Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [53720-53740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53215υπερεθνικιστής[ὑπερεθνικιστής] υ-πε-ρε-θνι-κι-στής ουσ. (αρσ.): υποστηρικτής του υπερεθνικισμού: ακραίοι ~ές.|| (ως επίθ.) ~ής: ηγέτης. [< αγγλ. ultranationalist, γαλλ. ultranationaliste, 1915]
53216υπερεθνικιστικός, ή, ό [ὑπερεθνικιστικός] υ-πε-ρε-θνι-κι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον υπερεθνικισμό: ~ή: οργάνωση. ~ό: κόμμα. ~ές: θέσεις. [< αγγλ. ultranationalistic]
53217υπερεθνικός, ή, ό [ὑπερεθνικός] υ-πε-ρε-θνι-κός επίθ.: που είναι πάνω και πέρα από τα όρια του έθνους: ~ός: θεσμός/οργανισμός. ~ή: διάσταση (ενός προβλήματος)/ελίτ/κοινότητα/οντότητα/πολιτική. ~ό: κεφάλαιο/κράτος. ~ά: όργανα. Σε ~ό επίπεδο. Βλ. πανεθν-, υπερκρατ-ικός. ΣΥΝ. μεταεθνικός [< αγγλ. supranational, πβ. γαλλ. ~, 1911]
53218υπερειδική[ὑπερειδική] υ-πε-ρει-δι-κή ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. διαδρομή επίδειξης σε αγώνα ράλι που δεν υπολογίζεται στη βαθμολογία: ασφάλτινη/εναρκτήρια ~.
53219υπέρεισμα[ὑπέρεισμα] υ-πέ-ρει-σμα ουσ. (ουδ.) (επιστ.): υποστήριγμα. [< αρχ. ὑπέρεισμα]
53220υπερέκθεση

[ὑπερέκθεση] υ-πε-ρέκ-θε-ση ουσ. (θηλ.): έκθεση σε βλαβερούς συνήθ. παράγοντες πέρα από το φυσιολογικό ή επιτρεπτό όριο: ~ στον ήλιο.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) Η ~ στο φως μπορεί να καταστρέψει το φιλμ.|| (μτφ.) ~(: υπερβολική έκθεση) στα ΜΜΕ. [< αγγλ. overexposure, γαλλ. surexposion]

53221υπερεκκρίνει[ὑπερεκκρίνει] υ-πε-ρεκ-κρί-νει ρ. (μτβ.) {μόνο στον ενεστ.}: ΦΥΣΙΟΛ. (για κύτταρο, ιστό, αδένα, όργανο) παράγει ή αποβάλλει υπερβολική ποσότητα συνήθ. ορμόνης ή σωματικού υγρού: Σε κατάσταση άγχους ο οργανισμός ~ αδρεναλίνη.
53222υπερέκκριση[ὑπερέκκριση] υ-πε-ρέκ-κρι-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. υπερβολική παραγωγή ουσιών από τους αδένες: κολπική ~. ~ βλέννας/οιστρογόνων/ορμονών/σιέλου/σμήγματος. ΣΥΝ. υπερπαραγωγή (3) [< μτγν. ὑπερέκκρισις]
53223υπερεκλεκτικός, ή, ό [ὑπερεκλεκτικός] υ-πε-ρε-κλε-κτι-κός επίθ. 1. που έχει υπερβολικά απαιτητικό γούστο: Είναι ~ στις επιλογές του. 2. ΙΑΤΡ. που εφαρμόζεται σε πολύ συγκεκριμένο σημείο: ~ός: καθετηριασμός.
53224υπερεκμεταλλεύομαι[ὑπερεκμεταλλεύομαι] υ-πε-ρεκ-με-ταλ-λεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {υπερεκμεταλλεύ-τηκε, -τεί}: εκμεταλλεύομαι σε υπερβολικό βαθμό: Ο ανεπτυγμένος κόσμος ~εται (= κατασπαταλά) τους φυσικούς πόρους. [< αγγλ. overexploit, 1922, γαλλ. surexploiter, 1918]
53225υπερεκμετάλλευση[ὑπερεκμετάλλευση] υ-πε-ρεκ-με-τάλ-λευ-ση ουσ. (θηλ.): αλόγιστη εκμετάλλευση: ~ του εδάφους/των πλουτοπαραγωγικών πηγών/της φύσης. Εξάντληση των αποθεμάτων (ενέργειας/νερού) λόγω ~ης. Πβ. κατασπατάληση, υπερχρήση.|| Τουριστική ~ των ακτών/του τόπου. Πβ. τουριστικοποίηση. [< αγγλ. overexploitation, 1961, γαλλ. surexploitation, 1968]
53226υπερεκπροσώπηση[ὑπερεκπροσώπηση] υ-πε-ρεκ-προ-σώ-πη-ση ουσ. (θηλ.): ιδιαίτερα αυξημένη σε αριθμό εκπροσώπηση. ΑΝΤ. υποεκπροσώπηση [< αγγλ. overrepresentation]
53227υπερέκταση[ὑπερέκταση] υ-πε-ρέ-κτα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. τέντωμα άρθρωσης ή μέλους του σώματος περισσότερο από το φυσιολογικό: ~ του αυχένα/της κεφαλής/σπονδυλικής στήλης. 2. ΓΥΜΝ. άσκηση κατά την οποία γέρνει κάποιος το σώμα προς τα πίσω μέχρις ότου τα χέρια ακουμπήσουν το έδαφος. [< 1: αγγλ. hyperextension]
53228υπερεκτείνω[ὑπερεκτείνω] υ-πε-ρε-κτεί-νω ρ. (μτβ.) {υπερεκταθεί} 1. τεντώνω άρθρωση ή μέλος του σώματος υπερβολικά. 2. ΓΥΜΝ. κάνω υπερέκταση. [< μτγν. ὑπερεκτείνω 'τεντώνω υπερβολικά', αγγλ. hyperextend]
53229υπερεκτιμημένος, η, ο [ὑπερεκτιμημένος] υ-πε-ρε-κτι-μη-μέ-νος επίθ.: που έχει υπερεκτιμηθεί: ~ος: ηθοποιός/παίκτης. ~η: ταινία. ~ο: βιβλίο. Πβ. υπερτιμημένος.
53230υπερεκτίμηση[ὑπερεκτίμηση] υ-πε-ρε-κτί-μη-ση ουσ. (θηλ.): απόδοση υπερβολικής αξίας: Η ~ των δυνατοτήτων/ικανοτήτων τους οδήγησε σε λανθασμένες αποφάσεις. ~ των εσόδων της εταιρείας. ΣΥΝ. υπερτίμηση (3) ΑΝΤ. υποεκτίμηση
53231υπερεκτιμώ[ὑπερεκτιμῶ] υ-πε-ρε-κτι-μώ ρ. (μτβ.) {υπερεκτιμ-άς ... | υπερεκτίμ-ησε, -άται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} 1. αποδίδω αξία πολύ μεγαλύτερη από την πραγματική: ~ά τις δυνάμεις/τις ικανότητές του. Ο ρόλος του στην υπόθεση έχει ~ηθεί. ΣΥΝ. υπερτιμώ (1) ΑΝΤ. υποτιμώ (1) 2. (εμφατ.) εκτιμώ πάρα πολύ, αφάνταστα, απεριόριστα: Τον ~, γιατί μου στάθηκε σε δύσκολες ώρες. [< μεσν. υπερεκτιμώ]
53232υπερεκχείλιση[ὑπερεκχείλιση] υ-πε-ρεκ-χεί-λι-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.): υπερχείλιση. Πβ. ξεχείλισμα.
53233υπερένδοξος, η/ος, ο [ὑπερένδοξος] υ-πε-ρέν-δο-ξος επίθ. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Υ): ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία του Θεού και της Παναγίας. Βλ. υπερύμνητος. [< μτγν. ὑπερένδοξος]
53234υπερένταση[ὑπερένταση] υ-πε-ρέ-ντα-ση ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση έντονης διέγερσης του νευρικού συστήματος, υπερδιέγερση: σωματική/ψυχική ~. Βρίσκομαι/είμαι σε ~. Έχω/προκαλώ ~. Πβ. μπρίζωμα.|| (ΑΘΛ.) Απέκρουσε/έδιωξε με ~ την μπάλα (: με μεγάλη προσπάθεια). 2. ΦΥΣ. κατάσταση ηλεκτρικού κυκλώματος κατά την οποία η ένταση του ρεύματος ξεπερνά την προβλεπόμενη τιμή, με αποτέλεσμα την υπερβολική ανάπτυξη θερμότητας στον αγωγό ηλεκτρικού ρεύματος: ρελέ ~ης. Προστασία από ~. [< 2: γαλλ. surintensité, 1909]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.