Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [53700-53720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53205υπερδισύλλαβος, η, ο [ὑπερδισύλλαβος] υ-περ-δι-σύλ-λα-βος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για λέξη) που έχει πάνω από δύο συλλαβές: ~ο: ουσιαστικό/ρήμα. Βλ. -σύλλαβος. [< μτγν. ὑπερδισύλλαβος]
53206υπερδομή[ὑπερδομή] υ-περ-δο-μή ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. υπερκατασκευή: Η σκάλα οδηγεί από το ισόγειο στην ~. Βλ. ανωδομή, επιδομή.|| ~ του πλοίου. 2. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. εποικοδόμημα. Βλ. βάση, υποδομή. 3. ΓΛΩΣΣ. η τυπική οργάνωση ενός κειμενικού είδους: ~ της αφήγησης. [< 1: γαλλ. superstructure]
53207υπερδόμηση[ὑπερδόμηση] υ-περ-δό-μη-ση ουσ. (θηλ.): υπερβολική δόμηση, κατασκευή κτιρίων: ~ της περιοχής.
53208υπερδοσολογία[ὑπερδοσολογία] υ-περ-δο-σο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): χορήγηση ή λήψη υπερβολικής δόσης, κυρ. φαρμάκων, και η κατάσταση που προκύπτει από αυτή: ~ βιταμινών.|| Οξεία ~. [< αγγλ. overdosage, 1922, γαλλ. surdosage, 1964]
53209υπερδραστήριος, α, ο [ὑπερδραστήριος] υ-περ-δρα-στή-ρι-ος επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από έντονη δραστηριότητα ή υπερλειτουργία. ~ο: άτομο. Σεξουαλικά ~ (πβ. υπερσεξουαλικός). Πβ. πολυ-άσχολος, -πράγμων. Βλ. ενεργητικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~α: κύστη (= υπερλειτουργική). ~ο: ανοσοποιητικό σύστημα. 2. ΨΥΧΟΛ. (κυρ. για παιδιά) που παρουσιάζει αφύσικα αυξημένη σωματική δραστηριότητα· κατ' επέκτ. υπερκινητικός. [< γαλλ. γαλλ. hyperactif, αγγλ. hyperactive]
53210υπερδραστηριότητα[ὑπερδραστηριότητα] υ-περ-δρα-στη-ρι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. έντονη δραστηριότητα· κατ' επέκτ. υπερλειτουργία: ηφαιστειακή ~.|| Σεξουαλική ~ (πβ. υπερσεξουαλικότητα).|| (ΙΑΤΡ.) Βρογχική ~. ~ του θυρεοειδούς αδένα (πβ. υπερθυρεοειδισμός). Βλ. -ότητα. 2. ΨΥΧΟΛ. αφύσικα αυξημένη σωματική δραστηριότητα η οποία παρατηρείται κυρ. στα παιδιά και αποτελεί σύμπτωμα της υπερκινητικότητας· κατ' επέκτ. υπερκινητικότητα. Βλ. μαθησιακές δυσκολίες, υπερδιέγερση. [< γαλλ. hyperactivité, 1900, αγγλ. hyperactivity]
53211υπερδύναμη[ὑπερδύναμη] υ-περ-δύ-να-μη ουσ. (θηλ.): κράτος με κύρος και τεράστια στρατιωτική, οικονομική, πολιτική και πολιτιστική ισχύ, που έχει τη δυνατότητα άσκησης επιρροής σε παγκόσμιο επίπεδο: αναδυόμενη ~. || (κατ' επέκτ.) ~ στο μπάσκετ. [< μεσν. υπερδύναμις, αγγλ. superpower, 1944]
53212υπερέβαλαβλ. υπερβάλλω
53213υπερεγώ[ὑπερεγώ] υ-πε-ρε-γώ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΨΥΧΑΝ. (κατά τον Φρόιντ) ένα από τα τρία βασικά στοιχεία της ανθρώπινης προσωπικότητας, το οποίο ευθύνεται για την τήρηση των ηθικών και κοινωνικών αξιών: επιταγές του ~. Βλ. αυτό, εγώ. [< γερμ. Überich, γαλλ. surmoi, 1923]
53214υπερεθνικισμός[ὑπερεθνικισμός] υ-πε-ρε-θνι-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ακραίος εθνικισμός. [< αγγλ. ultranationalism]
53215υπερεθνικιστής[ὑπερεθνικιστής] υ-πε-ρε-θνι-κι-στής ουσ. (αρσ.): υποστηρικτής του υπερεθνικισμού: ακραίοι ~ές.|| (ως επίθ.) ~ής: ηγέτης. [< αγγλ. ultranationalist, γαλλ. ultranationaliste, 1915]
53216υπερεθνικιστικός, ή, ό [ὑπερεθνικιστικός] υ-πε-ρε-θνι-κι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον υπερεθνικισμό: ~ή: οργάνωση. ~ό: κόμμα. ~ές: θέσεις. [< αγγλ. ultranationalistic]
53217υπερεθνικός, ή, ό [ὑπερεθνικός] υ-πε-ρε-θνι-κός επίθ.: που είναι πάνω και πέρα από τα όρια του έθνους: ~ός: θεσμός/οργανισμός. ~ή: διάσταση (ενός προβλήματος)/ελίτ/κοινότητα/οντότητα/πολιτική. ~ό: κεφάλαιο/κράτος. ~ά: όργανα. Σε ~ό επίπεδο. Βλ. πανεθν-, υπερκρατ-ικός. ΣΥΝ. μεταεθνικός [< αγγλ. supranational, πβ. γαλλ. ~, 1911]
53218υπερειδική[ὑπερειδική] υ-πε-ρει-δι-κή ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. διαδρομή επίδειξης σε αγώνα ράλι που δεν υπολογίζεται στη βαθμολογία: ασφάλτινη/εναρκτήρια ~.
53219υπέρεισμα[ὑπέρεισμα] υ-πέ-ρει-σμα ουσ. (ουδ.) (επιστ.): υποστήριγμα. [< αρχ. ὑπέρεισμα]
53220υπερέκθεση

[ὑπερέκθεση] υ-πε-ρέκ-θε-ση ουσ. (θηλ.): έκθεση σε βλαβερούς συνήθ. παράγοντες πέρα από το φυσιολογικό ή επιτρεπτό όριο: ~ στον ήλιο.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) Η ~ στο φως μπορεί να καταστρέψει το φιλμ.|| (μτφ.) ~(: υπερβολική έκθεση) στα ΜΜΕ. [< αγγλ. overexposure, γαλλ. surexposion]

53221υπερεκκρίνει[ὑπερεκκρίνει] υ-πε-ρεκ-κρί-νει ρ. (μτβ.) {μόνο στον ενεστ.}: ΦΥΣΙΟΛ. (για κύτταρο, ιστό, αδένα, όργανο) παράγει ή αποβάλλει υπερβολική ποσότητα συνήθ. ορμόνης ή σωματικού υγρού: Σε κατάσταση άγχους ο οργανισμός ~ αδρεναλίνη.
53222υπερέκκριση[ὑπερέκκριση] υ-πε-ρέκ-κρι-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. υπερβολική παραγωγή ουσιών από τους αδένες: κολπική ~. ~ βλέννας/οιστρογόνων/ορμονών/σιέλου/σμήγματος. ΣΥΝ. υπερπαραγωγή (3) [< μτγν. ὑπερέκκρισις]
53223υπερεκλεκτικός, ή, ό [ὑπερεκλεκτικός] υ-πε-ρε-κλε-κτι-κός επίθ. 1. που έχει υπερβολικά απαιτητικό γούστο: Είναι ~ στις επιλογές του. 2. ΙΑΤΡ. που εφαρμόζεται σε πολύ συγκεκριμένο σημείο: ~ός: καθετηριασμός.
53224υπερεκμεταλλεύομαι[ὑπερεκμεταλλεύομαι] υ-πε-ρεκ-με-ταλ-λεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {υπερεκμεταλλεύ-τηκε, -τεί}: εκμεταλλεύομαι σε υπερβολικό βαθμό: Ο ανεπτυγμένος κόσμος ~εται (= κατασπαταλά) τους φυσικούς πόρους. [< αγγλ. overexploit, 1922, γαλλ. surexploiter, 1918]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.