή καφέ. ~ο: πιεσόμετρο. [< αγγλ. super-automatic] | |
| 53157 | υπεραφθονεί | [ὑπεραφθονεῖ] υ-πε-ρα-φθο-νεί ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (σπάν.): υπάρχει σε υπερβολικό βαθμό: Στα ποιήματά του ~ούν τα κοσμητικά επίθετα. Πβ. υπερεπαρκεί. | |
| 53158 | υπεραφθονία | [ὑπεραφθονία] υ-πε-ρα-φθο-νί-α ουσ. (θηλ.): πολύ μεγάλη αφθονία αγαθών, πραγμάτων, στοιχείων: εποχή ~ας. Κοινωνία της ~ας. Προϊόντα σε ~. ΣΥΝ. υπερεπάρκεια [< αγγλ. superabundance] | |
| 53159 | υπεράφθονος | , η, ο [ὑπεράφθονος] υ-πε-ρά-φθο-νος επίθ. (σπάν.): υπερεπαρκής. [< αγγλ. superabundant] | |
| 53160 | υπερβαίνω | [ὑπερβαίνω] υ-περ-βαί-νω ρ. (μτβ.) {υπερ-έβη (προφ.) -έβηκε, υπερβεί, υπερβαίν-οντας, μτχ. ενεστ. -ων, -ουσα, -ον, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): ξεπερνώ ένα προκαθορισμένο ή επιτρεπτό όριο: ~ει το μέτρο/όριο (ηλικίας/ταχύτητας)/ποσοστό του ...%. Η ισχύς του κινητήρα ~ει τους ... ίππους. Ο αριθμός των υποψηφίων (δεν) ~ει τους χίλιους. Η φήμη του ~ει τα σύνορα της χώρας.|| Η αύξηση των κερδών ~έβη τις προβλέψεις/προσδοκίες. Αυτό που μου ζητάς ~ει τις αρμοδιότητές/τις δυνάμεις μου. (επίσ.) Ποσό (μη) ~ον τα ... ευρώ.|| Το θράσος του έχει υπερβεί κάθε όριο. ● ΦΡ.: υπερβαίνω/ξεπερνώ τα εσκαμμένα βλ. εσκαμμένος [< αρχ. ὑπερβαίνω] | |
| 53161 | υπερβακτήρια | [ὑπερβακτήρια] υ-περ-βα-κτή-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. βακτήρια εξαιρετικά ανθεκτικά στα υπάρχοντα αντιβιοτικά. [< αγγλ. super bacteria] | |
| 53162 | υπερβαλλόντως | [ὑπερβαλλόντως] υ-περ-βαλ-λό-ντως επίρρ. (λόγ.): πέραν του μέτρου, υπερβολικά. ΣΥΝ. υπέρμετρα [< αρχ. ὑπερβαλλόντως] | |
| 53163 | υπερβάλλω | [ὑπερβάλλω] υ-περ-βάλ-λω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρατ. υπερ-έβαλλα, αόρ. υπερ-έβαλα, υπερ-βάλει, υπερβάλλ-οντας, (λόγ.) μτχ. -ων, -ουσα, -ον} 1. παρουσιάζω κάτι με υπερβολικό τρόπο: Έχει τη συνήθεια/την τάση να ~ει. Μήπως ~εις λίγο (= τα παραλές, τα φουσκώνεις); Δεν είναι όλα τόσο ρόδινα, μην ~ουμε κιόλας (πβ. μεγαλοποιώ). Πβ. το παρακάνω, το παρατραβάω (το σχοινί). 2. ξεπερνώ κάποιον, αναδεικνύομαι καλύτερος ή ανώτερος από αυτόν: ~ει τις δυνάμεις του. ~έβαλε τον εαυτό του/εαυτόν, για να σώσει τη ζωή των φίλων του. [< αρχ. ὑπερβάλλω] | |
| 53164 | υπερβάλλων | , ουσα, ον [ὑπερβάλλων] υ-περ-βάλ-λων επίθ. (λόγ.): υπέρμετρος, υπερβολικός: ~ουσα: αισιοδοξία (= υπεραισιοδοξία)/ευαισθησία (= υπερευαισθησία)/ζήτηση/προσφορά (= υπερπροσφορά). ~ον: (δημόσιο) έλλειμμα/κόστος/μέγεθος/ποσό. Έδειξε ~οντα ενθουσιασμό/ζήλο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ