| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53265 | υπερηχοτομογραφία | [ὑπερηχοτομογραφία] υ-πε-ρη-χο-το-μο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερηχογραφία. Βλ. -γραφία. | |
| 53266 | υπερηχοτομογραφικός | , ή, ό [ὑπερηχοτομογραφικός] υ-πε-ρη-χο-το-μο-γρα-φι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. υπερηχογραφικός. | |
| 53267 | υπερηχοτομογράφος | [ὑπερηχοτομογράφος] υ-πε-ρη-χο-το-μο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. υπερηχογράφος. Βλ. -γράφος, μαγνητικός τομογράφος. | |
| 53268 | υπερθέαμα | [ὑπερθέαμα] υ-περ-θέ-α-μα ουσ. (ουδ.) (επιτατ.): ασυνήθιστο και εντυπωσιακό καλλιτεχνικό κυρ. θέαμα, με ψυχαγωγικό χαρακτήρα· κατ' επέκτ. οτιδήποτε στοχεύει στον εντυπωσιασμό και συνήθ. φτάνει στα όρια της υπερβολής: κινηματογραφικό/οπτικοακουστικό/τηλεοπτικό/χορευτικό ~. ~ ήχου και εικόνας/μουσικής και χορού. Πρόκειται για ένα μοναδικό/παγκόσμιο/πλούσιο/φαντασμαγορικό ~. Βλ. πολυθέαμα.|| Αεροπορικό/αθλητικό/ποδοσφαιρικό ~.|| (προφ.) Γαμήλιο ~ (πβ. υπερπαραγωγή). Πβ. φαντασμαγορία. [< αγγλ. superspectacle] | |
| 53269 | υπερθεματίζω | [ὑπερθεματίζω] υ-περ-θε-μα-τί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {υπερθεμάτι-σα, υπερθεματίζ-οντας} (επίσ.) 1. υποστηρίζω μια άποψη πιο έντονα από τους υποστηρικτές της: ~σε υπέρ του σχεδίου. ~ει για την εθνική συναίνεση. ~σε στο γεγονός ότι ... Συμφωνεί και ~ει (= επαυξάνει).|| ~σε την ανάγκη εξεύρεσης λύσης. Πβ. υπερτονίζω. Βλ. βασιλικότερος του βασιλέως, προσυπογράφω. 2. πλειοδοτώ, προσφέρω την υψηλότερη τιμή, συνήθ. σε πλειστηριασμό: ~σε και εξασφάλισε την απόλυτη κυριότητα του ακινήτου. ΑΝΤ. μειοδοτώ (1) [< 2: μτγν. ὑπερθεματίζω ‘προσφέρω περισσότερα’] | |
| 53270 | υπερθεματισμός | [ὑπερθεματισμός] υ-περ-θε-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) υπερθεμάτιση (η) 1. (επιτατ.) σθεναρή υποστήριξη μιας άποψης. 2. πλειοδοσία. Βλ. -ισμός. [< μεσν. υπερθεματισμός] | |
| 53271 | υπερθεματιστής | [ὑπερθεματιστής] υ-περ-θε-μα-τι-στής ουσ. (αρσ.): πλειοδότης: ~ ακινήτου. [< μεσν. υπερθεματιστής] | |
| 53272 | ύπερθεν | [ὕπερθεν] ύ-περ-θεν επίρρ. (αρχαιοπρ.): άνωθεν: ~ των υδάτων.|| (ως επίθ.) Επί του ~ εγγράφου ... ΑΝΤ. κάτωθεν (1) [< αρχ. ὕπερθεν] | |
| 53273 | υπερθεραπεία | [ὑπερθεραπεία] υ-περ-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτική αγωγή η οποία παρατείνεται για μεγαλύτερο από το απαιτούμενο χρονικό διάστημα ή βασίζεται στη χορήγηση ή λήψη μεγαλύτερης ποσότητας φαρμάκων από την αναγκαία. Βλ. -θεραπεία. ΑΝΤ. υποθεραπεία | |
| 53274 | υπερθερμαίνω | [ὑπερθερμαίνω] υ-περ-θερ-μαί-νω ρ. (μτβ.) {υπερθέρμ-ανα, -άνθηκε, -ανθεί, υπερθερμ-ασμένος}: θερμαίνω σε ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες: Το κλιματιστικό ~άνθηκε και χάλασε. Πβ. πυρακτώνω.|| (μτφ.) ~ασμένη: οικονομία. [< αρχ. ὑπερθερμαίνω] | |
| 53275 | υπερθέρμανση | [ὑπερθέρμανση] υ-περ-θέρ-μαν-ση ουσ. (θηλ.): υπερβολική αύξηση της θερμοκρασίας: ~ του συστήματος (ψύξης)/των φρένων.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ του κλίματος/της Μεσογείου. ● ΣΥΜΠΛ.: υπερθέρμανση της οικονομίας: ΟΙΚΟΝ. υπερβολικά αυξημένη οικονομική δραστηριότητα, η οποία μπορεί να δημιουργήσει πληθωριστικές τάσεις., υπερθέρμανση/θέρμανση του πλανήτη & παγκόσμια (υπερ)θέρμανση: ΜΕΤΕΩΡ. σταδιακή αύξηση της μέσης θερμοκρασίας της ατμόσφαιρας της Γης και των ωκεανών, η οποία μπορεί να προκαλέσει κλιματική αλλαγή. Βλ. φαινόμενο του θερμοκηπίου. [< αγγλ. global warming, 1953] [< γαλλ. réchauffement, surchauffe, 1963] | |
| 53276 | υπερθερμία | [ὑπερθερμία] υ-περ-θερ-μί-α ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ. 1. ασυνήθιστα αυξημένη θερμοκρασία του σώματος, συνήθ. λόγω παρατεταμένης έκθεσης σε υψηλές θερμοκρασίες περιβάλλοντος: Η ~ μπορεί να οδηγήσει σε αφυδάτωση. Βλ. ηλίαση, θερμική εξάντληση, θερμοπληξία. ΑΝΤ. υποθερμία 2. θεραπεία, συνήθ. για την καταπολέμηση ανίατων νόσων, η οποία βασίζεται στην τεχνητή πρόκληση εξαιρετικά υψηλού πυρετού στον ασθενή ή στην αύξηση της θερμότητας σε ένα σημείο του σώματός του: ελεγχόμενη/ολοσωματική ~. [< γαλλ. hyperthermie, αγγλ. hyperthermia] | |
| 53277 | υπέρθερμος | , η, ο [ὑπέρθερμος] υ-πέρ-θερ-μος επίθ. 1. (λόγ.) εξαιρετικά θερμός: ~ες: ιαματικές πηγές.|| (μτφ.) ~ος: υποστηρικτής (= ένθερμος).|| (ΦΥΣ.) ~ος: ατμός. ~ο: νερό. 2. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την υπερθερμία: ~η: χημειοθεραπεία. [< 1: μτγν. ὑπέρθερμος] | |
| 53278 | υπέρθεση | [ὑπέρθεση] υ-πέρ-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΥΠΟΓΡ. συνδυασμός δύο διαφορετικών εικόνων ή γραφημάτων σε μία κοινή, σύνθετη απεικόνιση με επάλληλη τοποθέτηση των επιφανειών στις οποίες αυτές/αυτά αποτυπώνονται: ~ αεροφωτογραφιών σε γεωφυσικούς χάρτες. 2. ΦΥΣ. η δυνατότητα ενός υλικού σωματιδίου να βρίσκεται σε δύο ή περισσότερες καταστάσεις ταυτόχρονα: κβαντική ~.|| ~ κυμάτων. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχή της επαλληλίας/υπέρθεσης βλ. επαλληλία [< μτγν. ὑπέρθεσις 'τοποθέτηση πάνω σε κάτι'] | |
| 53279 | υπερθετικό | [ὑπερθετικό] υ-περ-θε-τι-κό ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. επίθετο ή επίρρημα στον υπερθετικό βαθμό: απόλυτο (: για δήλωση ιδιότητας σε απόλυτο βαθμό, π.χ. εξυπνότατος/πολύ έξυπνος, ωραιότατα)/σχετικό (: για δήλωση ιδιότητας σε μεγαλύτερο βαθμό σε σύγκριση με άλλα ομοειδή ουσιαστικά, π.χ. ο πιο όμορφος/ο ομορφότερος) ~. [< μτγν. ὑπερθετικόν] | |
| 53280 | υπερθετικός | , ή, ό [ὑπερθετικός] υ-περ-θε-τι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υπερθετικός βαθμός: ΓΡΑΜΜ. τύπος επιθέτου ή επιρρήματος που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό ή ρήμα διαθέτει μία ιδιότητα ή ποιότητα στον ανώτατο βαθμό: π.χ. ικαν-ότατος, πολύ ικανός, ο πιο ικανός. Βλ. θετικός βαθμός, παραθετικά, συγκριτικός βαθμός.|| (μτφ.) Έζησε τη φρίκη στον ~ό ~ό. [< μτγν. ὑπερθετικός] | |
| 53281 | υπερθυρεοειδισμός | [ὑπερθυρεοειδισμός] υ-περ-θυ-ρε-ο-ει-δι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. υπερλειτουργία του θυρεοειδούς (αδένα). Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. θυρεοτοξίκωση ΑΝΤ. υποθυρεοειδισμός [< γαλλ. hyperthyroïdie, 1904, αγγλ. hyperthyroidism, περ. 1900] | |
| 53282 | υπέρθυρο | [ὑπέρθυρο] υ-πέρ-θυ-ρο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ανώφλι: μαρμάρινο/τοξωτό ~. ~ της εισόδου/του ναού. ΣΥΝ. πρέκι [< αρχ. ὑπέρθυρον] | |
| 53283 | υπεριδρωσία | [ὑπεριδρωσία] υ-πε-ρι-δρω-σί-α ουσ. (θηλ.) & υπερίδρωση: ΙΑΤΡ. παθολογικά αυξημένη τοπική ή γενική εφίδρωση λόγω της έντονης λειτουργίας των ιδρωτοποιών αδένων. [< γαλλ. hyperhidrose, αγγλ. hyperhidrosis] | |
| 53284 | υπερικό | [ὑπερικό] υ-πε-ρι-κό ουσ. (ουδ.) & υπέρικο: ΒΟΤ. κοινή ονομασία αρωματικών φυτών (γένος Hypericum) με θεραπευτικές ιδιότητες: ~ το διάτρητο (= βαλσαμό-, σπαθό-χορτο). [< μτγν. ὑπερικόν] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ