Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [53780-53800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53275υπερθέρμανση[ὑπερθέρμανση] υ-περ-θέρ-μαν-ση ουσ. (θηλ.): υπερβολική αύξηση της θερμοκρασίας: ~ του συστήματος (ψύξης)/των φρένων.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ του κλίματος/της Μεσογείου. ● ΣΥΜΠΛ.: υπερθέρμανση της οικονομίας: ΟΙΚΟΝ. υπερβολικά αυξημένη οικονομική δραστηριότητα, η οποία μπορεί να δημιουργήσει πληθωριστικές τάσεις., υπερθέρμανση/θέρμανση του πλανήτη & παγκόσμια (υπερ)θέρμανση: ΜΕΤΕΩΡ. σταδιακή αύξηση της μέσης θερμοκρασίας της ατμόσφαιρας της Γης και των ωκεανών, η οποία μπορεί να προκαλέσει κλιματική αλλαγή. Βλ. φαινόμενο του θερμοκηπίου. [< αγγλ. global warming, 1953] [< γαλλ. réchauffement, surchauffe, 1963]
53276υπερθερμία[ὑπερθερμία] υ-περ-θερ-μί-α ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ. 1. ασυνήθιστα αυξημένη θερμοκρασία του σώματος, συνήθ. λόγω παρατεταμένης έκθεσης σε υψηλές θερμοκρασίες περιβάλλοντος: Η ~ μπορεί να οδηγήσει σε αφυδάτωση. Βλ. ηλίαση, θερμική εξάντληση, θερμοπληξία. ΑΝΤ. υποθερμία 2. θεραπεία, συνήθ. για την καταπολέμηση ανίατων νόσων, η οποία βασίζεται στην τεχνητή πρόκληση εξαιρετικά υψηλού πυρετού στον ασθενή ή στην αύξηση της θερμότητας σε ένα σημείο του σώματός του: ελεγχόμενη/ολοσωματική ~. [< γαλλ. hyperthermie, αγγλ. hyperthermia]
53277υπέρθερμος, η, ο [ὑπέρθερμος] υ-πέρ-θερ-μος επίθ. 1. (λόγ.) εξαιρετικά θερμός: ~ες: ιαματικές πηγές.|| (μτφ.) ~ος: υποστηρικτής (= ένθερμος).|| (ΦΥΣ.) ~ος: ατμός. ~ο: νερό. 2. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την υπερθερμία: ~η: χημειοθεραπεία. [< 1: μτγν. ὑπέρθερμος]
53278υπέρθεση[ὑπέρθεση] υ-πέρ-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΥΠΟΓΡ. συνδυασμός δύο διαφορετικών εικόνων ή γραφημάτων σε μία κοινή, σύνθετη απεικόνιση με επάλληλη τοποθέτηση των επιφανειών στις οποίες αυτές/αυτά αποτυπώνονται: ~ αεροφωτογραφιών σε γεωφυσικούς χάρτες. 2. ΦΥΣ. η δυνατότητα ενός υλικού σωματιδίου να βρίσκεται σε δύο ή περισσότερες καταστάσεις ταυτόχρονα: κβαντική ~.|| ~ κυμάτων. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχή της επαλληλίας/υπέρθεσης βλ. επαλληλία [< μτγν. ὑπέρθεσις 'τοποθέτηση πάνω σε κάτι']
53279υπερθετικό[ὑπερθετικό] υ-περ-θε-τι-κό ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. επίθετο ή επίρρημα στον υπερθετικό βαθμό: απόλυτο (: για δήλωση ιδιότητας σε απόλυτο βαθμό, π.χ. εξυπνότατος/πολύ έξυπνος, ωραιότατα)/σχετικό (: για δήλωση ιδιότητας σε μεγαλύτερο βαθμό σε σύγκριση με άλλα ομοειδή ουσιαστικά, π.χ. ο πιο όμορφος/ο ομορφότερος) ~. [< μτγν. ὑπερθετικόν]
53280υπερθετικός, ή, ό [ὑπερθετικός] υ-περ-θε-τι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υπερθετικός βαθμός: ΓΡΑΜΜ. τύπος επιθέτου ή επιρρήματος που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό ή ρήμα διαθέτει μία ιδιότητα ή ποιότητα στον ανώτατο βαθμό: π.χ. ικαν-ότατος, πολύ ικανός, ο πιο ικανός. Βλ. θετικός βαθμός, παραθετικά, συγκριτικός βαθμός.|| (μτφ.) Έζησε τη φρίκη στον ~ό ~ό. [< μτγν. ὑπερθετικός]
53281υπερθυρεοειδισμός[ὑπερθυρεοειδισμός] υ-περ-θυ-ρε-ο-ει-δι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. υπερλειτουργία του θυρεοειδούς (αδένα). Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. θυρεοτοξίκωση ΑΝΤ. υποθυρεοειδισμός [< γαλλ. hyperthyroïdie, 1904, αγγλ. hyperthyroidism, περ. 1900]
53282υπέρθυρο[ὑπέρθυρο] υ-πέρ-θυ-ρο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ανώφλι: μαρμάρινο/τοξωτό ~. ~ της εισόδου/του ναού. ΣΥΝ. πρέκι [< αρχ. ὑπέρθυρον]
53283υπεριδρωσία[ὑπεριδρωσία] υ-πε-ρι-δρω-σί-α ουσ. (θηλ.) & υπερίδρωση: ΙΑΤΡ. παθολογικά αυξημένη τοπική ή γενική εφίδρωση λόγω της έντονης λειτουργίας των ιδρωτοποιών αδένων. [< γαλλ. hyperhidrose, αγγλ. hyperhidrosis]
53284υπερικό[ὑπερικό] υ-πε-ρι-κό ουσ. (ουδ.) & υπέρικο: ΒΟΤ. κοινή ονομασία αρωματικών φυτών (γένος Hypericum) με θεραπευτικές ιδιότητες: ~ το διάτρητο (= βαλσαμό-, σπαθό-χορτο). [< μτγν. ὑπερικόν]
53285υπερίπταμαι[ὑπερίπταμαι] υ-πε-ρί-πτα-μαι ρ. (αμτβ.) {υπερίπτα-ται, -νται... | παρατ. υπερίπτα-το, -ντο, κυρ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.) (+ γεν.): πετώ πάνω από έναν χώρο: Το αεροπλάνο ~το του αεροδρομίου χωρίς να μπορεί να προσγειωθεί.|| (μτφ.) ~ται των ουσιαστικών προβλημάτων (= τα παραβλέπει, προσπερνά). [< αρχ. ὑπερίπταμαι]
53286υπερίσχυση[ὑπερίσχυση] υ-πε-ρί-σχυ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπερισχύω: ~ του δικαίου. Πβ. κατίσχυση, κυριάρχηση, νίκη. ΣΥΝ. επικράτηση [< μτγν. ὑπερίσχυσις]
53287υπερισχύω[ὑπερισχύω] υ-πε-ρι-σχύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {υπερίσχυ-σε, υπερισχύ-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): ξεπερνώ κάποιον σε δύναμη, υπερτερώ: (+ γεν.) ~σε των άλλων υποψηφίων και εκλέχθηκε πρόεδρος.|| Στη συνέλευση ~σε η άποψη ότι ... Τελικά ~σε η λογική. Πβ. κυριαρχώ. ΣΥΝ. επικρατώ [< μτγν. ὑπερισχύω]
53288υπερίτης[ὑπερίτης] υ-πε-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. δηλητηριώδης ουσία (σύμβ. C4H8Cl2S), η οποία βλάπτει το δέρμα, τα μάτια, το αναπνευστικό σύστημα και τα εσωτερικά όργανα του ανθρώπου. Βλ. -ίτης2. ΣΥΝ. αέριο της μουστάρδας [< γαλλ. ypérite, 1917, αγγλ. yperite, 1919]
53289υπεριώδης, ης, ες [ὑπεριώδης] υ-πε-ρι-ώ-δης επίθ. {υπεριώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών}: ΦΥΣ. που σχετίζεται με την υπεριώδη ακτινοβολία: ~ες: μέρος του φάσματος/φως (του ήλιου). ~εις: ακτίνες.|| (ως ουσ.) Η περιοχή του ~ους. Βλ. -ώδης. ● ΣΥΜΠΛ.: υπεριώδης ακτινοβολία: ΦΥΣ. ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που εκπέμπεται σε μήκος κύματος μικρότερο από το ιώδες του ορατού φάσματος, αλλά μεγαλύτερο από αυτό των ακτίνων Χ. Βλ. υπέρυθρη ακτινοβολία. [< γαλλ.-αγγλ. ultraviolet]
53290υπερκαινοφανής, ής, ές [ὑπερκαινοφανής] υ-περ-και-νο-φα-νής επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: υπερκαινοφανής (αστέρας): ΑΣΤΡΟΝ. σουπερνόβα: υπόλειμμα ~ούς (: το νεφέλωμα που δημιουργείται στον γύρω χώρο λόγω της έκρηξης).
53291υπερκαλιαιμία[ὑπερκαλιαιμία] υ-περ-κα-λι-αι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφύσικα υψηλή συγκέντρωση καλίου στο αίμα. Βλ. -αιμία. ΑΝΤ. υποκαλιαιμία [< αγγλ. hyperkal(a)emia, 1949, γαλλ. hyperkaliémie, γερμ. Hyperkaliämie]
53292υπερκαλλιέργεια[ὑπερκαλλιέργεια] υ-περ-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): υπερβολική καλλιέργεια του εδάφους που έχει ως αποτέλεσμα την εξάντλησή του: ~ της γης. Βλ. -καλλιέργεια.
53293υπερκαλύπτω[ὑπερκαλύπτω] υ-περ-κα-λύ-πτω ρ. (μτβ.) {υπερκάλυ-ψε, υπερκαλύ-ψει, -φθηκε (προφ.) -φτηκε, -φθεί (προφ.) -φτεί, -μμένος, υπερκαλύπτ-οντας} (επιτατ.): καλύπτω παραπάνω από όσο χρειάζεται: Το προϊόν ~ει τις ανάγκες/απαιτήσεις μας. Η αποζημίωση ~ει το κόστος των ζημιών.|| Η ομάδα ~ψε τη διαφορά της ήττας του πρώτου αγώνα.
53294υπερκάλυψη[ὑπερκάλυψη] υ-περ-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): κάλυψη στον υπέρτατο βαθμό: ~ της ζήτησης/της προσφοράς. ~ των στόχων της εταιρείας.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.