Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [53760-53780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53255υπερήφανος, η, ο βλ. περήφανος
53256υπερηχητικός, ή, ό [ὑπερηχητικός] υ-πε-ρη-χη-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που αναφέρεται στους υπερήχους ή στη χρήση τους· κατ' επέκτ. που έχει ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτή του ήχου: ~ή: απεικόνιση (του εμβρύου)/εξέταση/τεχνολογία. ~ά: κύματα.|| ~ή: πτήση. ~ό: αεροπλάνο/τρένο. ΑΝΤ. υποηχητικός [< αγγλ. supersonic, 1919, ultrasonic, 1923]
53257υπερηχογράφημα[ὑπερηχογράφημα] υ-πε-ρη-χο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. διάγραμμα το οποίο απεικονίζει εσωτερικά όργανα ή περιοχές του ανθρώπινου σώματος με τη χρήση υπερήχων· κατ' επέκτ. υπερηχογραφία: γυναικολογικό/διεγχειρητικό/έγχρωμο (= τρίπλεξ)/ενδοστεφανιαίο/κολπικό/τρισδιάστατο ~. ~ αρτηριών/ήπατος/θυρεοειδούς/καρδιάς/(άνω/κάτω) κοιλίας/μαστού/μήτρας/νεφρών/ωοθηκών. Βλ. -γράφημα. ΣΥΝ. υπερηχοτομογράφημα [< αγγλ. ultrasonogram, 1950]
53258υπερηχογραφία[ὑπερηχογραφία] υ-πε-ρη-χο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαγνωστική μέθοδος η οποία χρησιμοποιεί υπερήχους για την απεικόνιση εσωτερικών δομών του ανθρώπινου σώματος: μαιευτική/τρισδιάστατη ~. Βλ. -γραφία. ΣΥΝ. υπερηχοτομογραφία [< αγγλ. ultrasonography, 1951]
53259υπερηχογραφικός, ή, ό [ὑπερηχογραφικός] υ-πε-ρη-χο-γρα-φι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που διενεργείται με υπερηχογράφημα ή σχετίζεται με αυτό: ~ός: έλεγχος. ~ή: απεικόνιση/εξέταση/παρακολούθηση.|| ~οί: δείκτες (χρωμοσωμικών ανωμαλιών). ~ά: ευρήματα. Βλ. ακτινογραφικός. ΣΥΝ. υπερηχοτομογραφικός ● επίρρ.: υπερηχογραφικά [< αγγλ. ultrasonographic]
53260υπερηχογράφος[ὑπερηχογράφος] υ-πε-ρη-χο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που χρησιμοποιείται για τη διενέργεια υπερηχογραφημάτων. Βλ. -γράφος, ηχοβολέας. ΣΥΝ. υπερηχοτομογράφος [< αγγλ. ultrasonograph, 1975]
53261υπερηχοκαρδιογράφημα[ὑπερηχοκαρδιογράφημα] υ-πε-ρη-χο-καρ-δι-ο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. απεικόνιση της καρδιάς με τη χρήση υπερήχων, η οποία συμβάλλει στη διάγνωση ανατομικών και λειτουργικών διαταραχών. Βλ. -γράφημα. ΣΥΝ. ηχοκαρδιογράφημα
53262υπερηχοκαρδιογραφία[ὑπερηχοκαρδιογραφία] υ-πε-ρη-χο-καρ-δι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαγνωστική μέθοδος με χρήση υπερήχων για την εξέταση της δομής και της λειτουργίας της καρδιάς. Βλ. -γραφία. ΣΥΝ. ηχοκαρδιογραφία
53263υπέρηχος[ὑπέρηχος] υ-πέ-ρη-χος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ήχου}: ΦΥΣ. ηχητικό κύμα ή άλλη ταλάντωση με συχνότητα υψηλότερη από αυτή που μπορεί να γίνει αντιληπτή με την ανθρώπινη ακοή (πάνω από 20.000 Hz), η οποία χρησιμοποιείται κυρ. για διαγνωστικούς και θεραπευτικούς σκοπούς· συνεκδ. υπερηχογράφημα: θεραπεία με ~ους. Η εξέταση του εμβρύου γίνεται με τη χρήση ~ήχων.|| Κοιλιακός/κολπικός ~. ~ θυρεοειδούς/καρδιάς/μαστού/ωοθηκών. Εξέταση/συσκευή (= υπερηχογράφος) ~ου. Κάνω ~ο. Βλ. υπόηχος. [< αγγλ. ultrasound, 1923, γαλλ. ultrason, 1936]
53264υπερηχοτομογράφημα[ὑπερηχοτομογράφημα] υ-πε-ρη-χο-το-μο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. υπερηχογράφημα. Βλ. -γράφημα.
53265υπερηχοτομογραφία[ὑπερηχοτομογραφία] υ-πε-ρη-χο-το-μο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερηχογραφία. Βλ. -γραφία.
53266υπερηχοτομογραφικός, ή, ό [ὑπερηχοτομογραφικός] υ-πε-ρη-χο-το-μο-γρα-φι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. υπερηχογραφικός.
53267υπερηχοτομογράφος[ὑπερηχοτομογράφος] υ-πε-ρη-χο-το-μο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. υπερηχογράφος. Βλ. -γράφος, μαγνητικός τομογράφος.
53268υπερθέαμα[ὑπερθέαμα] υ-περ-θέ-α-μα ουσ. (ουδ.) (επιτατ.): ασυνήθιστο και εντυπωσιακό καλλιτεχνικό κυρ. θέαμα, με ψυχαγωγικό χαρακτήρα· κατ' επέκτ. οτιδήποτε στοχεύει στον εντυπωσιασμό και συνήθ. φτάνει στα όρια της υπερβολής: κινηματογραφικό/οπτικοακουστικό/τηλεοπτικό/χορευτικό ~. ~ ήχου και εικόνας/μουσικής και χορού. Πρόκειται για ένα μοναδικό/παγκόσμιο/πλούσιο/φαντασμαγορικό ~. Βλ. πολυθέαμα.|| Αεροπορικό/αθλητικό/ποδοσφαιρικό ~.|| (προφ.) Γαμήλιο ~ (πβ. υπερπαραγωγή). Πβ. φαντασμαγορία. [< αγγλ. superspectacle]
53269υπερθεματίζω[ὑπερθεματίζω] υ-περ-θε-μα-τί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {υπερθεμάτι-σα, υπερθεματίζ-οντας} (επίσ.) 1. υποστηρίζω μια άποψη πιο έντονα από τους υποστηρικτές της: ~σε υπέρ του σχεδίου. ~ει για την εθνική συναίνεση. ~σε στο γεγονός ότι ... Συμφωνεί και ~ει (= επαυξάνει).|| ~σε την ανάγκη εξεύρεσης λύσης. Πβ. υπερτονίζω. Βλ. βασιλικότερος του βασιλέως, προσυπογράφω. 2. πλειοδοτώ, προσφέρω την υψηλότερη τιμή, συνήθ. σε πλειστηριασμό: ~σε και εξασφάλισε την απόλυτη κυριότητα του ακινήτου. ΑΝΤ. μειοδοτώ (1) [< 2: μτγν. ὑπερθεματίζω ‘προσφέρω περισσότερα’]
53270υπερθεματισμός[ὑπερθεματισμός] υ-περ-θε-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) υπερθεμάτιση (η) 1. (επιτατ.) σθεναρή υποστήριξη μιας άποψης. 2. πλειοδοσία. Βλ. -ισμός. [< μεσν. υπερθεματισμός]
53271υπερθεματιστής[ὑπερθεματιστής] υ-περ-θε-μα-τι-στής ουσ. (αρσ.): πλειοδότης: ~ ακινήτου. [< μεσν. υπερθεματιστής]
53272ύπερθεν[ὕπερθεν] ύ-περ-θεν επίρρ. (αρχαιοπρ.): άνωθεν: ~ των υδάτων.|| (ως επίθ.) Επί του ~ εγγράφου ... ΑΝΤ. κάτωθεν (1) [< αρχ. ὕπερθεν]
53273υπερθεραπεία[ὑπερθεραπεία] υ-περ-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτική αγωγή η οποία παρατείνεται για μεγαλύτερο από το απαιτούμενο χρονικό διάστημα ή βασίζεται στη χορήγηση ή λήψη μεγαλύτερης ποσότητας φαρμάκων από την αναγκαία. Βλ. -θεραπεία. ΑΝΤ. υποθεραπεία
53274υπερθερμαίνω[ὑπερθερμαίνω] υ-περ-θερ-μαί-νω ρ. (μτβ.) {υπερθέρμ-ανα, -άνθηκε, -ανθεί, υπερθερμ-ασμένος}: θερμαίνω σε ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες: Το κλιματιστικό ~άνθηκε και χάλασε. Πβ. πυρακτώνω.|| (μτφ.) ~ασμένη: οικονομία. [< αρχ. ὑπερθερμαίνω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.