| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53245 | υπερευαίσθητος | , η, ο [ὑπερευαίσθητος] υ-πε-ρευ-αί-σθη-τος επίθ. (επιτατ.) 1. που παρουσιάζει μεγάλη ευαισθησία σε εξωτερικά ερεθίσματα· αλλεργικός: ~ο: δέρμα.|| ~η: κάμερα. ~ο: μικρόφωνο.|| Είναι ~ στο τσίμπημα των μελισσών. 2. υπερβολικά ευαίσθητος· κατ' επέκτ. εύθικτος: Είναι ~η και κλαίει εύκολα.|| Είναι ~ στην κριτική και συχνά προσβάλλεται. 3. ευαισθητοποιημένος σε κάποιο ζήτημα: Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ~η σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. [< γερμ. überempfindlich, γαλλ. hypersensible, 1907] | |
| 53246 | υπερευχαριστημένος | , η, ο [ὑπερευχαριστημένος] υ-πε-ρευ-χα-ρι-στη-μέ-νος επίθ.: πάρα πολύ ικανοποιημένος: Έμεινα ~ από την άψογη εξυπηρέτηση του καταστήματος. Είμαι ~ με το αποτέλεσμα. | |
| 53247 | υπερευχαριστώ | [ὑπερευχαριστῶ] υ-πε-ρευ-χα-ρι-στώ ρ. (μτβ.) {υπερευχαριστ-είς ... | υπερευχαρίστ-ησε} (επιτατ.): εκφράζω τις θερμές ευχαριστίες μου: Σε ~ για τη βοήθειά σου. Πβ. κατευχαριστώ. [< μτγν. ὑπερευχαριστῶ] | |
| 53248 | υπερέχω | [ὑπερέχω] υ-πε-ρέ-χω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {υπερείχα, υπερέχ-οντας, (λόγ.) μτχ. ενεστ. -ων, -ουσα, -ον}: είμαι καλύτερος ή ανώτερος από κάποιον ή κάτι, πλεονεκτώ: (+ γεν.) Η χώρα ~ει (έναντι) των γειτονικών της σε εξαγωγές. ~ει: αισθητά/αναμφίβολα/σαφώς.|| Βρίσκεται σε ~ουσα θέση. ΑΝΤ. μειονεκτώ ● ΦΡ.: υπερέχει στα σημεία: υπερτερεί στις λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά: Ο αγώνας θα είναι δύσκολος, αλλά η γηπεδούχος ομάδα ~ ~. [< αρχ. ὑπερέχω] | |
| 53249 | υπερήλικος | , η, ο [ὑπερήλικος] υ-πε-ρή-λι-κος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -ίκου} & (προφ.) υπερήλικας {υπερήλικ-ες}: (για πρόσ.) που είναι πολύ μεγάλης ηλικίας: ~ο: ζευγάρι. ~οι/~ες: γονείς.|| (ως ουσ.) Ανασφάλιστοι ~ες. Ελάχιστοι ~οι κατοικούν στο χωριό. Οίκοι/σύνταξη/φροντίδα ~ίκων. Πβ. υπέργηρος. Βλ. αν-, εν-, μεσ-ήλικος.|| (μτφ.) ~ο: πλοίο. [< μτγν. ὑπερῆλιξ] | |
| 53250 | υπερημερία | [ὑπερημερία] υ-πε-ρη-με-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. παράλειψη εκπλήρωσης οικονομικής κυρ. υποχρέωσης εντός ορισμένης προθεσμίας και οι σχετικές έννομες συνέπειες: επιτόκιο/μισθοί/τόκοι ~ας. ~ του δανειστή/εργοδότη/οφειλέτη. Σε κατάσταση ~ας/σε ~. Βλ. δυστροπία. [< αρχ. ὑπερημερία· πβ. γαλλ. intérêt de retard] | |
| 53251 | υπερήμερος | , η, ο [ὑπερήμερος] υ-πε-ρή-με-ρος επίθ. ΝΟΜ. 1. που δεν φέρει σε πέρας μια οικονομική κυρ. υποχρέωση μέσα σε προκαθορισμένα χρονικά όρια: ~ος: δανειστής/οφειλέτης. 2. που ξεπερνά την προθεσμία η οποία έχει καθοριστεί για την εκπλήρωσή του: ~ες: πληρωμές. ~α: δάνεια. Πβ. εκπρόθεσμος. Βλ. -ήμερος. [< αρχ. ὑπερήμερος ‘που καθιστερεί την πληρωμή’] | |
| 53252 | υπερήρωας | [ὑπερήρωας] υ-πε-ρή-ρω-ας ουσ. (αρσ.): φανταστικός χαρακτήρας συνήθ. των κόμικς, ο οποίος διαθέτει υπερφυσικές δυνάμεις και πολεμά εναντίον του κακού. Πβ. σούπερμαν. [< αγγλ. superhero, 1917, γαλλ. super-héros, 1974] | |
| 53253 | υπερηφάνεια | βλ. περηφάνια | |
| 53254 | υπερηφανεύομαι | βλ. περηφανεύομαι | |
| 53255 | υπερήφανος | , η, ο βλ. περήφανος | |
| 53256 | υπερηχητικός | , ή, ό [ὑπερηχητικός] υ-πε-ρη-χη-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που αναφέρεται στους υπερήχους ή στη χρήση τους· κατ' επέκτ. που έχει ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτή του ήχου: ~ή: απεικόνιση (του εμβρύου)/εξέταση/τεχνολογία. ~ά: κύματα.|| ~ή: πτήση. ~ό: αεροπλάνο/τρένο. ΑΝΤ. υποηχητικός [< αγγλ. supersonic, 1919, ultrasonic, 1923] | |
| 53257 | υπερηχογράφημα | [ὑπερηχογράφημα] υ-πε-ρη-χο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. διάγραμμα το οποίο απεικονίζει εσωτερικά όργανα ή περιοχές του ανθρώπινου σώματος με τη χρήση υπερήχων· κατ' επέκτ. υπερηχογραφία: γυναικολογικό/διεγχειρητικό/έγχρωμο (= τρίπλεξ)/ενδοστεφανιαίο/κολπικό/τρισδιάστατο ~. ~ αρτηριών/ήπατος/θυρεοειδούς/καρδιάς/(άνω/κάτω) κοιλίας/μαστού/μήτρας/νεφρών/ωοθηκών. Βλ. -γράφημα. ΣΥΝ. υπερηχοτομογράφημα [< αγγλ. ultrasonogram, 1950] | |
| 53258 | υπερηχογραφία | [ὑπερηχογραφία] υ-πε-ρη-χο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαγνωστική μέθοδος η οποία χρησιμοποιεί υπερήχους για την απεικόνιση εσωτερικών δομών του ανθρώπινου σώματος: μαιευτική/τρισδιάστατη ~. Βλ. -γραφία. ΣΥΝ. υπερηχοτομογραφία [< αγγλ. ultrasonography, 1951] | |
| 53259 | υπερηχογραφικός | , ή, ό [ὑπερηχογραφικός] υ-πε-ρη-χο-γρα-φι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που διενεργείται με υπερηχογράφημα ή σχετίζεται με αυτό: ~ός: έλεγχος. ~ή: απεικόνιση/εξέταση/παρακολούθηση.|| ~οί: δείκτες (χρωμοσωμικών ανωμαλιών). ~ά: ευρήματα. Βλ. ακτινογραφικός. ΣΥΝ. υπερηχοτομογραφικός ● επίρρ.: υπερηχογραφικά [< αγγλ. ultrasonographic] | |
| 53260 | υπερηχογράφος | [ὑπερηχογράφος] υ-πε-ρη-χο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που χρησιμοποιείται για τη διενέργεια υπερηχογραφημάτων. Βλ. -γράφος, ηχοβολέας. ΣΥΝ. υπερηχοτομογράφος [< αγγλ. ultrasonograph, 1975] | |
| 53261 | υπερηχοκαρδιογράφημα | [ὑπερηχοκαρδιογράφημα] υ-πε-ρη-χο-καρ-δι-ο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. απεικόνιση της καρδιάς με τη χρήση υπερήχων, η οποία συμβάλλει στη διάγνωση ανατομικών και λειτουργικών διαταραχών. Βλ. -γράφημα. ΣΥΝ. ηχοκαρδιογράφημα | |
| 53262 | υπερηχοκαρδιογραφία | [ὑπερηχοκαρδιογραφία] υ-πε-ρη-χο-καρ-δι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαγνωστική μέθοδος με χρήση υπερήχων για την εξέταση της δομής και της λειτουργίας της καρδιάς. Βλ. -γραφία. ΣΥΝ. ηχοκαρδιογραφία | |
| 53263 | υπέρηχος | [ὑπέρηχος] υ-πέ-ρη-χος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ήχου}: ΦΥΣ. ηχητικό κύμα ή άλλη ταλάντωση με συχνότητα υψηλότερη από αυτή που μπορεί να γίνει αντιληπτή με την ανθρώπινη ακοή (πάνω από 20.000 Hz), η οποία χρησιμοποιείται κυρ. για διαγνωστικούς και θεραπευτικούς σκοπούς· συνεκδ. υπερηχογράφημα: θεραπεία με ~ους. Η εξέταση του εμβρύου γίνεται με τη χρήση ~ήχων.|| Κοιλιακός/κολπικός ~. ~ θυρεοειδούς/καρδιάς/μαστού/ωοθηκών. Εξέταση/συσκευή (= υπερηχογράφος) ~ου. Κάνω ~ο. Βλ. υπόηχος. [< αγγλ. ultrasound, 1923, γαλλ. ultrason, 1936] | |
| 53264 | υπερηχοτομογράφημα | [ὑπερηχοτομογράφημα] υ-πε-ρη-χο-το-μο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. υπερηχογράφημα. Βλ. -γράφημα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ