| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53185 | υπεργεννητικότητα | [ὑπεργεννητικότητα] υ-περ-γεν-νη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΔΗΜΟΓΡ. αύξηση του αριθμού των γεννήσεων πάνω από τα φυσιολογικά ή επιθυμητά όρια. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. υπογεννητικότητα [< αγγλ. high birth rate] | |
| 53186 | υπέργηρος | , η, ο [ὑπέργηρος] υ-πέρ-γη-ρος επίθ. (λόγ.): πολύ ηλικιωμένος· κατ' επέκτ. πολύ παλιός: ~η: γιαγιά. ~ο: ζευγάρι. (ως ουσ.) Διανέμεται φαγητό σε ~ους. Πβ. μαθουσάλας, υπερήλικος.|| (μτφ.) ~ο: πλοίο. [< αρχ. ὑπέργηρως, μτγν. ὑπέργηρος] | |
| 53187 | υπεργλυκαιμία | [ὑπεργλυκαιμία] υ-περ-γλυ-και-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική αύξηση των επιπέδων σακχάρου στο αίμα: μεταγευματική/χρόνια ~. Βλ. -αιμία. ΑΝΤ. υπογλυκαιμία [< γαλλ. hyperglycémie, αγγλ. hyperglycaemia, γερμ. Hyperglykämie] | |
| 53188 | υπεργλυκαιμικός | , ή, ό [ὑπεργλυκαιμικός] υ-περ-γλυ-και-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την υπεργλυκαιμία: ~ή: δράση. ~ό: κώμα.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (ενν. ασθενείς). ΑΝΤ. υπογλυκαιμικός [< γαλλ. hyperglycémiant, αγγλ. hyperglycaemic] | |
| 53189 | υπεργολαβία | [ὑπεργολαβία] υ-περ-γο-λα-βί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. ανάθεση μερικής ή ολικής εκτέλεσης ενός έργου από έναν εργολάβο σε άλλον ή από μία εταιρεία σε άλλη, μικρότερη: βιομηχανική ~ (: ανάθεση μέρους της παραγωγής από μεγάλες βιομηχανίες σε μικρότερες ή σε βιοτεχνίες). | |
| 53190 | υπεργολαβικός | , ή, ό [ὑπεργολαβικός] υ-περ-γο-λα-βι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την υπεργολαβία: ~ή: ανάθεση. ● επίρρ.: υπεργολαβικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] | |
| 53191 | υπεργολάβος | [ὑπεργολάβος] υ-περ-γο-λά-βος ουσ. (αρσ.): εργολάβος ή επιχείρηση που αναλαμβάνει υπεργολαβία: ~ δημόσιων έργων/οικοδομών. [< γαλλ. sous-traitant] | |
| 53192 | υπερδανεισμός | [ὑπερδανεισμός] υ-περ-δα-νει-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. ανεξέλεγκτος δανεισμός: ~ του κράτους/των νοικοκυριών. Βλ. υπερχρέωση. | |
| 53193 | υπερδεξιός | , ά, ό [ὑπερδεξιός] υ-περ-δε-ξι-ός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. ακροδεξιός. | |
| 53194 | υπερδεσμός | [ὑπερδεσμός] υ-περ-δε-σμός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΠΛΗΡΟΦ. υπερσύνδεσμος. | |
| 53195 | υπερδήμαρχος | [ὑπερδήμαρχος] υ-περ-δή-μαρ-χος ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρόσωπο αρμόδιο για τη διοίκηση ενός υπερδήμου. Βλ. υπερνομάρχης. | |
| 53196 | υπερδήμος | [ὑπερδῆμος] υ-περ-δή-μος ουσ. (αρσ.) (προφ.): διευρυμένη διοικητική περιφέρεια που περιλαμβάνει περισσότερους από έναν δήμους. Βλ. υπερνομαρχία. | |
| 53197 | υπερδιασπορά | [ὑπερδιασπορά] υ-περ-δι-α-σπο-ρά ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερμεταδοτικότητα. | |
| 53198 | υπερδιέγερση | [ὑπερδιέγερση] υ-περ-δι-έ-γερ-ση ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. ψυχική ή νευρική υπερένταση: Βρίσκεται/είναι σε ~. Η υπερκατανάλωση καφεΐνης μπορεί να προκαλέσει ~ και αϋπνία.|| ~ ωοθηκών. [< γαλλ. surexcitation] | |
| 53199 | υπερδιεγερσιμότητα | [ὑπερδιεγερσιμότητα] υ-περ-δι-ε-γερ-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολική διεγερσιμότητα του νευρομυϊκού συστήματος που οφείλεται σε παθολογικά αίτια. Βλ. -ότητα, τετανία. [< αγγλ. overexcitability] | |
| 53200 | υπερδιόρθωση | [ὑπερδιόρθωση] υ-περ-δι-όρ-θω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. φαινόμενο κατά το οποίο ο ομιλητής δημιουργεί πλαστούς και αντιγραμματικούς τύπους κατ' αναλογία προς άλλους τύπους που είναι σωστοί: Οκτώμβριος αντί Οκτώβριος (κατ' αναλογία προς τα: Σεπτέμβριος, Νοέμβριος). Βλ. υπεργενίκευση. 2. ΙΑΤΡ. επιπλοκή η οποία προκύπτει, όταν η διόρθωση προβλημάτων ή αλλοιώσεων για θεραπευτικούς ή αισθητικούς λόγους ξεπερνά τα επιθυμητά όρια: ~ της μυωπίας/όρασης. ~ των ρυτίδων. 3. (σπάν.) το φαινόμενο κατά το οποίο ο οδηγός στρίβει το τιμόνι περισσότερο από όσο χρειάζεται, στην προσπάθειά του να ισορροπήσει το αυτοκίνητο μετά από υπερστροφή, με αποτέλεσμα το πίσω μέρος του αυτοκινήτου να γλιστρήσει απότομα προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή της στροφής. [< 1: αγγλ. hypercorrection, 1934, 2,3: αγγλ. overcorrection] | |
| 53201 | υπερδιπλασιάζω | [ὑπερδιπλασιάζω] υ-περ-δι-πλα-σι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {υπερδιπλασία-σε, υπερδιπλασιά-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί}: αυξάνω κάτι περισσότερο από το διπλάσιο: Το πρώτο τρίμηνο η εταιρεία ~σε τα κέρδη της. Βλ. υποδιπλασιάζω. | |
| 53202 | υπερδιπλασιασμός | [ὑπερδιπλασιασμός] υ-περ-δι-πλα-σι-α-σμός ουσ. (αρσ.): το αποτέλεσμα του υπερδιπλασιάζω: ~ των κερδών/πωλήσεων. ~ του πληθυσμού. Βλ. υποδιπλασιασμός. | |
| 53203 | υπερδιπλάσιος | , α, ο [ὑπερδιπλάσιος] υ-περ-δι-πλά-σι-ος επίθ.: που είναι παραπάνω από διπλάσιος: ~ος: αριθμός (ατόμων)/χρόνος (εκτέλεσης των έργων). ~α: ποσότητα/τιμή. ~ο: κόστος/ποσοστό. Πολλές μετοχές σημείωσαν ~α άνοδο. | |
| 53204 | υπέρδιπλος | , η, ο [ὑπέρδιπλος] υ-πέρ-δι-πλος επίθ.: που το πλάτος του είναι πιο μεγάλο από εκείνο του διπλού: ~ο: κρεβάτι/πάπλωμα/στρώμα. ~α: σεντόνια. Βλ. -διπλος, ημίδιπλος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ