| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53315 | υπερκλάση | [ὑπερκλάση] υ-περ-κλά-ση ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. υπερομοταξία 1. ΒΙΟΛ. ταξινομική κατηγορία οργανισμών με κοινά χαρακτηριστικά, η οποία βρίσκεται πάνω από την κλάση και κάτω από το φύλο ή το υποφύλο. Βλ. υποκλάση, υποσυνομοταξία. 2. ΠΛΗΡΟΦ. γενικευμένη έννοια ή δομή δεδομένων η οποία κληροδοτεί χαρακτηριστικά και ιδιότητες σε μία ή περισσότερες υποκλάσεις. ΣΥΝ. υπερτάξη (2) [< αγγλ. superclass] | |
| 53316 | υπερκομματικός | , ή, ό [ὑπερκομματικός] υ-περ-κομ-μα-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που λειτουργεί ανεξάρτητα από πολιτικές παρατάξεις και δεν επηρεάζεται από αυτές· που εκφράζει μια τέτοια στάση: ~ός: πρόεδρος/συνδυασμός/υποψήφιος. ~ή: επιτροπή/κίνηση (πολιτών)/κυβέρνηση/προσωπικότητα/συμμαχία.|| ~ή: αποδοχή/συναίνεση/συνεννόηση. ~ό: ψηφοδέλτιο. ● επίρρ.: υπερκομματικά | |
| 53317 | υπερκόπωση | [ὑπερκόπωση] υ-περ-κό-πω-ση ουσ. (θηλ.): υπερβολική κούραση· κατ' επέκτ. οι διαταραχές που συνοδεύουν τη σωματική ή ψυχική καταπόνηση του οργανισμού: πνευματική ~. ~ ματιών.|| Χρόνια ~. Έπαθε ~. [< γαλλ. surmenage] | |
| 53318 | υπερκορεσμένος | , η, ο [ὑπερκορεσμένος] υ-περ-κο-ρε-σμέ-νος επίθ. 1. (επιτατ.) που είναι πολύ γεμάτος από κάτι: ~η: χωματερή.|| (κατ' επέκτ.) ~η: αγορά. ~ο: επάγγελμα. Πβ. υπερπλήρης. 2. ΧΗΜ. υπέρκορος: ~ο: διάλυμα. | |
| 53319 | υπερκορεσμός | [ὑπερκορεσμός] υ-περ-κο-ρε-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) υπερβολικός κορεσμός: Σε ορισμένα επαγγέλματα υπάρχει πλέον ~. Πβ. υπερεπάρκεια. 2. ΜΕΤΕΩΡ. κατάσταση κατά την οποία ένας ορισμένος όγκος αέρα περιέχει μεγαλύτερο ποσοστό υδρατμών από αυτό που είναι απαραίτητο για να προκληθεί κορεσμός. 3. ΧΗΜ. κατάσταση κατά την οποία ένα διάλυμα περιέχει πολύ μεγαλύτερη ποσότητα διαλυμένης ουσίας από αυτή που είναι απαραίτητη υπό κανονικές συνθήκες για τον κορεσμό του. [< 2,3: γαλλ. sursaturation] | |
| 53320 | υπερκοριός | [ὑπερκοριός] υ-περ-κο-ριός ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών και μηχανημάτων που χρησιμοποιούνται για την ταυτόχρονη κρυφή παρακολούθηση ύποπτων ατόμων και καταγραφή των κινήσεων και συνομιλιών τους σε σταθερό ή κινητό τηλέφωνο, σε ανοιχτούς χώρους, στο διαδίκτυο, μέσω φαξ ή ηλεκτρονικών μηνυμάτων. ΣΥΝ. σούπερ κοριός | |
| 53321 | υπέρκορος | , η, ο [ὑπέρκορος] υ-πέρ-κο-ρος επίθ. (λόγ.) 1. ΧΗΜ. που περιέχει ποσότητα διαλυμένης ουσίας μεγαλύτερη από αυτή που περιέχεται στο σημείο κορεσμού, συνήθ. ως αποτέλεσμα ψύξης: ~ο: διάλυμα. Βλ. ακόρεστος. ΣΥΝ. υπερκορεσμένος (2) 2. ΦΥΣ. (για υδρατμό) που έχει μεγαλύτερη πίεση από αυτή που αντιστοιχεί στην κατάσταση κορεσμού στις ίδιες συνθήκες θερμοκρασίας. [< μτγν. ὑπέρκορος 'περισσότερο από χορτάτος', γαλλ. sursaturé] | |
| 53322 | υπερκόσμιος | , α, ο [ὑπερκόσμιος] υ-περ-κό-σμι-ος επίθ. (λόγ.) 1. που βρίσκεται πέρα από τον αισθητό κόσμο: ~α: ατμόσφαιρα/γαλήνη/δύναμη/μορφή. ~ο: φως. Πβ. υπεραισθητός. Βλ. ουράνιος. ΣΥΝ. υπερφυσικός (1) ΑΝΤ. εγκόσμιος 2. ΦΙΛΟΣ. που βρίσκεται πέρα από τα όρια της εμπειρικής γνώσης. ΣΥΝ. υπερβατικός (1) [< μτγν. ὑπερκόσμιος] | |
| 53323 | υπερκοστολόγηση | [ὑπερκοστολόγηση] υ-περ-κο-στο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπερκοστολογώ. Πβ. υπερτιμολόγηση. ΑΝΤ. υποκοστολόγηση | |
| 53324 | υπερκοστολογώ | [ὑπερκοστολογῶ] υ-περ-κο-στο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {-είς ...| υπερκοστολόγ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: ΟΙΚΟΝ. καθορίζω πολύ υψηλότερο κόστος για ένα προϊόν από το πραγματικό: Η εταιρεία ~εί τις υπηρεσίες της. Πβ. υπερτιμολογώ. | |
| 53325 | υπερκρατικός | , ή, ό [ὑπερκρατικός] υ-περ-κρα-τι-κός επίθ.: που είναι πάνω και πέρα από τα όρια του κράτους: Η Ευρωπαϊκή Ένωση λαμβάνει αποφάσεις σε ~ό επίπεδο. Βλ. διακρατικός, υπερεθνικός. | |
| 53326 | υπερκράτος | [ὑπερκράτος] υ-περ-κρά-τος ουσ. (ουδ.): ένωση πολλών κρατών: ευρωπαϊκό ~ (= η Ευρωπαϊκή Ένωση). | |
| 53327 | υπερκρίσιμος | , η, ο [ὑπερκρίσιμος] υ-περ-κρί-σι-μος επίθ. ΑΝΤ. υποκρίσιμος 1. ΦΥΣ. (για ρευστά) που έχει θερμοκρασία και πίεση μεγαλύτερη από την αντίστοιχη κρίσιμη: ~η: εκχύλιση/κατάσταση (: μεταξύ αερίου και υγρού). ~ες: συνθήκες. 2. ΦΥΣ. ΠΥΡ. που περιέχει πολύ μεγάλη ποσότητα σχάσιμου υλικού, με αποτέλεσμα η αλυσιδωτή αντίδραση που προκαλείται να αναπτύσσεται με ταχύτατους ρυθμούς: ~η: μάζα. 3. ΥΔΡΟΛ. (για υγρό) που κινείται με ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτή των κυμάτων: ~η: ροή. [< αγγλ. supercritical, 1934] | |
| 53328 | υπέρλαμπρος | , η, ο [υπέρλαμπρος] υ-πέρ-λα-μπρος επίθ. (επιτατ.): πολύ λαμπερός: ~ος: ήλιος. ~ο: φως. Πβ. ολόλαμπρος.|| (μτφ.) ~η: ιστορία/καριέρα. ~ο αστέρι της ροκ σκηνής. [< αρχ. ὑπέρλαμπρος] | |
| 53329 | υπερλειτουργεί | [ὑπερλειτουργεῖ] υ-περ-λει-τουρ-γεί ρ. (αμτβ.) {κυρ. στον ενεστ.}: ΙΑΤΡ. (για αδένα ή όργανο) λειτουργεί πιο εντατικά από το φυσιολογικό. || Το μηχάνημα/η υπηρεσία ~. ΑΝΤ. υπολειτουργεί | |
| 53330 | υπερλειτουργία | [ὑπερλειτουργία] υ-περ-λει-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφύσικα αυξημένη δραστηριότητα, συνήθ. αδένα ή άλλου οργάνου, η οποία προκαλεί επιπλοκές στην υγεία: ~ του θυρεοειδούς αδένα (= υπερθυρεοειδισμός)/του ανοσοποιητικού συστήματος (: αλλεργίες, αυτοάνοσα νοσήματα). ~ των επινεφριδίων/μυών (ΑΝΤ. υπολειτουργία). || ~ των κλματιστικών. [< γαλλ. hyperfonctionnement] | |
| 53331 | υπερλειτουργικός | ή, ό [ὑπερλειτουργικός] υ-περ-λει-του-ργι-κός επίθ.: που υπερλειτουργεί: ~ή: κύστη (= υπερδραστήρια). | |
| 53332 | υπέρλεπτος | , η, ο [ὑπέρλεπτος] υ-πέρ-λε-πτος επίθ. (επιτατ.): πολύ λεπτός: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ες: τηλεοράσεις.|| (ΦΥΣ. ΠΥΡ.) ~η: υφή φάσματος (: διαχωρισμός φασματικών γραμμών σε πολλές επιμέρους και πολύ κοντινές μεταξύ τους γραμμές).|| (ΧΗΜ.) ~α: σωματίδια. [< αγγλ. hyperfine, 1926] | |
| 53333 | υπερλεωφόρος | [ὑπερλεωφόρος] υ-περ-λε-ω-φό-ρος ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υπερλεωφόρος (των) πληροφοριών: ΠΛΗΡΟΦ. παγκόσμιο δίκτυο επικοινωνίας και ταχύτατης ανταλλαγής πληροφοριών σε ηλεκτρονική μορφή· ειδικότ. το διαδίκτυο. Πβ. κυβερνοχώρος. [< αγγλ. information superhighway, 1983] | |
| 53334 | υπερλιπιδαιμία | [ὑπερλιπιδαιμία] υ-περ-λι-πι-δαι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολικά υψηλός αριθμός λιπιδίων στο αίμα: οικογενής ~. Βλ. λιπαιμία. [< γαλλ. hyperlip(id)émie, 1958, αγγλ. hyperlip(id)emia, 1961] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ