| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4432 | αντιδιαβητικός | , ή, ό [ἀντιδιαβητικός] α-ντι-δια-βη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που καταπολεμά τον σακχαρώδη διαβήτη. [< γαλλ. antidiabétique, αγγλ. antidiabetic] | |
| 4433 | αντιδιαβρωτικός | , ή, ό [ἀντιδιαβρωτικός] α-ντι-δια-βρω-τι-κός επίθ.: που καταπολεμά τη διάβρωση: ~ή: προστασία (μεταλλικών επιφανειών)/ταινία. ~ά: προϊόντα. Αντιπλημμυρικά και ~ά έργα. [< αγγλ. anticorrosive, γαλλ. anticorrosion, περ. 1970] | |
| 4434 | αντιδιαδήλωση | [ἀντιδιαδήλωση] α-ντι-δια-δή-λω-ση ουσ. (θηλ.): διαδήλωση ως αντίδραση σε άλλη που γίνεται ταυτόχρονα. [< γαλλ. contre-manifestation] | |
| 4435 | αντιδιαλεκτικός | , ή, ό [ἀντιδιαλεκτικός] α-ντι-δι-α-λε-κτι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στη διαλεκτική. ΑΝΤ. διαλεκτικός1 ● επίρρ.: αντιδιαλεκτικά | |
| 4436 | αντιδιαμετρικός | , ή, ό [ἀντιδιαμετρικός] α-ντι-δι-α-με-τρι-κός επίθ. 1. (μτφ.) αντίθετος, διαφορετικός: ~ές: θέσεις (= εκ διαμέτρου, διαμετρικά αντίθετες). 2. που βρίσκεται απέναντι ή έχει αντίθετη φορά: ~ή: πλευρά. ~ά σημεία κύκλου ή σφαίρας (: όσα ενώνονται νοερά από ευθεία η οποία περνάει από το κέντρο του ή της). ● επίρρ.: αντιδιαμετρικά [< 1: πβ. μεσν. αντιδιάμετρος] | |
| 4437 | αντιδιαρρηκτικός | , ή, ό [ἀντιδιαρρηκτικός] α-ντι-δι-αρ-ρη-κτι-κός επίθ.: που είναι κατάλληλος για αποτροπή, παρεμπόδιση διαρρήξεων: ~ή: προστασία. Μηχανισμοί υψηλής ~ής ασφάλειας. Κλειδαριές με ενισχυμένη ~ή αντοχή. | |
| 4438 | αντιδιαστέλλω | [ἀντιδιαστέλλω] α-ντι-δι-α-στέλ-λω ρ. (μτβ.) {αντι-διέστειλε, -διασταλεί} (απαιτ. λεξιλόγ.): διακρίνω, διαχωρίζω κάτι από κάτι άλλο διαφορετικό: ~ το παρελθόν με το παρόν. Το θετό δίκαιο ~εται από το εθιμικό. Πβ. αντιπαραθέτω. ΑΝΤ. ταυτίζω (1) [< μτγν. ἀντιδιαστέλλω] | |
| 4439 | αντιδιαστολή | [ἀντιδιαστολή] α-ντι-δι-α-στο-λή ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αντιδιαστέλλω, διαχωρισμός, αντιπαράθεση: ~ (μεταξύ) παλαιών και σύγχρονων μορφών. (λόγ.) Ερμηνεία εξ ~ής. Πβ. αντίθεση, διάσταση, δια-φορά, -φοροποίηση. ΑΝΤ. ταύτιση (1) ● ΦΡ.: σε αντιδιαστολή με/προς & (σπάν.-λόγ.) κατ' αντιδιαστολή προς: σε αντίθεση με. [< μτγν. ἀντιδιαστολή] | |
| 4441 | αντίδικος | , η/ος, ο [ἀντίδικος] α-ντί-δι-κος επίθ.: ΝΟΜ. που βρίσκεται σε δικαστική συνήθ. αντιπαράθεση με κάποιον: ~η/ος: εταιρεία. ~α: μέρη. Βλ. αντίπαλος. ● Ουσ.: αντίδικος (ο/η) {αντιδίκ-ου | -ων, -ους}: καθένας από τους δύο διαδίκους, ο ενάγων ή ο εναγόμενος: ~ του Δημοσίου. Αίτηση/ένορκη εξέταση/κλήτευση ~ου. Όρκος ~ων. Επιτεύχθηκε συμβιβασμός μεταξύ των ~ων. [< αρχ. ἀντίδικος] | |
| 4442 | αντιδικτατορικός | , ή, ό [ἀντιδικτατορικός] α-ντι-δι-κτα-το-ρι-κός επίθ.: που αντιτίθεται σε δικτατορία: ~ός: αγώνας. ~ή: αντίσταση/δράση. ~ό: μέτωπο. ~ές: οργανώσεις. Πβ. αντιφασιστικός. | |
| 4443 | αντιδικώ | [ἀντιδικῶ] α-ντι-δι-κώ ρ. (αμτβ.) {αντιδικ-είς ...| αντιδίκ-ησα} 1. αντιτίθεμαι σε κάποιον, διαφωνώ: ~ έντονα με .... Δεν έχω λόγο/πρόθεση να ~ήσω μαζί σου. Πβ. αντιπαρατίθεμαι, διαπληκτίζομαι, διχογνωμώ, λογομαχώ, τσακώνομαι, φιλονικώ. Βλ. ομο-, συμ-φωνώ. 2. ΝΟΜ. βρίσκομαι σε δικαστική αντιπαράθεση με κάποιον: ~ για ... Πολίτες που ~ούν με το Δημόσιο. [< αρχ. ἀντιδικῶ] | |
| 4444 | αντιδιουρητικός | , ή, ό [ἀντιδιουρητικός] α-ντι-δι-ου-ρη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που μειώνει την ποσότητα των ούρων: ~ή: ορμόνη (πβ. βαζοπρεσίνη). ΑΝΤ. διουρητικός [< αγγλ. antidiuretic, 1926, γαλλ. antidiurétique, 1959] | |
| 4445 | αντιδογματικός | , ή, ό [ἀντιδογματικός] α-ντι-δογ-μα-τι-κός επίθ.: που δεν χαρακτηρίζεται από δογματισμό, που αντιτίθεται σε αυτόν: ~ός: τρόπος σκέψης. ~ό: πνεύμα. Πβ. διαλλακτ-, υποχωρητ-ικός. ΑΝΤ. άκαμπτος (1), απόλυτος (2), δογματικός (1), μονολιθικός (1) ● επίρρ.: αντιδογματικά [< γαλλ. antidogmatique, αγγλ. antidogmatic(al)] | |
| 4446 | αντιδόνηση | [ἀντιδόνηση] α-ντι-δό-νη-ση ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: σύστημα αντιδόνησης: ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός κατάλληλος για μείωση ή απόσβεση δόνησης, κραδασμού: κινητήρας με ~ ~. [< αγγλ. anti-vibration] | |
| 4447 | αντίδοτο | [ἀντίδοτο] α-ντί-δο-το ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ότου} 1. (μτφ.) οτιδήποτε χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση προβλήματος, δυσάρεστης κατάστασης: ~ στην ανεργία/ανία. Σωματική άσκηση ~ στην παχυσαρκία. Λειτουργεί ως αντίδοτο. Βλ. γιατρειά, λύση, πανάκεια. 2. ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακο ή ουσία για την εξουδετέρωση της δράσης άλλων φαρμάκων ή βλαβερών ουσιών: ~ σε δηλητήριο. Παρασκευή ~ότων. [< 2: μτγν. ἀντίδοτον, γαλλ.-αγγλ. antidote] | |
| 4448 | αντίδραση | [ἀντίδραση] α-ντί-δρα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ενέργεια ή συμπεριφορά που εκδηλώνεται ως επακόλουθο γεγονότος, πράξης ή κατάστασης: άμεση/απρόβλεπτη/αυθόρμητη/υγιής/φυσιολογική/χαλαρή ~. Αρνητική/θετική ~ (πβ. ανταπόκριση). Ποια ήταν η ~ή του στο θέαμα/όταν είδε ... (= πώς αντέδρασε); Η μόνη/πρώτη του ~ ήταν να ... Η είδηση προκάλεσε/ξεσήκωσε ~άσεις αδιαφορίας/δυσφορίας/οργής. Πβ. αντιμετώπιση, στάση. 2. λόγος ή ενέργεια που αντιτίθεται, εναντιώνεται σε κάτι: ~ κατά του καθεστώτος/στο νομοσχέδιο. ~ με τη μορφή διαμαρτυρίας. Φωνές ~ης. Γενικευμένες/δυναμικές/έντονες/ζωηρές/μαζικές/σφοδρές ~άσεις. Θύελλα/κύμα ~άσεων. Οι ~άσεις του κόσμου. Εκδηλώνονται ~άσεις για τα νέα μέτρα. Εντείνονται/κορυφώνονται/οξύνονται οι ~άσεις. Πβ. αντί-θεση, -σταση, εναντίωση. Βλ. αντενέργεια, αντίπραξη, υπερ~. 3. ΧΗΜ. αλληλεπίδραση ουσιών με αποτέλεσμα τη μεταβολή της δομής τους (δηλ. την αλλαγή της θέσης και του αριθμού των ηλεκτρονίων) και τον σχηματισμό νέων: χημική ~. (Αν)αερόβια/αλκαλική ~. ~ οξέος με βάση. Καμπύλη/ταχύτητα ~ης. Θερμοπυρηνικές ~άσεις. ~άσεις (απλής/διπλής) αντικατάστασης/εξουδετέρωσης/θερμικής διάσπασης/σύνθεσης. 4. σωματική ή ψυχική μεταβολή που εκδηλώνεται ως αποτέλεσμα εξωτερικού παράγοντα: (ΙΑΤΡ.) αλλεργική/αναφυλακτική/ανοσολογική/δερματική (βλ. δερμο~)/οργανική ~. Χρόνος ~ης. Εμφάνισε/παρουσίασε σοβαρή ~ στο εμβόλιο/τσίμπημα. Πβ. απάντηση. Βλ. ορο~.|| (ΨΥΧΟΛ.) Αγχώδης/συναισθηματική ~. ~ άμυνας/συναγερμού (: σε έντονα συναισθήματα). 5. ΦΥΣ. ίση και αντίρροπη δύναμη που αναπτύσσεται σε κάποιο σώμα, όταν ασκείται ήδη κάποια άλλη δύναμη σε αυτό: δράση-~. 6. ΠΟΛΙΤ. πολιτική και κοινωνική τάση που είναι ή θεωρείται αντίθετη στην πρόοδο και την εξέλιξη· τα πρόσωπα και οι φορείς που την εκπροσωπούν: μαύρη ~ (βλ. φασισμός, αντιδραστικοί). Οι οπαδοί/συντηρητικές δυνάμεις της ~ης (και του σκοταδισμού). Πβ. οπισθοδρόμηση. ● ΣΥΜΠΛ.: πυρηνική αντίδραση: ΦΥΣ. ΠΥΡ. η οποία προκαλεί τον σχηματισμό νέων ατομικών πυρήνων: αλυσιδωτή ~ ~. ~ ~ με διάσπαση, σύντηξη ή σχάση. Βλ. θερμοπυρηνικός. [< αγγλ. nuclear reaction] , αλυσιδωτή αντίδραση βλ. αλυσιδωτός, αμφίδρομη αντίδραση βλ. αμφίδρομος, διασταυρούμενη αντίδραση βλ. διασταυρούμενος ● ΦΡ.: από αντίδραση: μόνο για να εναντιωθώ σε κάποιον, χωρίς να αποσκοπώ κάπου ιδιαίτερα: Τον αμφισβητεί μόνο ~ ~/~ ~ και μόνο., κόβω αντιδράσεις βλ. κόβω [< μτγν. ἀντίδρασις ‘ανταπόδοση’, γαλλ. réaction, αγγλ. reaction, γερμ. Reaktion] | |
| 4449 | αντιδραστήρας | [ἀντιδραστήρας] α-ντι-δρα-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός, φυσικός ή συνηθέστ. τεχνητός, στον οποίο πραγματοποιούνται χημικές διεργασίες, κυρ. για παραγωγή ενέργειας ή για επιστημονική έρευνα: ατομικός/ηλιακός/θερμοπυρηνικός/πειραματικός ~. ~ ισχύος ... ~ες ζέοντος ύδατος/ταχέων νετρονίων. Βλ. βιο~, στροβιλο~, -τήρας. ● ΣΥΜΠΛ.: πυρηνικός αντιδραστήρας βλ. πυρηνικός [< αγγλ. reactor, 1935, γαλλ. réacteur, περ. 1940] | |
| 4450 | αντιδραστήριο | [ἀντιδραστήριο] α-ντι-δρα-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ουσία που αντιδρά με δεδομένη χημική ένωση ή ειδικότ. χρησιμοποιείται για τον ποιοτικό ή ποσοτικό καθορισμό άλλων ουσιών: διαγνωστικό ~. ~ οξέων.|| ~α για τον προσδιορισμό των ομάδων αίματος. [< γαλλ. réactif] | |
| 4451 | αντιδραστικός | , ή, ό [ἀντιδραστικός] α-ντι-δρα-στι-κός επίθ. 1. ΠΟΛΙΤ. που αντιτίθεται σε οποιαδήποτε εξέλιξη (κοινωνική, πολιτική): ~ός: νόμος. ~ό: καθεστώς. ~ές: αντιλήψεις/θέσεις. ~ά: μέτρα/σχέδια. Οπισθοδρομικοί και ~οί κύκλοι. Πβ. αρτηριοσκληρωτ-, συντηρητ-ικός. ΑΝΤ. νεωτεριστ-, προοδευτ-, ριζοσπαστ-ικός, πρωτοποριακός. 2. που εναντιώνεται σε ορισμένη ενέργεια ή κατάσταση· που εκδηλώνεται ως αντίδραση: ~ός: χαρακτήρας. ~ή: συμπεριφορά. ~ό: άτομο/στοιχείο. Εκ φύσεως/μονίμως ~ή.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: αρθρίτιδα. 3. ΧΗΜ. (για στοιχείο, ουσία) που παίρνει μέρος σε χημική αντίδραση. Βλ. παθητικός. ● Ουσ.: αντιδραστικοί (οι): ΠΟΛΙΤ. σύνολο κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων που αντιτίθενται στην πρόοδο: Συντηρητικοί και ~ υποστήριξαν ότι ... ● επίρρ.: αντιδραστικά [< 1: γαλλ. réactionnaire 2,3: γαλλ. réactif] | |
| 4452 | αντιδραστικότητα | [ἀντιδραστικότητα] α-ντι-δρα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. αντίθεση, αρνητική στάση προς την πρόοδο. Πβ. οπισθοδρομικότητα, σκοταδισμός, συντηρητικότητα. ΑΝΤ. προοδευτικ-, ριζοσπαστικ-ότητα. 2. η ιδιότητα αυτού που εναντιώνεται σε κάτι· ικανότητα αντίδρασης: έμφυτη/εφηβική ~. Πβ. αμφισβήτηση.|| (ΙΑΤΡ.) Αγγειακή/κυτταροτοξική ~. Ορμόνες διασταυρούμενης ~ας. 3. ΧΗΜ. ιδιότητα στοιχείου, μορίου να συμμετέχει σε χημική αντίδραση. Βλ. παθητικοποίηση. [< 1: αγγλ. reactiveness, reactivity 2,3: γαλλ. reactivité, 1944] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ