| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53225 | υπερεκμετάλλευση | [ὑπερεκμετάλλευση] υ-πε-ρεκ-με-τάλ-λευ-ση ουσ. (θηλ.): αλόγιστη εκμετάλλευση: ~ του εδάφους/των πλουτοπαραγωγικών πηγών/της φύσης. Εξάντληση των αποθεμάτων (ενέργειας/νερού) λόγω ~ης. Πβ. κατασπατάληση, υπερχρήση.|| Τουριστική ~ των ακτών/του τόπου. Πβ. τουριστικοποίηση. [< αγγλ. overexploitation, 1961, γαλλ. surexploitation, 1968] | |
| 53226 | υπερεκπροσώπηση | [ὑπερεκπροσώπηση] υ-πε-ρεκ-προ-σώ-πη-ση ουσ. (θηλ.): ιδιαίτερα αυξημένη σε αριθμό εκπροσώπηση. ΑΝΤ. υποεκπροσώπηση [< αγγλ. overrepresentation] | |
| 53227 | υπερέκταση | [ὑπερέκταση] υ-πε-ρέ-κτα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. τέντωμα άρθρωσης ή μέλους του σώματος περισσότερο από το φυσιολογικό: ~ του αυχένα/της κεφαλής/σπονδυλικής στήλης. 2. ΓΥΜΝ. άσκηση κατά την οποία γέρνει κάποιος το σώμα προς τα πίσω μέχρις ότου τα χέρια ακουμπήσουν το έδαφος. [< 1: αγγλ. hyperextension] | |
| 53228 | υπερεκτείνω | [ὑπερεκτείνω] υ-πε-ρε-κτεί-νω ρ. (μτβ.) {υπερεκταθεί} 1. τεντώνω άρθρωση ή μέλος του σώματος υπερβολικά. 2. ΓΥΜΝ. κάνω υπερέκταση. [< μτγν. ὑπερεκτείνω 'τεντώνω υπερβολικά', αγγλ. hyperextend] | |
| 53229 | υπερεκτιμημένος | , η, ο [ὑπερεκτιμημένος] υ-πε-ρε-κτι-μη-μέ-νος επίθ.: που έχει υπερεκτιμηθεί: ~ος: ηθοποιός/παίκτης. ~η: ταινία. ~ο: βιβλίο. Πβ. υπερτιμημένος. | |
| 53230 | υπερεκτίμηση | [ὑπερεκτίμηση] υ-πε-ρε-κτί-μη-ση ουσ. (θηλ.): απόδοση υπερβολικής αξίας: Η ~ των δυνατοτήτων/ικανοτήτων τους οδήγησε σε λανθασμένες αποφάσεις. ~ των εσόδων της εταιρείας. ΣΥΝ. υπερτίμηση (3) ΑΝΤ. υποεκτίμηση | |
| 53231 | υπερεκτιμώ | [ὑπερεκτιμῶ] υ-πε-ρε-κτι-μώ ρ. (μτβ.) {υπερεκτιμ-άς ... | υπερεκτίμ-ησε, -άται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} 1. αποδίδω αξία πολύ μεγαλύτερη από την πραγματική: ~ά τις δυνάμεις/τις ικανότητές του. Ο ρόλος του στην υπόθεση έχει ~ηθεί. ΣΥΝ. υπερτιμώ (1) ΑΝΤ. υποτιμώ (1) 2. (εμφατ.) εκτιμώ πάρα πολύ, αφάνταστα, απεριόριστα: Τον ~, γιατί μου στάθηκε σε δύσκολες ώρες. [< μεσν. υπερεκτιμώ] | |
| 53232 | υπερεκχείλιση | [ὑπερεκχείλιση] υ-πε-ρεκ-χεί-λι-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.): υπερχείλιση. Πβ. ξεχείλισμα. | |
| 53233 | υπερένδοξος | , η/ος, ο [ὑπερένδοξος] υ-πε-ρέν-δο-ξος επίθ. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Υ): ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία του Θεού και της Παναγίας. Βλ. υπερύμνητος. [< μτγν. ὑπερένδοξος] | |
| 53234 | υπερένταση | [ὑπερένταση] υ-πε-ρέ-ντα-ση ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση έντονης διέγερσης του νευρικού συστήματος, υπερδιέγερση: σωματική/ψυχική ~. Βρίσκομαι/είμαι σε ~. Έχω/προκαλώ ~. Πβ. μπρίζωμα.|| (ΑΘΛ.) Απέκρουσε/έδιωξε με ~ την μπάλα (: με μεγάλη προσπάθεια). 2. ΦΥΣ. κατάσταση ηλεκτρικού κυκλώματος κατά την οποία η ένταση του ρεύματος ξεπερνά την προβλεπόμενη τιμή, με αποτέλεσμα την υπερβολική ανάπτυξη θερμότητας στον αγωγό ηλεκτρικού ρεύματος: ρελέ ~ης. Προστασία από ~. [< 2: γαλλ. surintensité, 1909] | |
| 53235 | υπερεντατικοποίηση | [ὑπερεντατικοποίηση] υ-πε-ρε-ντα-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): υπερβολική εντατικοποίηση: ~ της εργασίας. Βλ. -ποίηση. | |
| 53236 | υπερεντατικός | , ή, ό [ὑπερεντατικός] υ-πε-ρε-ντα-τι-κός επίθ.: εξαιρετικά εντατικός: ~ή: αλιεία (= υπεραλίευση)/καλλιέργεια/χρήση (= υπερχρήση). ~ό: πρόγραμμα (προετοιμασίας). ~ά: τμήματα (αγγλικής γλώσσας/για αρχάριους). ~ή εκμετάλλευση (= υπερεκμετάλλευση) του πετρελαίου/υπεδάφους. Το έργο προχωρά με ~ούς ρυθμούς. ● επίρρ.: υπερεντατικά [< αγγλ. super-intensive] | |
| 53237 | υπερεξουσία | [ὑπερεξουσία] υ-πε-ρε-ξου-σί-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: το σύνολο των δικαιωμάτων και αρμοδιοτήτων που ενισχύουν μια εξουσία ή ένα αξίωμα εκτός θεσμικού πλαισίου: επιτροπή/πρόεδρος με ~ες. | |
| 53238 | υπερεπαγγελματισμός | [ὑπερεπαγγελματισμός] υ-πε-ρε-παγ-γελ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): υπερβολική αύξηση του αριθμού των εργαζομένων σε κάποιο επάγγελμα. Βλ. -ισμός. | |
| 53239 | υπερεπαρκεί | [ὑπερεπαρκεῖ] υ-πε-ρε-παρ-κεί ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (επιτατ.): επαρκεί σε υπερβολικό βαθμό: Τα χρήματα που πήρα ~ούν (= αρκούν και με το παραπάνω) για τα πρώτα έξοδα. Το αντλούμενο νερό ~ για την υδροδότηση του χωριού. Πβ. υπεραφθονεί. ΣΥΝ. περισσεύει (2) [< αγγλ. overabound] | |
| 53240 | υπερεπάρκεια | [ὑπερεπάρκεια] υ-πε-ρε-πάρ-κει-α ουσ. (θηλ.): υπεραφθονία, περίσσεια: ~ αγαθών/κεφαλαίων/προσωπικού. Συστατικό σε ~. Πβ. υπερκορεσμός. ΑΝΤ. ανεπάρκεια (1), έλλειψη (1) [< αγγλ. overabundance] | |
| 53241 | υπερεπαρκής | , ής, ές [ὑπερεπαρκής] υ-πε-ρε-παρ-κής επίθ.: που υπάρχει σε αφθονία, που περισσεύει: ~ής: χρόνος/χώρος. ΣΥΝ. υπεράφθονος ● επίρρ.: υπερεπαρκώς [-ῶς] [< αγγλ. overabundant] | |
| 53242 | υπερεπείγων | , ουσα, ον [ὑπερεπείγων] υ-πε-ρε-πεί-γων επίθ.: που είναι εξαιρετικά επείγων: ~ουσα: ανάγκη. ~ον: έγγραφο/έργο. ~οντα: περιστατικά. ΣΥΝ. κατεπείγων | |
| 53243 | υπερεργασία | [ὑπερεργασία] υ-πε-ρερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.): εργασία που παρέχεται πέρα από το συμβατικό ωράριο και μέχρι τη συμπλήρωση του νόμιμου ωραρίου του μισθωτού: απλήρωτη/υποχρεωτική ~. Βλ. υπερωρία. | |
| 53244 | υπερευαισθησία | [ὑπερευαισθησία] υ-πε-ρευ-αι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. υπερβολική ανοσοποιητική αντίδραση του οργανισμού σε ένα εξωτερικό ερέθισμα στο οποίο έχει ευαισθησία: άμεση/οδοντική/τροφική ~. Σύνδρομο ~ας. Έχει ~ στην πενικιλίνη/στο φως. Πβ. αλλεργία. Βλ. υπεραισθησία. 2. (μτφ.) υπερβολική ευαισθησία· κατ' επέκτ. ευθιξία: Έχει ~ σε κοινωνικά ζητήματα.|| Η ~ του συχνά τον οδηγεί σε προστριβές με τους γύρω του. 3. ΒΟΤ. μηχανισμός άμυνας των φυτών, όταν προσβάλλονται από παθογόνους οργανισμούς, ο οποίος χαρακτηρίζεται από γρήγορη νέκρωση των προσβεβλημένων και γειτονικών τους κυττάρων, προκειμένου να παρεμποδιστεί η επέκταση της μόλυνσης. [< γερμ. Überempfindlichkeit] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ