Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [53800-53820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53295υπερκαπνία[ὑπερκαπνία] υ-περ-κα-πνί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφύσικα υψηλή συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα στο αρτηριακό αίμα, η οποία οφείλεται σε υποαερισμό. Βλ. υποξαιμία. ΑΝΤ. υποκαπνία [< αγγλ. hypercapnia, 1908, γαλλ. hypercapnie, γερμ. Hyperkapnie]
53296υπερκαταναλώνω[ὑπερκαταναλώνω] υ-περ-κα-τα-να-λώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {υπερκατανάλω-σε, υπερκαταναλώ-θηκε, υπερκαταναλών-οντας}: καταναλώνω περισσότερο από όσο απαιτείται: Χώρες που ~ουν ενέργεια. [< αγγλ. overconsume]
53297υπερκατανάλωση[ὑπερκατανάλωση] υ-περ-κα-τα-νά-λω-ση ουσ. (θηλ.): υπέρμετρη κατανάλωση: αλόγιστη ~. ~ αλατιού/αλκοόλ/αντιβιοτικών/ενέργειας/θερμίδων/κρέατος/νερού/τροφής. ~ ρεύματος/(υδάτινων/φυσικών) πόρων. Η υπερπαραγωγή αγαθών ωθεί στην ~. Βλ. υποκατανάλωση. [< αγγλ. overconsumption, 1934, γαλλ. surconsommation, 1955]
53298υπερκαταναλωτής[ὑπερκαταναλωτής] υ-περ-κα-τα-να-λω-τής ουσ. (αρσ.): αυτός που καταναλώνει πάρα πολύ. [< αγγλ. overconsumer]
53299υπερκαταναλωτικός, ή, ό [ὑπερκαταναλωτικός] υ-περ-κα-τα-να-λω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την υπερκατανάλωση: ~ός: τρόπος ζωής. ~ή: εποχή/κοινωνία/μανία. ~ό: μοντέλο (ανάπτυξης)/ον/πρότυπο.
53300υπερκαταναλωτισμός[ὑπερκαταναλωτισμός] υ-περ-κα-τα-να-λω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): υπερβολικός καταναλωτισμός: η μανία/παγίδα του ~ού.
53301υπερκατασκευή[ὑπερκατασκευή] υ-περ-κα-τα-σκευ-ή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. κάθε πρόσθετη κατασκευή σε ήδη υπάρχουσα δομή: (σε κτίρια:) Στην αυλή δημιουργήθηκε μια μεταλλική ~ για σκίαση. Πβ. πανωσήκωμα, στέγαστρο. Βλ. ανωδομή.|| (σε οχήματα, χώρος φόρτωσης:) Φορτηγά με έτοιμη ~. Πβ. κιβωτάμαξα.|| Πρυμναία ~. ~ του πλοίου (: το κατασκεύασμα πάνω από το κύριο κατάστρωμα). ΣΥΝ. υπερδομή (1) [< αγγλ. superstructure]
53302υπερκειμενικός, ή, ό [ὑπερκειμενικός] υ-περ-κει-με-νι-κός επίθ.: ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με το υπερκείμενο: ~ή: δομή. ~ή: λογοτεχνία (: μη γραμμική ανάγνωση ενός λογοτεχνικού έργου, βλ. υπερλογοτεχνία). [< αγγλ. hypertextual, 1987, γαλλ. hypertextuel, 1993]
53303υπερκειμενικότητα[ὑπερκειμενικότητα] υ-περ-κει-με-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. η ιδιότητα ενός ηλεκτρονικού κειμένου να μεταφέρει τον αναγνώστη σε άλλα κείμενα μέσω υπερσυνδέσμων. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. hypertextuality]
53304υπερκείμενο[ὑπερκείμενο] υ-περ-κεί-με-νο ουσ. (ουδ.) {υπερκειμέν-ου}: ΠΛΗΡΟΦ. ηλεκτρονικό κείμενο το οποίο δεν διαθέτει γραμμική οργάνωση, αλλά δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να πλοηγείται ελεύθερα σε αυτό με τη χρήση υπερσυνδέσμων: Γλώσσα Σήμανσης ~ου (= HTML). Πρωτόκολλο Μεταφοράς ~ου (= HTTP). Βλ. κυβερνολογοτεχνία. [< αμερικ. hypertext, 1965, γαλλ. hypertexte, 1965, διαδόθηκε περ. το 1988]
53305υπερκείμενος, η, ο [ὑπερκείμενος] υ-περ-κεί-με-νος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται πάνω ή ψηλότερα από κάτι: ~ος: όροφος/χώρος (ΑΝΤ. υποκείμενος). ~η: κατασκευή. ~ο: στρώμα.|| (μτφ.) ~η: έννοια (= ευρύτερη). Τίτλοι σπουδών ξένης γλώσσας ~ου επιπέδου. Οι αποφάσεις του συμβουλίου χρειάζονται επικύρωση από τις ~ες Αρχές. [< μτχ. εν. του ρ. ὑπέρκειμαι]
53306υπέρκειται[ὑπέρκειται] υ-πέρ-κει-ται ρ. (αμτβ.) {υπέρκει-νται, υπερκεί-μενος, μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): (+ γεν.) βρίσκεται πάνω ή ψηλότερα από κάτι: Η οροφή του υπογείου ~ (ΑΝΤ. υπόκειται) της στάθμης του εδάφους. Λόφος που ~ του λιμανιού (πβ. δεσπόζει). ~μενα: στρώματα (αέρα).|| (μτφ.) Κανείς δεν ~ του νόμου. [< αρχ. ὑπέρκειμαι]
53307υπερκεράζω[ὑπερκεράζω] υ-περ-κε-ρά-ζω ρ. (μτβ.) {υπερκέρα-σε, υπερκερά-στηκε κ. -σθηκε, -στεί κ. -σθεί} & (λόγ.) υπερκερώ ΣΥΝ. υπερφαλαγγίζω 1. ξεπερνώ, υπερνικώ: Οι εισαγωγές κρέατος ~σαν τις εξαγωγές (πβ. υπερακοντίζω). Με το πείσμα του ~σε όλες τις δυσκολίες (πβ. παρακάμπτω, υπερπηδώ). 2. ΣΤΡΑΤ. (σπάν.) περικυκλώνω την παράταξη του εχθρού: Τα στρατεύματα ~σαν τις οχυρώσεις του αντιπάλου. [< 2: μτγν. ὑπερκερῶ]
53309υπερκεράζω

[ὑπερκέραση] υ-περ-κέ-ρα-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) υπερκερασμός (ο): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπερκεράζω: (ΣΤΡΑΤ.) ~ του δεξιού μετώπου/του οχυρού.|| (κυρ. μτφ.) Μέτρα για την ~ των εμποδίων/προβλημάτων (πβ. ξεπέρασμα, παράκαμψη, υπερφαλάγγιση). [< μτγν. ὑπερκέρασις]

53308υπερκέρασεβλ. υπερκεράζω
53310υπερκεράτωση[ὑπερκεράτωση] υ-περ-κε-ρά-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερτροφία της κεράτινης στιβάδας της επιδερμίδας: ακτινική ~ (: πρoκαρκινική κατάσταση τoυ δέρματος λόγω χρόνιας έκθεσης στoν ήλιο). Σμηγματορροϊκές ~ώσεις. ~ στο πέλμα (πβ. κάλος, τύλος). [< αγγλ. hyperkeratosis, 1907, γαλλ. hyperkératose]
53311υπερκέρδος[ὑπερκέρδος] υ-περ-κέρ-δος ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} ΟΙΚΟΝ. 1. υπερβολικά μεγάλο κέρδος, το οποίο συνήθ. υπερβαίνει το νόμιμο περιθώριο: συσσωρευμένα ~η. ~η των επιχειρηματιών/πολυεθνικών/τραπεζών. 2. (στον μαρξισμό) το κέρδος που καρπώνεται ο εργοδότης από την υπεραξία του παραγόμενου προϊόντος: μονοπωλιακά ~η. ~η των καπιταλιστών/του κεφαλαίου. Βλ. υπερπροϊόν. [< 1: αγγλ. superprofit 2: γαλλ. ~, 1924]
53312υπερκινησία[ὑπερκινησία] υ-περ-κι-νη-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. παθολογικά αυξημένη και συχνά ανεξέλεγκτη μυϊκή δραστηριότητα, σπασμός. Βλ. πάρκινσον, τρόμος. ΑΝΤ. υποκινησία 2. ΨΥΧΟΛ. υπερκινητικότητα. [< γαλλ. hyperkinésie, αγγλ. hyperkinesia]
53313υπερκινητικός, ή, ό [ὑπερκινητικός] υ-περ-κι-νη-τι-κός επίθ. 1. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την υπερκινητικότητα ή χαρακτηρίζεται από αυτή: ~ή: διαταραχή/δυσαρθρία/συμπεριφορά. ~ό: σύνδρομο.|| ~ό: παιδί. ΑΝΤ. υποκινητικός. 2. που είναι ιδιαίτερα κινητικός και γεμάτος ενεργητικότητα: Είναι ~ και αγχώδης/νευρικός. [< γαλλ. hypercinétique]
53314υπερκινητικότητα[ὑπερκινητικότητα] υ-περ-κι-νη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. διαταραχή στη συμπεριφορά συνήθ. παιδιού ή εφήβου, η οποία χαρακτηρίζεται από αυξημένη διάσπαση της προσοχής, έντονη παρορμητικότητα και υπερδραστηριότητα και μπορεί να επηρεάσει τη σχολική του επίδοση: Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και ~ας (ακρ. ΔΕΠ-Υ). 2. έντονη κινητικότητα: (μτφ.) Ο χώρος των μικρών τραπεζών εμφανίζει ~.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του εντέρου. ΑΝΤ. υποκινητικότητα. [< γαλλ. hyperkinésie]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.