| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53305 | υπερκείμενος | , η, ο [ὑπερκείμενος] υ-περ-κεί-με-νος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται πάνω ή ψηλότερα από κάτι: ~ος: όροφος/χώρος (ΑΝΤ. υποκείμενος). ~η: κατασκευή. ~ο: στρώμα.|| (μτφ.) ~η: έννοια (= ευρύτερη). Τίτλοι σπουδών ξένης γλώσσας ~ου επιπέδου. Οι αποφάσεις του συμβουλίου χρειάζονται επικύρωση από τις ~ες Αρχές. [< μτχ. εν. του ρ. ὑπέρκειμαι] | |
| 53306 | υπέρκειται | [ὑπέρκειται] υ-πέρ-κει-ται ρ. (αμτβ.) {υπέρκει-νται, υπερκεί-μενος, μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): (+ γεν.) βρίσκεται πάνω ή ψηλότερα από κάτι: Η οροφή του υπογείου ~ (ΑΝΤ. υπόκειται) της στάθμης του εδάφους. Λόφος που ~ του λιμανιού (πβ. δεσπόζει). ~μενα: στρώματα (αέρα).|| (μτφ.) Κανείς δεν ~ του νόμου. [< αρχ. ὑπέρκειμαι] | |
| 53307 | υπερκεράζω | [ὑπερκεράζω] υ-περ-κε-ρά-ζω ρ. (μτβ.) {υπερκέρα-σε, υπερκερά-στηκε κ. -σθηκε, -στεί κ. -σθεί} & (λόγ.) υπερκερώ ΣΥΝ. υπερφαλαγγίζω 1. ξεπερνώ, υπερνικώ: Οι εισαγωγές κρέατος ~σαν τις εξαγωγές (πβ. υπερακοντίζω). Με το πείσμα του ~σε όλες τις δυσκολίες (πβ. παρακάμπτω, υπερπηδώ). 2. ΣΤΡΑΤ. (σπάν.) περικυκλώνω την παράταξη του εχθρού: Τα στρατεύματα ~σαν τις οχυρώσεις του αντιπάλου. [< 2: μτγν. ὑπερκερῶ] | |
| 53308 | υπερκέρασε | βλ. υπερκεράζω | |
| 53309 | υπερκέραση | [ὑπερκέραση] υ-περ-κέ-ρα-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) υπερκερασμός (ο): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπερκεράζω: (ΣΤΡΑΤ.) ~ του δεξιού μετώπου/του οχυρού.|| (κυρ. μτφ.) Μέτρα για την ~ των εμποδίων/προβλημάτων (πβ. ξεπέρασμα, παράκαμψη, υπερφαλάγγιση). [< μτγν. ὑπερκέρασις] | |
| 53310 | υπερκεράτωση | [ὑπερκεράτωση] υ-περ-κε-ρά-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερτροφία της κεράτινης στιβάδας της επιδερμίδας: ακτινική ~ (: πρoκαρκινική κατάσταση τoυ δέρματος λόγω χρόνιας έκθεσης στoν ήλιο). Σμηγματορροϊκές ~ώσεις. ~ στο πέλμα (πβ. κάλος, τύλος). [< αγγλ. hyperkeratosis, 1907, γαλλ. hyperkératose] | |
| 53311 | υπερκέρδος | [ὑπερκέρδος] υ-περ-κέρ-δος ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} ΟΙΚΟΝ. 1. υπερβολικά μεγάλο κέρδος, το οποίο συνήθ. υπερβαίνει το νόμιμο περιθώριο: συσσωρευμένα ~η. ~η των επιχειρηματιών/πολυεθνικών/τραπεζών. 2. (στον μαρξισμό) το κέρδος που καρπώνεται ο εργοδότης από την υπεραξία του παραγόμενου προϊόντος: μονοπωλιακά ~η. ~η των καπιταλιστών/του κεφαλαίου. Βλ. υπερπροϊόν. [< 1: αγγλ. superprofit 2: γαλλ. ~, 1924] | |
| 53312 | υπερκινησία | [ὑπερκινησία] υ-περ-κι-νη-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. παθολογικά αυξημένη και συχνά ανεξέλεγκτη μυϊκή δραστηριότητα, σπασμός. Βλ. πάρκινσον, τρόμος. ΑΝΤ. υποκινησία 2. ΨΥΧΟΛ. υπερκινητικότητα. [< γαλλ. hyperkinésie, αγγλ. hyperkinesia] | |
| 53313 | υπερκινητικός | , ή, ό [ὑπερκινητικός] υ-περ-κι-νη-τι-κός επίθ. 1. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την υπερκινητικότητα ή χαρακτηρίζεται από αυτή: ~ή: διαταραχή/δυσαρθρία/συμπεριφορά. ~ό: σύνδρομο.|| ~ό: παιδί. ΑΝΤ. υποκινητικός. 2. που είναι ιδιαίτερα κινητικός και γεμάτος ενεργητικότητα: Είναι ~ και αγχώδης/νευρικός. [< γαλλ. hypercinétique] | |
| 53314 | υπερκινητικότητα | [ὑπερκινητικότητα] υ-περ-κι-νη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. διαταραχή στη συμπεριφορά συνήθ. παιδιού ή εφήβου, η οποία χαρακτηρίζεται από αυξημένη διάσπαση της προσοχής, έντονη παρορμητικότητα και υπερδραστηριότητα και μπορεί να επηρεάσει τη σχολική του επίδοση: Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και ~ας (ακρ. ΔΕΠ-Υ). 2. έντονη κινητικότητα: (μτφ.) Ο χώρος των μικρών τραπεζών εμφανίζει ~.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του εντέρου. ΑΝΤ. υποκινητικότητα. [< γαλλ. hyperkinésie] | |
| 53315 | υπερκλάση | [ὑπερκλάση] υ-περ-κλά-ση ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. υπερομοταξία 1. ΒΙΟΛ. ταξινομική κατηγορία οργανισμών με κοινά χαρακτηριστικά, η οποία βρίσκεται πάνω από την κλάση και κάτω από το φύλο ή το υποφύλο. Βλ. υποκλάση, υποσυνομοταξία. 2. ΠΛΗΡΟΦ. γενικευμένη έννοια ή δομή δεδομένων η οποία κληροδοτεί χαρακτηριστικά και ιδιότητες σε μία ή περισσότερες υποκλάσεις. ΣΥΝ. υπερτάξη (2) [< αγγλ. superclass] | |
| 53316 | υπερκομματικός | , ή, ό [ὑπερκομματικός] υ-περ-κομ-μα-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που λειτουργεί ανεξάρτητα από πολιτικές παρατάξεις και δεν επηρεάζεται από αυτές· που εκφράζει μια τέτοια στάση: ~ός: πρόεδρος/συνδυασμός/υποψήφιος. ~ή: επιτροπή/κίνηση (πολιτών)/κυβέρνηση/προσωπικότητα/συμμαχία.|| ~ή: αποδοχή/συναίνεση/συνεννόηση. ~ό: ψηφοδέλτιο. ● επίρρ.: υπερκομματικά | |
| 53317 | υπερκόπωση | [ὑπερκόπωση] υ-περ-κό-πω-ση ουσ. (θηλ.): υπερβολική κούραση· κατ' επέκτ. οι διαταραχές που συνοδεύουν τη σωματική ή ψυχική καταπόνηση του οργανισμού: πνευματική ~. ~ ματιών.|| Χρόνια ~. Έπαθε ~. [< γαλλ. surmenage] | |
| 53318 | υπερκορεσμένος | , η, ο [ὑπερκορεσμένος] υ-περ-κο-ρε-σμέ-νος επίθ. 1. (επιτατ.) που είναι πολύ γεμάτος από κάτι: ~η: χωματερή.|| (κατ' επέκτ.) ~η: αγορά. ~ο: επάγγελμα. Πβ. υπερπλήρης. 2. ΧΗΜ. υπέρκορος: ~ο: διάλυμα. | |
| 53319 | υπερκορεσμός | [ὑπερκορεσμός] υ-περ-κο-ρε-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) υπερβολικός κορεσμός: Σε ορισμένα επαγγέλματα υπάρχει πλέον ~. Πβ. υπερεπάρκεια. 2. ΜΕΤΕΩΡ. κατάσταση κατά την οποία ένας ορισμένος όγκος αέρα περιέχει μεγαλύτερο ποσοστό υδρατμών από αυτό που είναι απαραίτητο για να προκληθεί κορεσμός. 3. ΧΗΜ. κατάσταση κατά την οποία ένα διάλυμα περιέχει πολύ μεγαλύτερη ποσότητα διαλυμένης ουσίας από αυτή που είναι απαραίτητη υπό κανονικές συνθήκες για τον κορεσμό του. [< 2,3: γαλλ. sursaturation] | |
| 53320 | υπερκοριός | [ὑπερκοριός] υ-περ-κο-ριός ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών και μηχανημάτων που χρησιμοποιούνται για την ταυτόχρονη κρυφή παρακολούθηση ύποπτων ατόμων και καταγραφή των κινήσεων και συνομιλιών τους σε σταθερό ή κινητό τηλέφωνο, σε ανοιχτούς χώρους, στο διαδίκτυο, μέσω φαξ ή ηλεκτρονικών μηνυμάτων. ΣΥΝ. σούπερ κοριός | |
| 53321 | υπέρκορος | , η, ο [ὑπέρκορος] υ-πέρ-κο-ρος επίθ. (λόγ.) 1. ΧΗΜ. που περιέχει ποσότητα διαλυμένης ουσίας μεγαλύτερη από αυτή που περιέχεται στο σημείο κορεσμού, συνήθ. ως αποτέλεσμα ψύξης: ~ο: διάλυμα. Βλ. ακόρεστος. ΣΥΝ. υπερκορεσμένος (2) 2. ΦΥΣ. (για υδρατμό) που έχει μεγαλύτερη πίεση από αυτή που αντιστοιχεί στην κατάσταση κορεσμού στις ίδιες συνθήκες θερμοκρασίας. [< μτγν. ὑπέρκορος 'περισσότερο από χορτάτος', γαλλ. sursaturé] | |
| 53322 | υπερκόσμιος | , α, ο [ὑπερκόσμιος] υ-περ-κό-σμι-ος επίθ. (λόγ.) 1. που βρίσκεται πέρα από τον αισθητό κόσμο: ~α: ατμόσφαιρα/γαλήνη/δύναμη/μορφή. ~ο: φως. Πβ. υπεραισθητός. Βλ. ουράνιος. ΣΥΝ. υπερφυσικός (1) ΑΝΤ. εγκόσμιος 2. ΦΙΛΟΣ. που βρίσκεται πέρα από τα όρια της εμπειρικής γνώσης. ΣΥΝ. υπερβατικός (1) [< μτγν. ὑπερκόσμιος] | |
| 53323 | υπερκοστολόγηση | [ὑπερκοστολόγηση] υ-περ-κο-στο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπερκοστολογώ. Πβ. υπερτιμολόγηση. ΑΝΤ. υποκοστολόγηση | |
| 53324 | υπερκοστολογώ | [ὑπερκοστολογῶ] υ-περ-κο-στο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {-είς ...| υπερκοστολόγ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: ΟΙΚΟΝ. καθορίζω πολύ υψηλότερο κόστος για ένα προϊόν από το πραγματικό: Η εταιρεία ~εί τις υπηρεσίες της. Πβ. υπερτιμολογώ. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ