| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4440 | αντιδικία | [ἀντιδικία] α-ντι-δι-κί-α ουσ. (θηλ.) {αντιδικιών} 1. αντιπαράθεση μεταξύ προσώπων ή ομάδων: πνεύμα ~ας. Προσωπικές/τηλεοπτικές ~ες. Βρίσκονται/ήρθαν σε ~ (= ερίζουν). Πβ. διαμάχη, διένεξη, διχογνωμία, έριδα, φιλονικία. Βλ. ομο-, συμ-φωνία. 2. ΝΟΜ. δικαστικός αγώνας μεταξύ αντιδίκων: ~ για εμπορική επωνυμία. Διαζύγιο κατ' ~. [< μτγν. ἀντιδικία] | |
| 4441 | αντίδικος | , η/ος, ο [ἀντίδικος] α-ντί-δι-κος επίθ.: ΝΟΜ. που βρίσκεται σε δικαστική συνήθ. αντιπαράθεση με κάποιον: ~η/ος: εταιρεία. ~α: μέρη. Βλ. αντίπαλος. ● Ουσ.: αντίδικος (ο/η) {αντιδίκ-ου | -ων, -ους}: καθένας από τους δύο διαδίκους, ο ενάγων ή ο εναγόμενος: ~ του Δημοσίου. Αίτηση/ένορκη εξέταση/κλήτευση ~ου. Όρκος ~ων. Επιτεύχθηκε συμβιβασμός μεταξύ των ~ων. [< αρχ. ἀντίδικος] | |
| 4442 | αντιδικτατορικός | , ή, ό [ἀντιδικτατορικός] α-ντι-δι-κτα-το-ρι-κός επίθ.: που αντιτίθεται σε δικτατορία: ~ός: αγώνας. ~ή: αντίσταση/δράση. ~ό: μέτωπο. ~ές: οργανώσεις. Πβ. αντιφασιστικός. | |
| 4443 | αντιδικώ | [ἀντιδικῶ] α-ντι-δι-κώ ρ. (αμτβ.) {αντιδικ-είς ...| αντιδίκ-ησα} 1. αντιτίθεμαι σε κάποιον, διαφωνώ: ~ έντονα με .... Δεν έχω λόγο/πρόθεση να ~ήσω μαζί σου. Πβ. αντιπαρατίθεμαι, διαπληκτίζομαι, διχογνωμώ, λογομαχώ, τσακώνομαι, φιλονικώ. Βλ. ομο-, συμ-φωνώ. 2. ΝΟΜ. βρίσκομαι σε δικαστική αντιπαράθεση με κάποιον: ~ για ... Πολίτες που ~ούν με το Δημόσιο. [< αρχ. ἀντιδικῶ] | |
| 4444 | αντιδιουρητικός | , ή, ό [ἀντιδιουρητικός] α-ντι-δι-ου-ρη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που μειώνει την ποσότητα των ούρων: ~ή: ορμόνη (πβ. βαζοπρεσίνη). ΑΝΤ. διουρητικός [< αγγλ. antidiuretic, 1926, γαλλ. antidiurétique, 1959] | |
| 4445 | αντιδογματικός | , ή, ό [ἀντιδογματικός] α-ντι-δογ-μα-τι-κός επίθ.: που δεν χαρακτηρίζεται από δογματισμό, που αντιτίθεται σε αυτόν: ~ός: τρόπος σκέψης. ~ό: πνεύμα. Πβ. διαλλακτ-, υποχωρητ-ικός. ΑΝΤ. άκαμπτος (1), απόλυτος (2), δογματικός (1), μονολιθικός (1) ● επίρρ.: αντιδογματικά [< γαλλ. antidogmatique, αγγλ. antidogmatic(al)] | |
| 4446 | αντιδόνηση | [ἀντιδόνηση] α-ντι-δό-νη-ση ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: σύστημα αντιδόνησης: ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός κατάλληλος για μείωση ή απόσβεση δόνησης, κραδασμού: κινητήρας με ~ ~. [< αγγλ. anti-vibration] | |
| 4447 | αντίδοτο | [ἀντίδοτο] α-ντί-δο-το ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ότου} 1. (μτφ.) οτιδήποτε χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση προβλήματος, δυσάρεστης κατάστασης: ~ στην ανεργία/ανία. Σωματική άσκηση ~ στην παχυσαρκία. Λειτουργεί ως αντίδοτο. Βλ. γιατρειά, λύση, πανάκεια. 2. ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακο ή ουσία για την εξουδετέρωση της δράσης άλλων φαρμάκων ή βλαβερών ουσιών: ~ σε δηλητήριο. Παρασκευή ~ότων. [< 2: μτγν. ἀντίδοτον, γαλλ.-αγγλ. antidote] | |
| 4448 | αντίδραση | [ἀντίδραση] α-ντί-δρα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ενέργεια ή συμπεριφορά που εκδηλώνεται ως επακόλουθο γεγονότος, πράξης ή κατάστασης: άμεση/απρόβλεπτη/αυθόρμητη/υγιής/φυσιολογική/χαλαρή ~. Αρνητική/θετική ~ (πβ. ανταπόκριση). Ποια ήταν η ~ή του στο θέαμα/όταν είδε ... (= πώς αντέδρασε); Η μόνη/πρώτη του ~ ήταν να ... Η είδηση προκάλεσε/ξεσήκωσε ~άσεις αδιαφορίας/δυσφορίας/οργής. Πβ. αντιμετώπιση, στάση. 2. λόγος ή ενέργεια που αντιτίθεται, εναντιώνεται σε κάτι: ~ κατά του καθεστώτος/στο νομοσχέδιο. ~ με τη μορφή διαμαρτυρίας. Φωνές ~ης. Γενικευμένες/δυναμικές/έντονες/ζωηρές/μαζικές/σφοδρές ~άσεις. Θύελλα/κύμα ~άσεων. Οι ~άσεις του κόσμου. Εκδηλώνονται ~άσεις για τα νέα μέτρα. Εντείνονται/κορυφώνονται/οξύνονται οι ~άσεις. Πβ. αντί-θεση, -σταση, εναντίωση. Βλ. αντενέργεια, αντίπραξη, υπερ~. 3. ΧΗΜ. αλληλεπίδραση ουσιών με αποτέλεσμα τη μεταβολή της δομής τους (δηλ. την αλλαγή της θέσης και του αριθμού των ηλεκτρονίων) και τον σχηματισμό νέων: χημική ~. (Αν)αερόβια/αλκαλική ~. ~ οξέος με βάση. Καμπύλη/ταχύτητα ~ης. Θερμοπυρηνικές ~άσεις. ~άσεις (απλής/διπλής) αντικατάστασης/εξουδετέρωσης/θερμικής διάσπασης/σύνθεσης. 4. σωματική ή ψυχική μεταβολή που εκδηλώνεται ως αποτέλεσμα εξωτερικού παράγοντα: (ΙΑΤΡ.) αλλεργική/αναφυλακτική/ανοσολογική/δερματική (βλ. δερμο~)/οργανική ~. Χρόνος ~ης. Εμφάνισε/παρουσίασε σοβαρή ~ στο εμβόλιο/τσίμπημα. Πβ. απάντηση. Βλ. ορο~.|| (ΨΥΧΟΛ.) Αγχώδης/συναισθηματική ~. ~ άμυνας/συναγερμού (: σε έντονα συναισθήματα). 5. ΦΥΣ. ίση και αντίρροπη δύναμη που αναπτύσσεται σε κάποιο σώμα, όταν ασκείται ήδη κάποια άλλη δύναμη σε αυτό: δράση-~. 6. ΠΟΛΙΤ. πολιτική και κοινωνική τάση που είναι ή θεωρείται αντίθετη στην πρόοδο και την εξέλιξη· τα πρόσωπα και οι φορείς που την εκπροσωπούν: μαύρη ~ (βλ. φασισμός, αντιδραστικοί). Οι οπαδοί/συντηρητικές δυνάμεις της ~ης (και του σκοταδισμού). Πβ. οπισθοδρόμηση. ● ΣΥΜΠΛ.: πυρηνική αντίδραση: ΦΥΣ. ΠΥΡ. η οποία προκαλεί τον σχηματισμό νέων ατομικών πυρήνων: αλυσιδωτή ~ ~. ~ ~ με διάσπαση, σύντηξη ή σχάση. Βλ. θερμοπυρηνικός. [< αγγλ. nuclear reaction] , αλυσιδωτή αντίδραση βλ. αλυσιδωτός, αμφίδρομη αντίδραση βλ. αμφίδρομος, διασταυρούμενη αντίδραση βλ. διασταυρούμενος ● ΦΡ.: από αντίδραση: μόνο για να εναντιωθώ σε κάποιον, χωρίς να αποσκοπώ κάπου ιδιαίτερα: Τον αμφισβητεί μόνο ~ ~/~ ~ και μόνο., κόβω αντιδράσεις βλ. κόβω [< μτγν. ἀντίδρασις ‘ανταπόδοση’, γαλλ. réaction, αγγλ. reaction, γερμ. Reaktion] | |
| 4449 | αντιδραστήρας | [ἀντιδραστήρας] α-ντι-δρα-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός, φυσικός ή συνηθέστ. τεχνητός, στον οποίο πραγματοποιούνται χημικές διεργασίες, κυρ. για παραγωγή ενέργειας ή για επιστημονική έρευνα: ατομικός/ηλιακός/θερμοπυρηνικός/πειραματικός ~. ~ ισχύος ... ~ες ζέοντος ύδατος/ταχέων νετρονίων. Βλ. βιο~, στροβιλο~, -τήρας. ● ΣΥΜΠΛ.: πυρηνικός αντιδραστήρας βλ. πυρηνικός [< αγγλ. reactor, 1935, γαλλ. réacteur, περ. 1940] | |
| 4450 | αντιδραστήριο | [ἀντιδραστήριο] α-ντι-δρα-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ουσία που αντιδρά με δεδομένη χημική ένωση ή ειδικότ. χρησιμοποιείται για τον ποιοτικό ή ποσοτικό καθορισμό άλλων ουσιών: διαγνωστικό ~. ~ οξέων.|| ~α για τον προσδιορισμό των ομάδων αίματος. [< γαλλ. réactif] | |
| 4451 | αντιδραστικός | , ή, ό [ἀντιδραστικός] α-ντι-δρα-στι-κός επίθ. 1. ΠΟΛΙΤ. που αντιτίθεται σε οποιαδήποτε εξέλιξη (κοινωνική, πολιτική): ~ός: νόμος. ~ό: καθεστώς. ~ές: αντιλήψεις/θέσεις. ~ά: μέτρα/σχέδια. Οπισθοδρομικοί και ~οί κύκλοι. Πβ. αρτηριοσκληρωτ-, συντηρητ-ικός. ΑΝΤ. νεωτεριστ-, προοδευτ-, ριζοσπαστ-ικός, πρωτοποριακός. 2. που εναντιώνεται σε ορισμένη ενέργεια ή κατάσταση· που εκδηλώνεται ως αντίδραση: ~ός: χαρακτήρας. ~ή: συμπεριφορά. ~ό: άτομο/στοιχείο. Εκ φύσεως/μονίμως ~ή.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: αρθρίτιδα. 3. ΧΗΜ. (για στοιχείο, ουσία) που παίρνει μέρος σε χημική αντίδραση. Βλ. παθητικός. ● Ουσ.: αντιδραστικοί (οι): ΠΟΛΙΤ. σύνολο κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων που αντιτίθενται στην πρόοδο: Συντηρητικοί και ~ υποστήριξαν ότι ... ● επίρρ.: αντιδραστικά [< 1: γαλλ. réactionnaire 2,3: γαλλ. réactif] | |
| 4452 | αντιδραστικότητα | [ἀντιδραστικότητα] α-ντι-δρα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. αντίθεση, αρνητική στάση προς την πρόοδο. Πβ. οπισθοδρομικότητα, σκοταδισμός, συντηρητικότητα. ΑΝΤ. προοδευτικ-, ριζοσπαστικ-ότητα. 2. η ιδιότητα αυτού που εναντιώνεται σε κάτι· ικανότητα αντίδρασης: έμφυτη/εφηβική ~. Πβ. αμφισβήτηση.|| (ΙΑΤΡ.) Αγγειακή/κυτταροτοξική ~. Ορμόνες διασταυρούμενης ~ας. 3. ΧΗΜ. ιδιότητα στοιχείου, μορίου να συμμετέχει σε χημική αντίδραση. Βλ. παθητικοποίηση. [< 1: αγγλ. reactiveness, reactivity 2,3: γαλλ. reactivité, 1944] | |
| 4453 | αντιδρόμηση | [ἀντιδρόμηση] α-ντι-δρό-μη-ση ουσ. (θηλ.): αλλαγή της κατεύθυνσης κυκλοφορίας ενός δρόμου για τα οχήματα: ~ της οδού ... Βλ. αμφι-, μονο-, πεζο-δρόμηση. | |
| 4454 | αντιδρώ | [ἀντιδρῶ] α-ντι-δρώ ρ. (αμτβ.) {αντιδρ-άς ... | αντέδρα-σα, αντιδρά-σει, μτχ. (λόγ.) αντιδρών, -ώσα, -ών, αντιδρ-ώντας} 1. ενεργώ ή συμπεριφέρομαι με ορισμένο τρόπο εξαιτίας γεγονότος, πράξης, κατάστασης, ερεθίσματος: ~σε αποφασιστικά/βίαια/δυναμικά/θετικά/σπασμωδικά. Τους άκουγε χωρίς να ~σει. Πβ. αντενεργώ, απαντώ.|| (ΙΑΤΡ.) Ο εγκέφαλος/το σώμα του δεν ~ά (: για ασθενή σε κώμα). Ο άρρωστος ~σε θετικά στην αγωγή. Πβ. ανταποκρίνομαι. ΑΝΤ. ανέχομαι 2. εναντιώνομαι, αντιτίθεμαι σε κάτι: Έχουν εξαγγείλει απεργία, ~ώντας στα νέα μέτρα. ~ούν κατά (ή εναντίον) του πολέμου. Πβ. διαμαρτύρομαι, δυσανασχετώ. ● αντιδρά: ΧΗΜ. υποβάλλεται σε χημική αντίδραση: Το υδρογόνο ~ με (το) οξυγόνο και δίνει νερό. ~ών: μείγμα/σώμα. ~ώσες: ουσίες/πρώτες ύλες.|| (ΙΑΤΡ.) C-~ώσα πρωτεΐνη (: ακρ. CRP, δηλωτική φλεγμονωδών καταστάσεων, όταν ανιχνευθεί στον ορό αίματος). [< αρχ. ἀντιδρῶ ‘ενεργώ εναντίον, ανταποδίδω’, γαλλ. réagir] | |
| 4455 | αντιδυτικός | , ή, ό [ἀντιδυτικός] α-ντι-δυ-τι-κός επίθ.: που εχθρεύεται τη Δύση, τους δυτικούς ή ειδικότ. τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία: ~ή: πολιτική/στάση. ~ό: πνεύμα. ~ές: διαδηλώσεις. Βλ. αντι-αμερικανικός, -ευρωπαϊκός.|| ~ά και αντιπαπικά αισθήματα. ΑΝΤ. φιλοδυτικός [< αγγλ. anti-western, 1949] | |
| 4456 | αντίδωρο | [ἀντίδωρο] α-ντί-δω-ρο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) αντίδερο 1. ΕΚΚΛΗΣ. μικρό κομμάτι αγιασμένου άρτου που μοιράζεται στο εκκλησίασμα μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας. Βλ. αρτοκλασία, λειτουργιά, πρόσφορο. 2. (μτφ.-λόγ.) ανταπόδοση δώρου: ~ αγάπης. [< μεσν. αντίδωρον] | |
| 4457 | αντιεθνικιστής | [ἀντιεθνικιστής] α-ντι-ε-θνι-κι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που εναντιώνεται ιδεολογικά στον εθνικισμό: αντιρατσιστής και ~. Πβ. διεθνιστής. ΑΝΤ. εθνικιστής, σοβινιστής, σοβινίστρια | |
| 4458 | αντιεθνικιστικός | , ή, ό [ἀντιεθνικιστικός] α-ντι-ε-θνι-κι-στι-κός επίθ.: που είναι αντίθετος στον εθνικισμό. ΑΝΤ. εθνικιστικός, σοβινιστικός ● επίρρ.: αντιεθνικιστικά | |
| 4459 | αντιεισαγγελέας | [ἀντιεισαγγελέας] α-ντι-ει-σαγ-γε-λέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (προφ.) αντεισαγγελέας & (λόγ.) αντιεισαγγελεύς: ΝΟΜ. ανώτερος δικαστικός λειτουργός που αναπληρώνει τον εισαγγελέα ή έχει τα ίδια καθήκοντα με αυτόν: ~ του Αρείου Πάγου (βλ. Αρεοπαγίτης)/εφετών/πρωτοδικών. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ