Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [53740-53760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53235υπερεντατικοποίηση[ὑπερεντατικοποίηση] υ-πε-ρε-ντα-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): υπερβολική εντατικοποίηση: ~ της εργασίας. Βλ. -ποίηση.
53236υπερεντατικός, ή, ό [ὑπερεντατικός] υ-πε-ρε-ντα-τι-κός επίθ.: εξαιρετικά εντατικός: ~ή: αλιεία (= υπεραλίευση)/καλλιέργεια/χρήση (= υπερχρήση). ~ό: πρόγραμμα (προετοιμασίας). ~ά: τμήματα (αγγλικής γλώσσας/για αρχάριους). ~ή εκμετάλλευση (= υπερεκμετάλλευση) του πετρελαίου/υπεδάφους. Το έργο προχωρά με ~ούς ρυθμούς. ● επίρρ.: υπερεντατικά [< αγγλ. super-intensive]
53237υπερεξουσία[ὑπερεξουσία] υ-πε-ρε-ξου-σί-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: το σύνολο των δικαιωμάτων και αρμοδιοτήτων που ενισχύουν μια εξουσία ή ένα αξίωμα εκτός θεσμικού πλαισίου: επιτροπή/πρόεδρος με ~ες.
53238υπερεπαγγελματισμός[ὑπερεπαγγελματισμός] υ-πε-ρε-παγ-γελ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): υπερβολική αύξηση του αριθμού των εργαζομένων σε κάποιο επάγγελμα. Βλ. -ισμός.
53239υπερεπαρκεί[ὑπερεπαρκεῖ] υ-πε-ρε-παρ-κεί ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (επιτατ.): επαρκεί σε υπερβολικό βαθμό: Τα χρήματα που πήρα ~ούν (= αρκούν και με το παραπάνω) για τα πρώτα έξοδα. Το αντλούμενο νερό ~ για την υδροδότηση του χωριού. Πβ. υπεραφθονεί. ΣΥΝ. περισσεύει (2) [< αγγλ. overabound]
53240υπερεπάρκεια[ὑπερεπάρκεια] υ-πε-ρε-πάρ-κει-α ουσ. (θηλ.): υπεραφθονία, περίσσεια: ~ αγαθών/κεφαλαίων/προσωπικού. Συστατικό σε ~. Πβ. υπερκορεσμός. ΑΝΤ. ανεπάρκεια (1), έλλειψη (1) [< αγγλ. overabundance]
53241υπερεπαρκής, ής, ές [ὑπερεπαρκής] υ-πε-ρε-παρ-κής επίθ.: που υπάρχει σε αφθονία, που περισσεύει: ~ής: χρόνος/χώρος. ΣΥΝ. υπεράφθονος ● επίρρ.: υπερεπαρκώς [-ῶς] [< αγγλ. overabundant]
53242υπερεπείγων, ουσα, ον [ὑπερεπείγων] υ-πε-ρε-πεί-γων επίθ.: που είναι εξαιρετικά επείγων: ~ουσα: ανάγκη. ~ον: έγγραφο/έργο. ~οντα: περιστατικά. ΣΥΝ. κατεπείγων
53243υπερεργασία[ὑπερεργασία] υ-πε-ρερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.): εργασία που παρέχεται πέρα από το συμβατικό ωράριο και μέχρι τη συμπλήρωση του νόμιμου ωραρίου του μισθωτού: απλήρωτη/υποχρεωτική ~. Βλ. υπερωρία.
53244υπερευαισθησία[ὑπερευαισθησία] υ-πε-ρευ-αι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. υπερβολική ανοσοποιητική αντίδραση του οργανισμού σε ένα εξωτερικό ερέθισμα στο οποίο έχει ευαισθησία: άμεση/οδοντική/τροφική ~. Σύνδρομο ~ας. Έχει ~ στην πενικιλίνη/στο φως. Πβ. αλλεργία. Βλ. υπεραισθησία. 2. (μτφ.) υπερβολική ευαισθησία· κατ' επέκτ. ευθιξία: Έχει ~ σε κοινωνικά ζητήματα.|| Η ~ του συχνά τον οδηγεί σε προστριβές με τους γύρω του. 3. ΒΟΤ. μηχανισμός άμυνας των φυτών, όταν προσβάλλονται από παθογόνους οργανισμούς, ο οποίος χαρακτηρίζεται από γρήγορη νέκρωση των προσβεβλημένων και γειτονικών τους κυττάρων, προκειμένου να παρεμποδιστεί η επέκταση της μόλυνσης. [< γερμ. Überempfindlichkeit]
53245υπερευαίσθητος, η, ο [ὑπερευαίσθητος] υ-πε-ρευ-αί-σθη-τος επίθ. (επιτατ.) 1. που παρουσιάζει μεγάλη ευαισθησία σε εξωτερικά ερεθίσματα· αλλεργικός: ~ο: δέρμα.|| ~η: κάμερα. ~ο: μικρόφωνο.|| Είναι ~ στο τσίμπημα των μελισσών. 2. υπερβολικά ευαίσθητος· κατ' επέκτ. εύθικτος: Είναι ~η και κλαίει εύκολα.|| Είναι ~ στην κριτική και συχνά προσβάλλεται. 3. ευαισθητοποιημένος σε κάποιο ζήτημα: Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ~η σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. [< γερμ. überempfindlich, γαλλ. hypersensible, 1907]
53246υπερευχαριστημένος, η, ο [ὑπερευχαριστημένος] υ-πε-ρευ-χα-ρι-στη-μέ-νος επίθ.: πάρα πολύ ικανοποιημένος: Έμεινα ~ από την άψογη εξυπηρέτηση του καταστήματος. Είμαι ~ με το αποτέλεσμα.
53247υπερευχαριστώ[ὑπερευχαριστῶ] υ-πε-ρευ-χα-ρι-στώ ρ. (μτβ.) {υπερευχαριστ-είς ... | υπερευχαρίστ-ησε} (επιτατ.): εκφράζω τις θερμές ευχαριστίες μου: Σε ~ για τη βοήθειά σου. Πβ. κατευχαριστώ. [< μτγν. ὑπερευχαριστῶ]
53248υπερέχω[ὑπερέχω] υ-πε-ρέ-χω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {υπερείχα, υπερέχ-οντας, (λόγ.) μτχ. ενεστ. -ων, -ουσα, -ον}: είμαι καλύτερος ή ανώτερος από κάποιον ή κάτι, πλεονεκτώ: (+ γεν.) Η χώρα ~ει (έναντι) των γειτονικών της σε εξαγωγές. ~ει: αισθητά/αναμφίβολα/σαφώς.|| Βρίσκεται σε ~ουσα θέση. ΑΝΤ. μειονεκτώ ● ΦΡ.: υπερέχει στα σημεία: υπερτερεί στις λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά: Ο αγώνας θα είναι δύσκολος, αλλά η γηπεδούχος ομάδα ~ ~. [< αρχ. ὑπερέχω]
53249υπερήλικος, η, ο [ὑπερήλικος] υ-πε-ρή-λι-κος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -ίκου} & (προφ.) υπερήλικας {υπερήλικ-ες}: (για πρόσ.) που είναι πολύ μεγάλης ηλικίας: ~ο: ζευγάρι. ~οι/~ες: γονείς.|| (ως ουσ.) Ανασφάλιστοι ~ες. Ελάχιστοι ~οι κατοικούν στο χωριό. Οίκοι/σύνταξη/φροντίδα ~ίκων. Πβ. υπέργηρος. Βλ. αν-, εν-, μεσ-ήλικος.|| (μτφ.) ~ο: πλοίο. [< μτγν. ὑπερῆλιξ]
53250υπερημερία[ὑπερημερία] υ-πε-ρη-με-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. παράλειψη εκπλήρωσης οικονομικής κυρ. υποχρέωσης εντός ορισμένης προθεσμίας και οι σχετικές έννομες συνέπειες: επιτόκιο/μισθοί/τόκοι ~ας. ~ του δανειστή/εργοδότη/οφειλέτη. Σε κατάσταση ~ας/σε ~. Βλ. δυστροπία. [< αρχ. ὑπερημερία· πβ. γαλλ. intérêt de retard]
53251υπερήμερος, η, ο [ὑπερήμερος] υ-πε-ρή-με-ρος επίθ. ΝΟΜ. 1. που δεν φέρει σε πέρας μια οικονομική κυρ. υποχρέωση μέσα σε προκαθορισμένα χρονικά όρια: ~ος: δανειστής/οφειλέτης. 2. που ξεπερνά την προθεσμία η οποία έχει καθοριστεί για την εκπλήρωσή του: ~ες: πληρωμές. ~α: δάνεια. Πβ. εκπρόθεσμος. Βλ. -ήμερος. [< αρχ. ὑπερήμερος ‘που καθιστερεί την πληρωμή’]
53252υπερήρωας[ὑπερήρωας] υ-πε-ρή-ρω-ας ουσ. (αρσ.): φανταστικός χαρακτήρας συνήθ. των κόμικς, ο οποίος διαθέτει υπερφυσικές δυνάμεις και πολεμά εναντίον του κακού. Πβ. σούπερμαν. [< αγγλ. superhero, 1917, γαλλ. super-héros, 1974]
53253υπερηφάνειαβλ. περηφάνια
53254υπερηφανεύομαιβλ. περηφανεύομαι

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.