Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [53780-53800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53285υπερίπταμαι[ὑπερίπταμαι] υ-πε-ρί-πτα-μαι ρ. (αμτβ.) {υπερίπτα-ται, -νται... | παρατ. υπερίπτα-το, -ντο, κυρ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.) (+ γεν.): πετώ πάνω από έναν χώρο: Το αεροπλάνο ~το του αεροδρομίου χωρίς να μπορεί να προσγειωθεί.|| (μτφ.) ~ται των ουσιαστικών προβλημάτων (= τα παραβλέπει, προσπερνά). [< αρχ. ὑπερίπταμαι]
53286υπερίσχυση[ὑπερίσχυση] υ-πε-ρί-σχυ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπερισχύω: ~ του δικαίου. Πβ. κατίσχυση, κυριάρχηση, νίκη. ΣΥΝ. επικράτηση [< μτγν. ὑπερίσχυσις]
53287υπερισχύω[ὑπερισχύω] υ-πε-ρι-σχύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {υπερίσχυ-σε, υπερισχύ-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): ξεπερνώ κάποιον σε δύναμη, υπερτερώ: (+ γεν.) ~σε των άλλων υποψηφίων και εκλέχθηκε πρόεδρος.|| Στη συνέλευση ~σε η άποψη ότι ... Τελικά ~σε η λογική. Πβ. κυριαρχώ. ΣΥΝ. επικρατώ [< μτγν. ὑπερισχύω]
53288υπερίτης[ὑπερίτης] υ-πε-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. δηλητηριώδης ουσία (σύμβ. C4H8Cl2S), η οποία βλάπτει το δέρμα, τα μάτια, το αναπνευστικό σύστημα και τα εσωτερικά όργανα του ανθρώπου. Βλ. -ίτης2. ΣΥΝ. αέριο της μουστάρδας [< γαλλ. ypérite, 1917, αγγλ. yperite, 1919]
53289υπεριώδης, ης, ες [ὑπεριώδης] υ-πε-ρι-ώ-δης επίθ. {υπεριώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών}: ΦΥΣ. που σχετίζεται με την υπεριώδη ακτινοβολία: ~ες: μέρος του φάσματος/φως (του ήλιου). ~εις: ακτίνες.|| (ως ουσ.) Η περιοχή του ~ους. Βλ. -ώδης. ● ΣΥΜΠΛ.: υπεριώδης ακτινοβολία: ΦΥΣ. ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που εκπέμπεται σε μήκος κύματος μικρότερο από το ιώδες του ορατού φάσματος, αλλά μεγαλύτερο από αυτό των ακτίνων Χ. Βλ. υπέρυθρη ακτινοβολία. [< γαλλ.-αγγλ. ultraviolet]
53290υπερκαινοφανής, ής, ές [ὑπερκαινοφανής] υ-περ-και-νο-φα-νής επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: υπερκαινοφανής (αστέρας): ΑΣΤΡΟΝ. σουπερνόβα: υπόλειμμα ~ούς (: το νεφέλωμα που δημιουργείται στον γύρω χώρο λόγω της έκρηξης).
53291υπερκαλιαιμία[ὑπερκαλιαιμία] υ-περ-κα-λι-αι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφύσικα υψηλή συγκέντρωση καλίου στο αίμα. Βλ. -αιμία. ΑΝΤ. υποκαλιαιμία [< αγγλ. hyperkal(a)emia, 1949, γαλλ. hyperkaliémie, γερμ. Hyperkaliämie]
53292υπερκαλλιέργεια[ὑπερκαλλιέργεια] υ-περ-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): υπερβολική καλλιέργεια του εδάφους που έχει ως αποτέλεσμα την εξάντλησή του: ~ της γης. Βλ. -καλλιέργεια.
53293υπερκαλύπτω[ὑπερκαλύπτω] υ-περ-κα-λύ-πτω ρ. (μτβ.) {υπερκάλυ-ψε, υπερκαλύ-ψει, -φθηκε (προφ.) -φτηκε, -φθεί (προφ.) -φτεί, -μμένος, υπερκαλύπτ-οντας} (επιτατ.): καλύπτω παραπάνω από όσο χρειάζεται: Το προϊόν ~ει τις ανάγκες/απαιτήσεις μας. Η αποζημίωση ~ει το κόστος των ζημιών.|| Η ομάδα ~ψε τη διαφορά της ήττας του πρώτου αγώνα.
53294υπερκάλυψη[ὑπερκάλυψη] υ-περ-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): κάλυψη στον υπέρτατο βαθμό: ~ της ζήτησης/της προσφοράς. ~ των στόχων της εταιρείας.
53295υπερκαπνία[ὑπερκαπνία] υ-περ-κα-πνί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφύσικα υψηλή συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα στο αρτηριακό αίμα, η οποία οφείλεται σε υποαερισμό. Βλ. υποξαιμία. ΑΝΤ. υποκαπνία [< αγγλ. hypercapnia, 1908, γαλλ. hypercapnie, γερμ. Hyperkapnie]
53296υπερκαταναλώνω[ὑπερκαταναλώνω] υ-περ-κα-τα-να-λώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {υπερκατανάλω-σε, υπερκαταναλώ-θηκε, υπερκαταναλών-οντας}: καταναλώνω περισσότερο από όσο απαιτείται: Χώρες που ~ουν ενέργεια. [< αγγλ. overconsume]
53297υπερκατανάλωση[ὑπερκατανάλωση] υ-περ-κα-τα-νά-λω-ση ουσ. (θηλ.): υπέρμετρη κατανάλωση: αλόγιστη ~. ~ αλατιού/αλκοόλ/αντιβιοτικών/ενέργειας/θερμίδων/κρέατος/νερού/τροφής. ~ ρεύματος/(υδάτινων/φυσικών) πόρων. Η υπερπαραγωγή αγαθών ωθεί στην ~. Βλ. υποκατανάλωση. [< αγγλ. overconsumption, 1934, γαλλ. surconsommation, 1955]
53298υπερκαταναλωτής[ὑπερκαταναλωτής] υ-περ-κα-τα-να-λω-τής ουσ. (αρσ.): αυτός που καταναλώνει πάρα πολύ. [< αγγλ. overconsumer]
53299υπερκαταναλωτικός, ή, ό [ὑπερκαταναλωτικός] υ-περ-κα-τα-να-λω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την υπερκατανάλωση: ~ός: τρόπος ζωής. ~ή: εποχή/κοινωνία/μανία. ~ό: μοντέλο (ανάπτυξης)/ον/πρότυπο.
53300υπερκαταναλωτισμός[ὑπερκαταναλωτισμός] υ-περ-κα-τα-να-λω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): υπερβολικός καταναλωτισμός: η μανία/παγίδα του ~ού.
53301υπερκατασκευή[ὑπερκατασκευή] υ-περ-κα-τα-σκευ-ή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. κάθε πρόσθετη κατασκευή σε ήδη υπάρχουσα δομή: (σε κτίρια:) Στην αυλή δημιουργήθηκε μια μεταλλική ~ για σκίαση. Πβ. πανωσήκωμα, στέγαστρο. Βλ. ανωδομή.|| (σε οχήματα, χώρος φόρτωσης:) Φορτηγά με έτοιμη ~. Πβ. κιβωτάμαξα.|| Πρυμναία ~. ~ του πλοίου (: το κατασκεύασμα πάνω από το κύριο κατάστρωμα). ΣΥΝ. υπερδομή (1) [< αγγλ. superstructure]
53302υπερκειμενικός, ή, ό [ὑπερκειμενικός] υ-περ-κει-με-νι-κός επίθ.: ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με το υπερκείμενο: ~ή: δομή. ~ή: λογοτεχνία (: μη γραμμική ανάγνωση ενός λογοτεχνικού έργου, βλ. υπερλογοτεχνία). [< αγγλ. hypertextual, 1987, γαλλ. hypertextuel, 1993]
53303υπερκειμενικότητα[ὑπερκειμενικότητα] υ-περ-κει-με-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. η ιδιότητα ενός ηλεκτρονικού κειμένου να μεταφέρει τον αναγνώστη σε άλλα κείμενα μέσω υπερσυνδέσμων. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. hypertextuality]
53304υπερκείμενο[ὑπερκείμενο] υ-περ-κεί-με-νο ουσ. (ουδ.) {υπερκειμέν-ου}: ΠΛΗΡΟΦ. ηλεκτρονικό κείμενο το οποίο δεν διαθέτει γραμμική οργάνωση, αλλά δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να πλοηγείται ελεύθερα σε αυτό με τη χρήση υπερσυνδέσμων: Γλώσσα Σήμανσης ~ου (= HTML). Πρωτόκολλο Μεταφοράς ~ου (= HTTP). Βλ. κυβερνολογοτεχνία. [< αμερικ. hypertext, 1965, γαλλ. hypertexte, 1965, διαδόθηκε περ. το 1988]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.