Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [53700-53720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53195υπερδήμαρχος[ὑπερδήμαρχος] υ-περ-δή-μαρ-χος ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρόσωπο αρμόδιο για τη διοίκηση ενός υπερδήμου. Βλ. υπερνομάρχης.
53196υπερδήμος[ὑπερδῆμος] υ-περ-δή-μος ουσ. (αρσ.) (προφ.): διευρυμένη διοικητική περιφέρεια που περιλαμβάνει περισσότερους από έναν δήμους. Βλ. υπερνομαρχία.
53197υπερδιασπορά[ὑπερδιασπορά] υ-περ-δι-α-σπο-ρά ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερμεταδοτικότητα.
53198υπερδιέγερση[ὑπερδιέγερση] υ-περ-δι-έ-γερ-ση ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. ψυχική ή νευρική υπερένταση: Βρίσκεται/είναι σε ~. Η υπερκατανάλωση καφεΐνης μπορεί να προκαλέσει ~ και αϋπνία.|| ~ ωοθηκών. [< γαλλ. surexcitation]
53199υπερδιεγερσιμότητα[ὑπερδιεγερσιμότητα] υ-περ-δι-ε-γερ-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολική διεγερσιμότητα του νευρομυϊκού συστήματος που οφείλεται σε παθολογικά αίτια. Βλ. -ότητα, τετανία. [< αγγλ. overexcitability]
53200υπερδιόρθωση[ὑπερδιόρθωση] υ-περ-δι-όρ-θω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. φαινόμενο κατά το οποίο ο ομιλητής δημιουργεί πλαστούς και αντιγραμματικούς τύπους κατ' αναλογία προς άλλους τύπους που είναι σωστοί: Οκτώμβριος αντί Οκτώβριος (κατ' αναλογία προς τα: Σεπτέμβριος, Νοέμβριος). Βλ. υπεργενίκευση. 2. ΙΑΤΡ. επιπλοκή η οποία προκύπτει, όταν η διόρθωση προβλημάτων ή αλλοιώσεων για θεραπευτικούς ή αισθητικούς λόγους ξεπερνά τα επιθυμητά όρια: ~ της μυωπίας/όρασης. ~ των ρυτίδων. 3. (σπάν.) το φαινόμενο κατά το οποίο ο οδηγός στρίβει το τιμόνι περισσότερο από όσο χρειάζεται, στην προσπάθειά του να ισορροπήσει το αυτοκίνητο μετά από υπερστροφή, με αποτέλεσμα το πίσω μέρος του αυτοκινήτου να γλιστρήσει απότομα προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή της στροφής. [< 1: αγγλ. hypercorrection, 1934, 2,3: αγγλ. overcorrection]
53201υπερδιπλασιάζω[ὑπερδιπλασιάζω] υ-περ-δι-πλα-σι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {υπερδιπλασία-σε, υπερδιπλασιά-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί}: αυξάνω κάτι περισσότερο από το διπλάσιο: Το πρώτο τρίμηνο η εταιρεία ~σε τα κέρδη της. Βλ. υποδιπλασιάζω.
53202υπερδιπλασιασμός[ὑπερδιπλασιασμός] υ-περ-δι-πλα-σι-α-σμός ουσ. (αρσ.): το αποτέλεσμα του υπερδιπλασιάζω: ~ των κερδών/πωλήσεων. ~ του πληθυσμού. Βλ. υποδιπλασιασμός.
53203υπερδιπλάσιος, α, ο [ὑπερδιπλάσιος] υ-περ-δι-πλά-σι-ος επίθ.: που είναι παραπάνω από διπλάσιος: ~ος: αριθμός (ατόμων)/χρόνος (εκτέλεσης των έργων). ~α: ποσότητα/τιμή. ~ο: κόστος/ποσοστό. Πολλές μετοχές σημείωσαν ~α άνοδο.
53204υπέρδιπλος, η, ο [ὑπέρδιπλος] υ-πέρ-δι-πλος επίθ.: που το πλάτος του είναι πιο μεγάλο από εκείνο του διπλού: ~ο: κρεβάτι/πάπλωμα/στρώμα. ~α: σεντόνια. Βλ. -διπλος, ημίδιπλος.
53205υπερδισύλλαβος, η, ο [ὑπερδισύλλαβος] υ-περ-δι-σύλ-λα-βος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για λέξη) που έχει πάνω από δύο συλλαβές: ~ο: ουσιαστικό/ρήμα. Βλ. -σύλλαβος. [< μτγν. ὑπερδισύλλαβος]
53206υπερδομή[ὑπερδομή] υ-περ-δο-μή ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. υπερκατασκευή: Η σκάλα οδηγεί από το ισόγειο στην ~. Βλ. ανωδομή, επιδομή.|| ~ του πλοίου. 2. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. εποικοδόμημα. Βλ. βάση, υποδομή. 3. ΓΛΩΣΣ. η τυπική οργάνωση ενός κειμενικού είδους: ~ της αφήγησης. [< 1: γαλλ. superstructure]
53207υπερδόμηση[ὑπερδόμηση] υ-περ-δό-μη-ση ουσ. (θηλ.): υπερβολική δόμηση, κατασκευή κτιρίων: ~ της περιοχής.
53208υπερδοσολογία[ὑπερδοσολογία] υ-περ-δο-σο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): χορήγηση ή λήψη υπερβολικής δόσης, κυρ. φαρμάκων, και η κατάσταση που προκύπτει από αυτή: ~ βιταμινών.|| Οξεία ~. [< αγγλ. overdosage, 1922, γαλλ. surdosage, 1964]
53209υπερδραστήριος, α, ο [ὑπερδραστήριος] υ-περ-δρα-στή-ρι-ος επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από έντονη δραστηριότητα ή υπερλειτουργία. ~ο: άτομο. Σεξουαλικά ~ (πβ. υπερσεξουαλικός). Πβ. πολυ-άσχολος, -πράγμων. Βλ. ενεργητικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~α: κύστη (= υπερλειτουργική). ~ο: ανοσοποιητικό σύστημα. 2. ΨΥΧΟΛ. (κυρ. για παιδιά) που παρουσιάζει αφύσικα αυξημένη σωματική δραστηριότητα· κατ' επέκτ. υπερκινητικός. [< γαλλ. γαλλ. hyperactif, αγγλ. hyperactive]
53210υπερδραστηριότητα[ὑπερδραστηριότητα] υ-περ-δρα-στη-ρι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. έντονη δραστηριότητα· κατ' επέκτ. υπερλειτουργία: ηφαιστειακή ~.|| Σεξουαλική ~ (πβ. υπερσεξουαλικότητα).|| (ΙΑΤΡ.) Βρογχική ~. ~ του θυρεοειδούς αδένα (πβ. υπερθυρεοειδισμός). Βλ. -ότητα. 2. ΨΥΧΟΛ. αφύσικα αυξημένη σωματική δραστηριότητα η οποία παρατηρείται κυρ. στα παιδιά και αποτελεί σύμπτωμα της υπερκινητικότητας· κατ' επέκτ. υπερκινητικότητα. Βλ. μαθησιακές δυσκολίες, υπερδιέγερση. [< γαλλ. hyperactivité, 1900, αγγλ. hyperactivity]
53211υπερδύναμη[ὑπερδύναμη] υ-περ-δύ-να-μη ουσ. (θηλ.): κράτος με κύρος και τεράστια στρατιωτική, οικονομική, πολιτική και πολιτιστική ισχύ, που έχει τη δυνατότητα άσκησης επιρροής σε παγκόσμιο επίπεδο: αναδυόμενη ~. || (κατ' επέκτ.) ~ στο μπάσκετ. [< μεσν. υπερδύναμις, αγγλ. superpower, 1944]
53212υπερέβαλαβλ. υπερβάλλω
53213υπερεγώ[ὑπερεγώ] υ-πε-ρε-γώ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΨΥΧΑΝ. (κατά τον Φρόιντ) ένα από τα τρία βασικά στοιχεία της ανθρώπινης προσωπικότητας, το οποίο ευθύνεται για την τήρηση των ηθικών και κοινωνικών αξιών: επιταγές του ~. Βλ. αυτό, εγώ. [< γερμ. Überich, γαλλ. surmoi, 1923]
53214υπερεθνικισμός[ὑπερεθνικισμός] υ-πε-ρε-θνι-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ακραίος εθνικισμός. [< αγγλ. ultranationalism]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.