Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [53680-53700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53175υπερβιβλίο[ὑπερβιβλίο] υ-περ-βι-βλί-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. βιβλίο σε έντυπη μορφή που παραπέμπει τον αναγνώστη σε επιπρόσθετο υλικό, στο οποίο μπορεί να έχει πρόσβαση είτε μέσω του κινητού του τηλεφώνου είτε επισκεπτόμενος τη διαδικτυακή πύλη του βιβλίου· ηλεκτρονικό βιβλίο. [< αγγλ. hyperbook, 1995]
53176υπερβιταμίνωση[ὑπερβιταμίνωση] υ-περ-βι-τα-μί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση υπερσυσσώρευσης βιταμινών στον οργανισμό η οποία οφείλεται στην υπερβολική κατανάλωσή τους. Βλ. αβιταμίνωση. ΑΝΤ. υποβιταμίνωση [< αγγλ. hypervitaminosis, 1928, γαλλ. hypervitaminose, 1941]
53177υπερβολή[ὑπερβολή] υ-περ-βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. οτιδήποτε ξεπερνά το συνηθισμένο, το καθορισμένο ή το επιτρεπόμενο· καθετί που διογκώνεται για να φαίνεται σημαντικότερο από ό,τι είναι: γενναιόδωρος/ενθουσιώδης/ευγενικός μέχρι ~ής. (λόγ.) Καθ' ~ή(ν) (= με ~). Έχει μια τάση ~ής στις αντιδράσεις του. Η αισιοδοξία του αγγίζει τα όρια της ~ής/φτάνει στην ~.|| Χωρίς καμία/με (κάποια) δόση ~ής. Το κείμενο ήταν γεμάτο ~ές. Δεν είναι ~ να ισχυριστούμε/πούμε ότι ... Άσε τις ~ές! Πβ. ακρότητα. 2. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο κάτι που λέγεται ή γράφεται μεγαλοποιείται για λόγους έμφασης ή για να γίνει καλύτερα κατανοητό: π.χ. Το βιβλίο ζυγίζει έναν τόνο! Πέθανα στην κούραση! Βλ. κυριολεξία, σχήμα λιτότητας. 3. ΜΑΘ. καμπύλη που ορίζεται ως γεωμετρικός τόπος των σημείων του επιπέδου των οποίων η διαφορά των αποστάσεων από δύο σταθερά σημεία (εστίες) είναι σταθερή: εξίσωση/εφαπτομένη/πλευρά της ~ής. ● ΣΥΜΠΛ.: ορθογώνια υπερβολή βλ. ορθογώνιος ● ΦΡ.: χωρίς υπερβολή/υπερβολές: με αίσθηση του μέτρου, πραγματικά, ειλικρινά: Μοιάζει, ~ ~, με κοριτσάκι. ~ ~, είναι μια από τις ωραιότερες παραλίες του νησιού. [< 1: αρχ. ὑπερβολή 2: γαλλ.-αγγλ. hyperbole 3: μτγν. σημ.]
53178υπερβολικός, ή, ό [ὑπερβολικός] υ-περ-βο-λι-κός επίθ. 1. ακραίος, υπέρμετρος: ~ός: αριθμός (αιτήσεων)/εγωισμός/ενθουσιασμός/ζήλος/θόρυβος/φόβος. ~ή: αισιοδοξία (= υπεραισιοδοξία)/ανησυχία/αύξηση (βάρους)/αυτοπεποίθηση/εμπιστοσύνη/ζέστη/μείωση (των μισθών)/σημασία/τιμή. ~ό: άγχος/κρύο/φαγητό. ~ές: αντιδράσεις/αξιώσεις/απαιτήσεις/πιέσεις. Σε ~ό βαθμό/σημείο. H ~ή έκθεση στον ήλιο είναι επικίνδυνη για την υγεία. Πέθανε από ~ή δόση ηρωίνης. Πβ. παρατραβηγμένος, υπερβάλλων, υπέρογκος. 2. (για πρόσ.) που παρουσιάζει τα πράγματα σοβαρότερα ή σημαντικότερα από ό,τι είναι: Μήπως γίνεσαι/είσαι λίγο ~ή; Πάντα ~ αυτός ο άνθρωπος. 3. ΜΑΘ. που αναφέρεται στην υπερβολή: ~ή: γεωμετρία/συνάρτηση. ● επίρρ.: υπερβολικά [< 1,2: μτγν. ὑπερβολικός 3: γαλλ. hyperbolique, αγγλ. hyperbolic]
53179υπερβόρειος, α, ο [ὑπερβόρειος] υ-περ-βό-ρει-ος επίθ.: που βρίσκεται στο βορειότερο άκρο της Γης ή που σχετίζεται με αυτό: ~α: χώρα. ~ες: γλώσσες.|| (κατ' επέκτ.) Τα ~α προάστια της πόλης. [< αρχ. οἱ Ὑπερβόρειοι]
53180υπερβόσκηση[ὑπερβόσκηση] υ-περ-βό-σκη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. εντατική βόσκηση που έχει ως αποτέλεσμα την καταστροφή της βλάστησης. Βλ. ερημοποίηση, υπεραλίευση. [< γαλλ. surpâturage, 1966]
53181υπερβραχέα[ὑπερβραχέα] υ-περ-βρα-χέ-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΦΥΣ. ηλεκτρομαγνητικά κύματα, εξαιρετικά μικρού μήκους, που χρησιμοποιούνται στην τηλεόραση και τη ραδιοφωνία. [< γερμ. Ultrakurzwellen]
53182υπέργειος, α, ο [ὑπέργειος] υ-πέρ-γει-ος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται, κινείται ή αναπτύσσεται πάνω από την επιφάνεια της Γης: ~ος: σιδηρόδρομος. ~α: γέφυρα/διάβαση/κατασκευή. ~ο: πάρκινγκ/τμήμα (των φυτών). Πβ. επίγειος. Βλ. -γειος, εναέριος, ισόγειος. ΑΝΤ. υπόγειος (1) ● επίρρ.: υπέργεια & (λόγ.) -είως [< αρχ. ὑπέργειος]
53183υπεργενίκευση[ὑπεργενίκευση] υ-περ-γε-νί-κευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΟΛ. γνωσιακή παραποίηση κατά την οποία ένα μεμονωμένο αρνητικό γεγονός αντιμετωπίζεται σαν μια διαδοχή πολλών αρνητικών γεγονότων. 2. υπερβολική γενίκευση. Βλ. υπεραπλούστευση. 3. ΓΛΩΣΣ. (στην γλωσσική κατάκτηση) εσφαλμένη επέκταση της εφαρμογής ενός κανόνα σε περιπτώσεις που κανονικά εξαιρούνται από αυτόν τον κανόνα. [< αγγλ. overgeneralization, 1947, γαλλ. surgénéralisation]
53184υπεργενικεύω[ὑπεργενικεύω] υ-περ-γε-νι-κεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συνήθ. στον ενεστ. κ. στη μτχ. -μένος} (σπάν.) 1. γενικεύω παραπάνω από όσο χρειάζεται ή αρμόζει: Ας μην ~ουμε καταστάσεις. 2. ΓΛΩΣΣ. εφαρμόζω λανθασμένα έναν κανόνα σε περιπτώσεις στις οποίες κανονικά δεν εφαρμόζεται. [< αγγλ. overgeneralize, 1904, γαλλ. surgénéraliser]
53185υπεργεννητικότητα[ὑπεργεννητικότητα] υ-περ-γεν-νη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΔΗΜΟΓΡ. αύξηση του αριθμού των γεννήσεων πάνω από τα φυσιολογικά ή επιθυμητά όρια. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. υπογεννητικότητα [< αγγλ. high birth rate]
53186υπέργηρος, η, ο [ὑπέργηρος] υ-πέρ-γη-ρος επίθ. (λόγ.): πολύ ηλικιωμένος· κατ' επέκτ. πολύ παλιός: ~η: γιαγιά. ~ο: ζευγάρι. (ως ουσ.) Διανέμεται φαγητό σε ~ους. Πβ. μαθουσάλας, υπερήλικος.|| (μτφ.) ~ο: πλοίο. [< αρχ. ὑπέργηρως, μτγν. ὑπέργηρος]
53187υπεργλυκαιμία[ὑπεργλυκαιμία] υ-περ-γλυ-και-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική αύξηση των επιπέδων σακχάρου στο αίμα: μεταγευματική/χρόνια ~. Βλ. -αιμία. ΑΝΤ. υπογλυκαιμία [< γαλλ. hyperglycémie, αγγλ. hyperglycaemia, γερμ. Hyperglykämie]
53188υπεργλυκαιμικός, ή, ό [ὑπεργλυκαιμικός] υ-περ-γλυ-και-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την υπεργλυκαιμία: ~ή: δράση. ~ό: κώμα.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (ενν. ασθενείς). ΑΝΤ. υπογλυκαιμικός [< γαλλ. hyperglycémiant, αγγλ. hyperglycaemic]
53189υπεργολαβία[ὑπεργολαβία] υ-περ-γο-λα-βί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. ανάθεση μερικής ή ολικής εκτέλεσης ενός έργου από έναν εργολάβο σε άλλον ή από μία εταιρεία σε άλλη, μικρότερη: βιομηχανική ~ (: ανάθεση μέρους της παραγωγής από μεγάλες βιομηχανίες σε μικρότερες ή σε βιοτεχνίες).
53190υπεργολαβικός, ή, ό [ὑπεργολαβικός] υ-περ-γο-λα-βι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την υπεργολαβία: ~ή: ανάθεση. ● επίρρ.: υπεργολαβικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]
53191υπεργολάβος[ὑπεργολάβος] υ-περ-γο-λά-βος ουσ. (αρσ.): εργολάβος ή επιχείρηση που αναλαμβάνει υπεργολαβία: ~ δημόσιων έργων/οικοδομών. [< γαλλ. sous-traitant]
53192υπερδανεισμός[ὑπερδανεισμός] υ-περ-δα-νει-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. ανεξέλεγκτος δανεισμός: ~ του κράτους/των νοικοκυριών. Βλ. υπερχρέωση.
53193υπερδεξιός, ά, ό [ὑπερδεξιός] υ-περ-δε-ξι-ός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. ακροδεξιός.
53194υπερδεσμός[ὑπερδεσμός] υ-περ-δε-σμός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΠΛΗΡΟΦ. υπερσύνδεσμος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.