| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53165 | υπερβαρικός | , ή, ό [ὑπερβαρικός] υ-περ-βα-ρι-κός επίθ.: που λειτουργεί με πίεση μεγαλύτερη της ατμοσφαιρικής ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: θάλαμος (: θάλαμος υψηλής πίεσης οξυγόνου). ~ή: ιατρική (: για την αντιμετώπιση παθολογικών καταστάσεων που προκύπτουν στις καταδύσεις). ~ό: οξυγόνο. Έκθεση του δύτη σε ~ό περιβάλλον. ● ΣΥΜΠΛ.: υπερβαρική οξυγονοθεραπεία βλ. οξυγονοθεραπεία [< αγγλ. hyperbaric, 1962] | |
| 53166 | υπέρβαρο | [ὑπέρβαρο] υ-πέρ-βα-ρο ουσ. (ουδ.): (για αποσκευές) βάρος το οποίο ξεπερνά το επιτρεπτό όριο: Σε περίπτωση ~ου ο επιβάτης επιβαρύνεται χρηματικά. [< αγγλ. overweight] | |
| 53167 | υπέρβαρος | , η, ο [ὑπέρβαρος] υ-πέρ-βα-ρος επίθ.: που ξεπερνά κατά πολύ το φυσιολογικό ή επιτρεπόμενο βάρος: ~ο: άτομο/παιδί. Πβ. παχύσαρκος, υπερτραφής. ΑΝΤ. λιπόσαρκος.|| ~ο: φορτηγό/φορτίο. ~ες: αποσκευές. [< αγγλ. overweight] | |
| 53168 | υπέρβαση | [ὑπέρβαση] υ-πέρ-βα-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπερβαίνω: ~ του μέτρου/ορίου (επιφυλακής/ταχύτητας)/προϋπολογισμού/χρόνου (παράδοσης/εργασίας). ~ δαπανών/εξόδων.|| ~ του αδιεξόδου/εγώ. ~ της κρίσης. ~ (των) αρμοδιοτήτων. Ο υπάλληλος διώκεται για ~ εξουσίας (πβ. κατάχρηση).|| Κάνω την ~. Βλ. αυθ~. ΣΥΝ. ξεπέρασμα (2) ● ΣΥΜΠΛ.: υπέρβαση καθήκοντος/καθηκόντων βλ. καθήκον ● ΦΡ.: καθ' υπέρβαση & (λόγ.) καθ' υπέρβασιν: ξεπερνώντας τα επιτρεπόμενα ή καθορισμένα όρια: Ενεργεί ~ ~ της δικαιοδοσίας του. ~ ~ της κείμενης νομοθεσίας.|| Εγγραφή σε σχολή, ~ ~ του αριθμού των εισακτέων. [< αρχ. ὑπέρβασις] | |
| 53169 | υπερβασία | [ὑπερβασία] υ-περ-βα-σί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): παράβαση ορίων, κανόνων, αρχών ή νόμων· αυθαιρεσία. Πβ. υπέρβαση. [< αρχ. ὑπερβασία] | |
| 53170 | υπερβατικός | , ή, ό [ὑπερβατικός] υ-περ-βα-τι-κός επίθ. 1. ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τον μεταφυσικό κόσμο, που βρίσκεται πέρα από τα όρια της εμπειρίας και γίνεται αντιληπτός με τη διαίσθηση: ~ός: ιδεαλισμός (= καντιανισμός). ~ή: αλήθεια/οντότητα/πραγματικότητα/φιλοσοφία (: υποστηρίζει ότι η γνώση υπάρχει ανεξάρτητα από την εμπειρία)/φύση. ~ό: επίπεδο. ~ές: δυνάμεις/έννοιες. ~ά: φαινόμενα.|| (ως ουσ.) Αναζήτηση του ~ού. ΣΥΝ. υπεραισθητός, υπερκόσμιος (2) 2. που αναφέρεται στην υπέρβαση: ~ή: συμπεριφορά. ● επίρρ.: υπερβατικά ● ΣΥΜΠΛ.: υπερβατική εξίσωση: ΜΑΘ. κάθε εξίσωση που δεν είναι αλγεβρική., υπερβατικός αριθμός: ΜΑΘ. αριθμός που δεν αποτελεί τη ρίζα καμίας πολυωνυμικής εξίσωσης με ρητούς αριθμούς: Ο υπολογισμός του ~ού ~ού π θεωρείται αδύνατος., υπερβατικός διαλογισμός: τεχνική που προάγει τη βαθιά χαλάρωση, την ψυχική ηρεμία, τη δημιουργικότητα και την πνευματική ευεξία, μέσω της χαμηλόφωνης επανάληψης ενός μάντρα. [< μτγν. ὑπερβατικός ‘αυτός που παραμελεί, δεν υπολογίζει’, γαλλ. transcendant(al)] | |
| 53171 | υπερβατικότητα | [ὑπερβατικότητα] υ-περ-βα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ύπαρξη ενός ανώτερου όντος ή μιας ιδέας πέρα από τα όρια του αισθητού κόσμου και της εμπειρίας: (ΘΕΟΛ.) ~ του Θεού.|| (μτφ.) ~ της συνείδησης. 2. ΜΑΘ. η ιδιότητα των υπερβατικών αριθμών: ~ του π. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. transcendance] | |
| 53172 | υπερβατισμός | [ὑπερβατισμός] υ-περ-βα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία η οποία δέχεται την ύπαρξη μιας πραγματικότητας ανώτερης από αυτή που γίνεται αντιληπτή με τις αισθήσεις και δίνει έμφαση στην υπεροχή του πνευματικού έναντι του υλικού και εμπειρικού. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. transcendantalisme] | |
| 53173 | υπερβατός | , ή, ό [ὑπερβατός] υ-περ-βα-τός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που μπορεί κανείς να τον υπερβεί βγαίνοντας έξω από τα όρια της πραγματικότητας: ~ή: οντότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: υπερβατό σχήμα & υπερβατό: ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο ανάμεσα σε δύο πολύ κοντινές συντακτικά ή λογικά λέξεις παρεμβάλλονται άλλες για λόγους συνήθ. υφολογικούς: π.χ. η εκτός ορίων αύξηση των ρύπων. [< μτγν. ὑπερβατόν] [< αρχ. ὑπερβατός] | |
| 53174 | υπερβέβαιος | , η, ο [ὑπερβέβαιος] υ-περ-βέ-βαι-ος επίθ. (επιτατ.): απόλυτα βέβαιος, σιγουρότατος, βεβαιότατος: Είμαι ~ ότι θα πάτε πολύ καλά στις εξετάσεις. | |
| 53175 | υπερβιβλίο | [ὑπερβιβλίο] υ-περ-βι-βλί-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. βιβλίο σε έντυπη μορφή που παραπέμπει τον αναγνώστη σε επιπρόσθετο υλικό, στο οποίο μπορεί να έχει πρόσβαση είτε μέσω του κινητού του τηλεφώνου είτε επισκεπτόμενος τη διαδικτυακή πύλη του βιβλίου· ηλεκτρονικό βιβλίο. [< αγγλ. hyperbook, 1995] | |
| 53176 | υπερβιταμίνωση | [ὑπερβιταμίνωση] υ-περ-βι-τα-μί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση υπερσυσσώρευσης βιταμινών στον οργανισμό η οποία οφείλεται στην υπερβολική κατανάλωσή τους. Βλ. αβιταμίνωση. ΑΝΤ. υποβιταμίνωση [< αγγλ. hypervitaminosis, 1928, γαλλ. hypervitaminose, 1941] | |
| 53177 | υπερβολή | [ὑπερβολή] υ-περ-βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. οτιδήποτε ξεπερνά το συνηθισμένο, το καθορισμένο ή το επιτρεπόμενο· καθετί που διογκώνεται για να φαίνεται σημαντικότερο από ό,τι είναι: γενναιόδωρος/ενθουσιώδης/ευγενικός μέχρι ~ής. (λόγ.) Καθ' ~ή(ν) (= με ~). Έχει μια τάση ~ής στις αντιδράσεις του. Η αισιοδοξία του αγγίζει τα όρια της ~ής/φτάνει στην ~.|| Χωρίς καμία/με (κάποια) δόση ~ής. Το κείμενο ήταν γεμάτο ~ές. Δεν είναι ~ να ισχυριστούμε/πούμε ότι ... Άσε τις ~ές! Πβ. ακρότητα. 2. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο κάτι που λέγεται ή γράφεται μεγαλοποιείται για λόγους έμφασης ή για να γίνει καλύτερα κατανοητό: π.χ. Το βιβλίο ζυγίζει έναν τόνο! Πέθανα στην κούραση! Βλ. κυριολεξία, σχήμα λιτότητας. 3. ΜΑΘ. καμπύλη που ορίζεται ως γεωμετρικός τόπος των σημείων του επιπέδου των οποίων η διαφορά των αποστάσεων από δύο σταθερά σημεία (εστίες) είναι σταθερή: εξίσωση/εφαπτομένη/πλευρά της ~ής. ● ΣΥΜΠΛ.: ορθογώνια υπερβολή βλ. ορθογώνιος ● ΦΡ.: χωρίς υπερβολή/υπερβολές: με αίσθηση του μέτρου, πραγματικά, ειλικρινά: Μοιάζει, ~ ~, με κοριτσάκι. ~ ~, είναι μια από τις ωραιότερες παραλίες του νησιού. [< 1: αρχ. ὑπερβολή 2: γαλλ.-αγγλ. hyperbole 3: μτγν. σημ.] | |
| 53178 | υπερβολικός | , ή, ό [ὑπερβολικός] υ-περ-βο-λι-κός επίθ. 1. ακραίος, υπέρμετρος: ~ός: αριθμός (αιτήσεων)/εγωισμός/ενθουσιασμός/ζήλος/θόρυβος/φόβος. ~ή: αισιοδοξία (= υπεραισιοδοξία)/ανησυχία/αύξηση (βάρους)/αυτοπεποίθηση/εμπιστοσύνη/ζέστη/μείωση (των μισθών)/σημασία/τιμή. ~ό: άγχος/κρύο/φαγητό. ~ές: αντιδράσεις/αξιώσεις/απαιτήσεις/πιέσεις. Σε ~ό βαθμό/σημείο. H ~ή έκθεση στον ήλιο είναι επικίνδυνη για την υγεία. Πέθανε από ~ή δόση ηρωίνης. Πβ. παρατραβηγμένος, υπερβάλλων, υπέρογκος. 2. (για πρόσ.) που παρουσιάζει τα πράγματα σοβαρότερα ή σημαντικότερα από ό,τι είναι: Μήπως γίνεσαι/είσαι λίγο ~ή; Πάντα ~ αυτός ο άνθρωπος. 3. ΜΑΘ. που αναφέρεται στην υπερβολή: ~ή: γεωμετρία/συνάρτηση. ● επίρρ.: υπερβολικά [< 1,2: μτγν. ὑπερβολικός 3: γαλλ. hyperbolique, αγγλ. hyperbolic] | |
| 53179 | υπερβόρειος | , α, ο [ὑπερβόρειος] υ-περ-βό-ρει-ος επίθ.: που βρίσκεται στο βορειότερο άκρο της Γης ή που σχετίζεται με αυτό: ~α: χώρα. ~ες: γλώσσες.|| (κατ' επέκτ.) Τα ~α προάστια της πόλης. [< αρχ. οἱ Ὑπερβόρειοι] | |
| 53180 | υπερβόσκηση | [ὑπερβόσκηση] υ-περ-βό-σκη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. εντατική βόσκηση που έχει ως αποτέλεσμα την καταστροφή της βλάστησης. Βλ. ερημοποίηση, υπεραλίευση. [< γαλλ. surpâturage, 1966] | |
| 53181 | υπερβραχέα | [ὑπερβραχέα] υ-περ-βρα-χέ-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΦΥΣ. ηλεκτρομαγνητικά κύματα, εξαιρετικά μικρού μήκους, που χρησιμοποιούνται στην τηλεόραση και τη ραδιοφωνία. [< γερμ. Ultrakurzwellen] | |
| 53182 | υπέργειος | , α, ο [ὑπέργειος] υ-πέρ-γει-ος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται, κινείται ή αναπτύσσεται πάνω από την επιφάνεια της Γης: ~ος: σιδηρόδρομος. ~α: γέφυρα/διάβαση/κατασκευή. ~ο: πάρκινγκ/τμήμα (των φυτών). Πβ. επίγειος. Βλ. -γειος, εναέριος, ισόγειος. ΑΝΤ. υπόγειος (1) ● επίρρ.: υπέργεια & (λόγ.) -είως [< αρχ. ὑπέργειος] | |
| 53183 | υπεργενίκευση | [ὑπεργενίκευση] υ-περ-γε-νί-κευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΟΛ. γνωσιακή παραποίηση κατά την οποία ένα μεμονωμένο αρνητικό γεγονός αντιμετωπίζεται σαν μια διαδοχή πολλών αρνητικών γεγονότων. 2. υπερβολική γενίκευση. Βλ. υπεραπλούστευση. 3. ΓΛΩΣΣ. (στην γλωσσική κατάκτηση) εσφαλμένη επέκταση της εφαρμογής ενός κανόνα σε περιπτώσεις που κανονικά εξαιρούνται από αυτόν τον κανόνα. [< αγγλ. overgeneralization, 1947, γαλλ. surgénéralisation] | |
| 53184 | υπεργενικεύω | [ὑπεργενικεύω] υ-περ-γε-νι-κεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συνήθ. στον ενεστ. κ. στη μτχ. -μένος} (σπάν.) 1. γενικεύω παραπάνω από όσο χρειάζεται ή αρμόζει: Ας μην ~ουμε καταστάσεις. 2. ΓΛΩΣΣ. εφαρμόζω λανθασμένα έναν κανόνα σε περιπτώσεις στις οποίες κανονικά δεν εφαρμόζεται. [< αγγλ. overgeneralize, 1904, γαλλ. surgénéraliser] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ