| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53155 | υπεραύξηση | [ὑπεραύξηση] υ-πε-ραύ-ξη-ση ουσ. (θηλ.): υπερβολική αύξηση. Πβ. μεγιστοποίηση. [< μτγν. ὑπεραύξησις 'υπέρμετρη ανάπτυξη'] | |
| 53156 | υπεραυτόματος | , η, ο [ὑπεραυτόματος] υ-πε-ραυ-τό-μα-τος επίθ. (επιτατ.): (για μηχάνημα) που λειτουργεί αυτόματα: ~η: μηχανή καφέ. ~ο: πιεσόμετρο. [< αγγλ. super-automatic] | |
| 53157 | υπεραφθονεί | [ὑπεραφθονεῖ] υ-πε-ρα-φθο-νεί ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (σπάν.): υπάρχει σε υπερβολικό βαθμό: Στα ποιήματά του ~ούν τα κοσμητικά επίθετα. Πβ. υπερεπαρκεί. | |
| 53158 | υπεραφθονία | [ὑπεραφθονία] υ-πε-ρα-φθο-νί-α ουσ. (θηλ.): πολύ μεγάλη αφθονία αγαθών, πραγμάτων, στοιχείων: εποχή ~ας. Κοινωνία της ~ας. Προϊόντα σε ~. ΣΥΝ. υπερεπάρκεια [< αγγλ. superabundance] | |
| 53159 | υπεράφθονος | , η, ο [ὑπεράφθονος] υ-πε-ρά-φθο-νος επίθ. (σπάν.): υπερεπαρκής. [< αγγλ. superabundant] | |
| 53160 | υπερβαίνω | [ὑπερβαίνω] υ-περ-βαί-νω ρ. (μτβ.) {υπερ-έβη (προφ.) -έβηκε, υπερβεί, υπερβαίν-οντας, μτχ. ενεστ. -ων, -ουσα, -ον, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): ξεπερνώ ένα προκαθορισμένο ή επιτρεπτό όριο: ~ει το μέτρο/όριο (ηλικίας/ταχύτητας)/ποσοστό του ...%. Η ισχύς του κινητήρα ~ει τους ... ίππους. Ο αριθμός των υποψηφίων (δεν) ~ει τους χίλιους. Η φήμη του ~ει τα σύνορα της χώρας.|| Η αύξηση των κερδών ~έβη τις προβλέψεις/προσδοκίες. Αυτό που μου ζητάς ~ει τις αρμοδιότητές/τις δυνάμεις μου. (επίσ.) Ποσό (μη) ~ον τα ... ευρώ.|| Το θράσος του έχει υπερβεί κάθε όριο. ● ΦΡ.: υπερβαίνω/ξεπερνώ τα εσκαμμένα βλ. εσκαμμένος [< αρχ. ὑπερβαίνω] | |
| 53161 | υπερβακτήρια | [ὑπερβακτήρια] υ-περ-βα-κτή-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. βακτήρια εξαιρετικά ανθεκτικά στα υπάρχοντα αντιβιοτικά. [< αγγλ. super bacteria] | |
| 53162 | υπερβαλλόντως | [ὑπερβαλλόντως] υ-περ-βαλ-λό-ντως επίρρ. (λόγ.): πέραν του μέτρου, υπερβολικά. ΣΥΝ. υπέρμετρα [< αρχ. ὑπερβαλλόντως] | |
| 53163 | υπερβάλλω | [ὑπερβάλλω] υ-περ-βάλ-λω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρατ. υπερ-έβαλλα, αόρ. υπερ-έβαλα, υπερ-βάλει, υπερβάλλ-οντας, (λόγ.) μτχ. -ων, -ουσα, -ον} 1. παρουσιάζω κάτι με υπερβολικό τρόπο: Έχει τη συνήθεια/την τάση να ~ει. Μήπως ~εις λίγο (= τα παραλές, τα φουσκώνεις); Δεν είναι όλα τόσο ρόδινα, μην ~ουμε κιόλας (πβ. μεγαλοποιώ). Πβ. το παρακάνω, το παρατραβάω (το σχοινί). 2. ξεπερνώ κάποιον, αναδεικνύομαι καλύτερος ή ανώτερος από αυτόν: ~ει τις δυνάμεις του. ~έβαλε τον εαυτό του/εαυτόν, για να σώσει τη ζωή των φίλων του. [< αρχ. ὑπερβάλλω] | |
| 53164 | υπερβάλλων | , ουσα, ον [ὑπερβάλλων] υ-περ-βάλ-λων επίθ. (λόγ.): υπέρμετρος, υπερβολικός: ~ουσα: αισιοδοξία (= υπεραισιοδοξία)/ευαισθησία (= υπερευαισθησία)/ζήτηση/προσφορά (= υπερπροσφορά). ~ον: (δημόσιο) έλλειμμα/κόστος/μέγεθος/ποσό. Έδειξε ~οντα ενθουσιασμό/ζήλο. | |
| 53165 | υπερβαρικός | , ή, ό [ὑπερβαρικός] υ-περ-βα-ρι-κός επίθ.: που λειτουργεί με πίεση μεγαλύτερη της ατμοσφαιρικής ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: θάλαμος (: θάλαμος υψηλής πίεσης οξυγόνου). ~ή: ιατρική (: για την αντιμετώπιση παθολογικών καταστάσεων που προκύπτουν στις καταδύσεις). ~ό: οξυγόνο. Έκθεση του δύτη σε ~ό περιβάλλον. ● ΣΥΜΠΛ.: υπερβαρική οξυγονοθεραπεία βλ. οξυγονοθεραπεία [< αγγλ. hyperbaric, 1962] | |
| 53166 | υπέρβαρο | [ὑπέρβαρο] υ-πέρ-βα-ρο ουσ. (ουδ.): (για αποσκευές) βάρος το οποίο ξεπερνά το επιτρεπτό όριο: Σε περίπτωση ~ου ο επιβάτης επιβαρύνεται χρηματικά. [< αγγλ. overweight] | |
| 53167 | υπέρβαρος | , η, ο [ὑπέρβαρος] υ-πέρ-βα-ρος επίθ.: που ξεπερνά κατά πολύ το φυσιολογικό ή επιτρεπόμενο βάρος: ~ο: άτομο/παιδί. Πβ. παχύσαρκος, υπερτραφής. ΑΝΤ. λιπόσαρκος.|| ~ο: φορτηγό/φορτίο. ~ες: αποσκευές. [< αγγλ. overweight] | |
| 53168 | υπέρβαση | [ὑπέρβαση] υ-πέρ-βα-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπερβαίνω: ~ του μέτρου/ορίου (επιφυλακής/ταχύτητας)/προϋπολογισμού/χρόνου (παράδοσης/εργασίας). ~ δαπανών/εξόδων.|| ~ του αδιεξόδου/εγώ. ~ της κρίσης. ~ (των) αρμοδιοτήτων. Ο υπάλληλος διώκεται για ~ εξουσίας (πβ. κατάχρηση).|| Κάνω την ~. Βλ. αυθ~. ΣΥΝ. ξεπέρασμα (2) ● ΣΥΜΠΛ.: υπέρβαση καθήκοντος/καθηκόντων βλ. καθήκον ● ΦΡ.: καθ' υπέρβαση & (λόγ.) καθ' υπέρβασιν: ξεπερνώντας τα επιτρεπόμενα ή καθορισμένα όρια: Ενεργεί ~ ~ της δικαιοδοσίας του. ~ ~ της κείμενης νομοθεσίας.|| Εγγραφή σε σχολή, ~ ~ του αριθμού των εισακτέων. [< αρχ. ὑπέρβασις] | |
| 53170 | υπερβαση | , ή, ό [ὑπερβατικός] υ-περ-βα-τι-κός επίθ. 1. ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τον μεταφυσικό κόσμο, που βρίσκεται πέρα από τα όρια της εμπειρίας και γίνεται αντιληπτός με τη διαίσθηση: ~ός: ιδεαλισμός (= καντιανισμός). ~ή: αλήθεια/οντότητα/πραγματικότητα/φιλοσοφία (: υποστηρίζει ότι η γνώση υπάρχει ανεξάρτητα από την εμπειρία)/φύση. ~ό: επίπεδο. ~ές: δυνάμεις/έννοιες. ~ά: φαινόμενα.|| (ως ουσ.) Αναζήτηση του ~ού. ΣΥΝ. υπεραισθητός, υπερκόσμιος (2) 2. που αναφέρεται στην υπέρβαση: ~ή: συμπεριφορά. ● επίρρ.: υπερβατικά ● ΣΥΜΠΛ.: υπερβατική εξίσωση: ΜΑΘ. κάθε εξίσωση που δεν είναι αλγεβρική., υπερβατικός αριθμός: ΜΑΘ. αριθμός που δεν αποτελεί τη ρίζα καμίας πολυωνυμικής εξίσωσης με ρητούς αριθμούς: Ο υπολογισμός του ~ού ~ού π θεωρείται αδύνατος., υπερβατικός διαλογισμός: τεχνική που προάγει τη βαθιά χαλάρωση, την ψυχική ηρεμία, τη δημιουργικότητα και την πνευματική ευεξία, μέσω της χαμηλόφωνης επανάληψης ενός μάντρα. [< μτγν. ὑπερβατικός ‘αυτός που παραμελεί, δεν υπολογίζει’, γαλλ. transcendant(al)] | |
| 53169 | υπερβασία | [ὑπερβασία] υ-περ-βα-σί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): παράβαση ορίων, κανόνων, αρχών ή νόμων· αυθαιρεσία. Πβ. υπέρβαση. [< αρχ. ὑπερβασία] | |
| 53171 | υπερβατικότητα | [ὑπερβατικότητα] υ-περ-βα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ύπαρξη ενός ανώτερου όντος ή μιας ιδέας πέρα από τα όρια του αισθητού κόσμου και της εμπειρίας: (ΘΕΟΛ.) ~ του Θεού.|| (μτφ.) ~ της συνείδησης. 2. ΜΑΘ. η ιδιότητα των υπερβατικών αριθμών: ~ του π. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. transcendance] | |
| 53172 | υπερβατισμός | [ὑπερβατισμός] υ-περ-βα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία η οποία δέχεται την ύπαρξη μιας πραγματικότητας ανώτερης από αυτή που γίνεται αντιληπτή με τις αισθήσεις και δίνει έμφαση στην υπεροχή του πνευματικού έναντι του υλικού και εμπειρικού. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. transcendantalisme] | |
| 53173 | υπερβατός | , ή, ό [ὑπερβατός] υ-περ-βα-τός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που μπορεί κανείς να τον υπερβεί βγαίνοντας έξω από τα όρια της πραγματικότητας: ~ή: οντότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: υπερβατό σχήμα & υπερβατό: ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο ανάμεσα σε δύο πολύ κοντινές συντακτικά ή λογικά λέξεις παρεμβάλλονται άλλες για λόγους συνήθ. υφολογικούς: π.χ. η εκτός ορίων αύξηση των ρύπων. [< μτγν. ὑπερβατόν] [< αρχ. ὑπερβατός] | |
| 53174 | υπερβέβαιος | , η, ο [ὑπερβέβαιος] υ-περ-βέ-βαι-ος επίθ. (επιτατ.): απόλυτα βέβαιος, σιγουρότατος, βεβαιότατος: Είμαι ~ ότι θα πάτε πολύ καλά στις εξετάσεις. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ