Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [53820-53840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53325υπερκρατικός, ή, ό [ὑπερκρατικός] υ-περ-κρα-τι-κός επίθ.: που είναι πάνω και πέρα από τα όρια του κράτους: Η Ευρωπαϊκή Ένωση λαμβάνει αποφάσεις σε ~ό επίπεδο. Βλ. διακρατικός, υπερεθνικός.
53326υπερκράτος[ὑπερκράτος] υ-περ-κρά-τος ουσ. (ουδ.): ένωση πολλών κρατών: ευρωπαϊκό ~ (= η Ευρωπαϊκή Ένωση).
53327υπερκρίσιμος, η, ο [ὑπερκρίσιμος] υ-περ-κρί-σι-μος επίθ. ΑΝΤ. υποκρίσιμος 1. ΦΥΣ. (για ρευστά) που έχει θερμοκρασία και πίεση μεγαλύτερη από την αντίστοιχη κρίσιμη: ~η: εκχύλιση/κατάσταση (: μεταξύ αερίου και υγρού). ~ες: συνθήκες. 2. ΦΥΣ. ΠΥΡ. που περιέχει πολύ μεγάλη ποσότητα σχάσιμου υλικού, με αποτέλεσμα η αλυσιδωτή αντίδραση που προκαλείται να αναπτύσσεται με ταχύτατους ρυθμούς: ~η: μάζα. 3. ΥΔΡΟΛ. (για υγρό) που κινείται με ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτή των κυμάτων: ~η: ροή. [< αγγλ. supercritical, 1934]
53328υπέρλαμπρος, η, ο [υπέρλαμπρος] υ-πέρ-λα-μπρος επίθ. (επιτατ.): πολύ λαμπερός: ~ος: ήλιος. ~ο: φως. Πβ. ολόλαμπρος.|| (μτφ.) ~η: ιστορία/καριέρα. ~ο αστέρι της ροκ σκηνής. [< αρχ. ὑπέρλαμπρος]
53329υπερλειτουργεί[ὑπερλειτουργεῖ] υ-περ-λει-τουρ-γεί ρ. (αμτβ.) {κυρ. στον ενεστ.}: ΙΑΤΡ. (για αδένα ή όργανο) λειτουργεί πιο εντατικά από το φυσιολογικό. || Το μηχάνημα/η υπηρεσία ~. ΑΝΤ. υπολειτουργεί
53330υπερλειτουργία[ὑπερλειτουργία] υ-περ-λει-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφύσικα αυξημένη δραστηριότητα, συνήθ. αδένα ή άλλου οργάνου, η οποία προκαλεί επιπλοκές στην υγεία: ~ του θυρεοειδούς αδένα (= υπερθυρεοειδισμός)/του ανοσοποιητικού συστήματος (: αλλεργίες, αυτοάνοσα νοσήματα). ~ των επινεφριδίων/μυών (ΑΝΤ. υπολειτουργία). || ~ των κλματιστικών. [< γαλλ. hyperfonctionnement]
53331υπερλειτουργικόςή, ό [ὑπερλειτουργικός] υ-περ-λει-του-ργι-κός επίθ.: που υπερλειτουργεί: ~ή: κύστη (= υπερδραστήρια).
53332υπέρλεπτος, η, ο [ὑπέρλεπτος] υ-πέρ-λε-πτος επίθ. (επιτατ.): πολύ λεπτός: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ες: τηλεοράσεις.|| (ΦΥΣ. ΠΥΡ.) ~η: υφή φάσματος (: διαχωρισμός φασματικών γραμμών σε πολλές επιμέρους και πολύ κοντινές μεταξύ τους γραμμές).|| (ΧΗΜ.) ~α: σωματίδια. [< αγγλ. hyperfine, 1926]
53333υπερλεωφόρος[ὑπερλεωφόρος] υ-περ-λε-ω-φό-ρος ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υπερλεωφόρος (των) πληροφοριών: ΠΛΗΡΟΦ. παγκόσμιο δίκτυο επικοινωνίας και ταχύτατης ανταλλαγής πληροφοριών σε ηλεκτρονική μορφή· ειδικότ. το διαδίκτυο. Πβ. κυβερνοχώρος. [< αγγλ. information superhighway, 1983]
53334υπερλιπιδαιμία[ὑπερλιπιδαιμία] υ-περ-λι-πι-δαι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολικά υψηλός αριθμός λιπιδίων στο αίμα: οικογενής ~. Βλ. λιπαιμία. [< γαλλ. hyperlip(id)émie, 1958, αγγλ. hyperlip(id)emia, 1961]
53335υπερλίπωση[ὑπερλίπωση] υ-περ-λί-πω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολικά αυξημένη παρουσία λίπους στο αίμα ή τους ιστούς. [< γαλλ. adiposité , αγγλ. hyperliposis]
53336υπέρλογος, η, ο [ὑπέρλογος] υ-πέρ-λο-γος επίθ. (λόγ.): που υπερβαίνει τη λογική: ~ο: μυστήριο (του Θεού). Βλ. έλ-, παρά-λογος. ● Ουσ.: υπέρλογο (το): αυτό που ξεπερνά τα όρια της λογικής: το ~ της πίστης. [< μεσν. υπέρλογος 'που δεν εκφράζεται με λόγια']
53337υπερλογοτεχνία[ὑπερλογοτεχνία} υ-περ-λο-γο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. κυβερνολογοτεχνία. Βλ. υπερκείμενο.
53338υπερλούξ[ὑπερλούξ] υ-περ-λούξ επίθ. {άκλ.} (προφ.): υπερπολυτελής: ~: ξενοδοχείο. Διαμέρισμα ~ κατασκευής.
53339υπερμαγγανικός, ή, ό [ὑπερμαγγανικός] υ-περ-μα-γγα-νι-κός επίθ.: ΧΗΜ. (για χημική ένωση) που λαμβάνεται από το μαγγάνιο: ~ό: κάλιο (: ισχυρό οξειδωτικό μέσο)/οξύ. [< γαλλ. permanganique]
53340υπερμαραθώνιος, α, ο [ὑπερμαραθώνιος] υ-περ-μα-ρα-θώ-νι-ος επίθ.: ΑΘΛ. που σχετίζεται με το αγώνισμα του υπερμαραθωνίου: ~ος: αγώνας. ~α: διαδρομή/σκυταλοδρομία. ● Ουσ.: υπερμαραθώνιος (ο) (κ. με κεφαλ. Υ): ΑΘΛ. αγώνισμα δρόμου αντοχής κατά το οποίο οι αθλητές διανύουν απόσταση μεγαλύτερη από αυτή του Μαραθωνίου. Βλ. σπάρταθλο(ν). [< αγγλ. ultramarathon, 1977]
53341υπερμάρκετ[ὑπερμάρκετ] υ-περ-μάρ-κετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πολύ μεγάλο κατάστημα το οποίο βρίσκεται συνήθ. εκτός του κέντρου μιας πόλης και πουλά τρόφιμα καθώς και είδη πολυκαταστημάτων. Πβ. σούπερ-μάρκετ, υπεραγορά. [< αγγλ. hypermarket, 1970, γαλλ. hypermarché, 1969]
53342υπερμάχομαι[ὑπερμάχομαι] υ-περ-μά-χο-μαι ρ. (μτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (επίσ.): υπερασπίζομαι σθεναρά: (+ γεν.) ~ονται της αναγκαιότητας για προστασία του περιβάλλοντος. [< αρχ. ὑπερμαχῶ]
53343υπέρμαχος

, η/ος, ο [ὑπέρμαχος] υ-πέρ-μα-χος επίθ./ουσ. (+ γεν.): που υπερασπίζεται με σθένος θεσμό ή αξία: ~ της ανεξαρτησίας (μιας χώρας)/των ανθρωπίνων δικαιωμάτων/της δημοκρατίας/του διαλόγου/των δικαίων (του λαού)/της Ορθοδοξίας. Πβ. προασπ-, υπερασπ-ιστής, φρουρός.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~ος Στρατηγός (= η Παναγία).|| (ως ουσ.) Οι ~οι (= ένθερμοι υποστηρικτές, οπαδοί) του νομοσχεδίου τονίζουν ... Πβ. ζηλωτής, πρόμαχος, προστάτης. Βλ. -μαχος. [< μτγν. ὑπέρμαχος]

53344υπερμεγέθης, ης, ες [ὑπερμεγέθης] υ-περ-με-γέ-θης επίθ. {ουδ. υπερμέγεθες· υπερμεγέθ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): εξαιρετικά μεγάλος σε μέγεθος: ~εις: κατασκευές. Πβ. τεράστιος.|| (ως ουσ.) Το ~ες του μνημείου. ΣΥΝ. γιγάντιος (1) [< αρχ. ὑπερμεγέθης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.