| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53335 | υπερλίπωση | [ὑπερλίπωση] υ-περ-λί-πω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολικά αυξημένη παρουσία λίπους στο αίμα ή τους ιστούς. [< γαλλ. adiposité , αγγλ. hyperliposis] | |
| 53336 | υπέρλογος | , η, ο [ὑπέρλογος] υ-πέρ-λο-γος επίθ. (λόγ.): που υπερβαίνει τη λογική: ~ο: μυστήριο (του Θεού). Βλ. έλ-, παρά-λογος. ● Ουσ.: υπέρλογο (το): αυτό που ξεπερνά τα όρια της λογικής: το ~ της πίστης. [< μεσν. υπέρλογος 'που δεν εκφράζεται με λόγια'] | |
| 53337 | υπερλογοτεχνία | [ὑπερλογοτεχνία} υ-περ-λο-γο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. κυβερνολογοτεχνία. Βλ. υπερκείμενο. | |
| 53338 | υπερλούξ | [ὑπερλούξ] υ-περ-λούξ επίθ. {άκλ.} (προφ.): υπερπολυτελής: ~: ξενοδοχείο. Διαμέρισμα ~ κατασκευής. | |
| 53339 | υπερμαγγανικός | , ή, ό [ὑπερμαγγανικός] υ-περ-μα-γγα-νι-κός επίθ.: ΧΗΜ. (για χημική ένωση) που λαμβάνεται από το μαγγάνιο: ~ό: κάλιο (: ισχυρό οξειδωτικό μέσο)/οξύ. [< γαλλ. permanganique] | |
| 53340 | υπερμαραθώνιος | , α, ο [ὑπερμαραθώνιος] υ-περ-μα-ρα-θώ-νι-ος επίθ.: ΑΘΛ. που σχετίζεται με το αγώνισμα του υπερμαραθωνίου: ~ος: αγώνας. ~α: διαδρομή/σκυταλοδρομία. ● Ουσ.: υπερμαραθώνιος (ο) (κ. με κεφαλ. Υ): ΑΘΛ. αγώνισμα δρόμου αντοχής κατά το οποίο οι αθλητές διανύουν απόσταση μεγαλύτερη από αυτή του Μαραθωνίου. Βλ. σπάρταθλο(ν). [< αγγλ. ultramarathon, 1977] | |
| 53341 | υπερμάρκετ | [ὑπερμάρκετ] υ-περ-μάρ-κετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πολύ μεγάλο κατάστημα το οποίο βρίσκεται συνήθ. εκτός του κέντρου μιας πόλης και πουλά τρόφιμα καθώς και είδη πολυκαταστημάτων. Πβ. σούπερ-μάρκετ, υπεραγορά. [< αγγλ. hypermarket, 1970, γαλλ. hypermarché, 1969] | |
| 53342 | υπερμάχομαι | [ὑπερμάχομαι] υ-περ-μά-χο-μαι ρ. (μτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (επίσ.): υπερασπίζομαι σθεναρά: (+ γεν.) ~ονται της αναγκαιότητας για προστασία του περιβάλλοντος. [< αρχ. ὑπερμαχῶ] | |
| 53343 | υπέρμαχος | , η/ος, ο [ὑπέρμαχος] υ-πέρ-μα-χος επίθ./ουσ. (+ γεν.): που υπερασπίζεται με σθένος θεσμό ή αξία: ~ της ανεξαρτησίας (μιας χώρας)/των ανθρωπίνων δικαιωμάτων/της δημοκρατίας/του διαλόγου/των δικαίων (του λαού)/της Ορθοδοξίας. Πβ. προασπ-, υπερασπ-ιστής, φρουρός.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~ος Στρατηγός (= η Παναγία).|| (ως ουσ.) Οι ~οι (= ένθερμοι υποστηρικτές, οπαδοί) του νομοσχεδίου τονίζουν ... Πβ. ζηλωτής, πρόμαχος, προστάτης. Βλ. -μαχος. [< μτγν. ὑπέρμαχος] | |
| 53344 | υπερμεγέθης | , ης, ες [ὑπερμεγέθης] υ-περ-με-γέ-θης επίθ. {ουδ. υπερμέγεθες· υπερμεγέθ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): εξαιρετικά μεγάλος σε μέγεθος: ~εις: κατασκευές. Πβ. τεράστιος.|| (ως ουσ.) Το ~ες του μνημείου. ΣΥΝ. γιγάντιος (1) [< αρχ. ὑπερμεγέθης] | |
| 53345 | υπερμέσα | [ὑπερμέσα] υ-περ-μέ-σα ουσ. (ουδ.) (τα): ΠΛΗΡΟΦ. συστήματα οργάνωσης πληροφοριών που έχουν πολλές μορφές, όπως κείμενα, γραφικά, ήχο ή κινούμενες εικόνες, και συνδέονται μεταξύ τους με υπερσυνδέσμους. Βλ. πολυμέσα, υπερκείμενο. [< αγγλ. hypermedia, 1965, γαλλ. hypermédia, 1989] | |
| 53347 | υπερμεταδοτικότητα | [ὑπερμεταδοτικότητα] υ-περ-με-τα-δο-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. η ιδιότητα μολυσματικού παράγοντα να μεταδίδεται με ευκολία μεγαλύτερη από την αναμενόμενη. | |
| 53348 | υπέρμετρος | , η, ο [ὑπέρμετρος] υ-πέρ-με-τρος επίθ. (λόγ.): που ξεπερνά το μέτρο και αγγίζει τα όρια της υπερβολής: ~ος: εγωισμός/ενθουσιασμός/ζήλος (πβ. υπερβάλλων)/θαυμασμός. ~η: αγάπη/αισιοδοξία/ανησυχία/ασφάλεια/εμπιστοσύνη/προβολή (= υπερπροβολή)/προσπάθεια/φιλοδοξία. ~ο: άγχος/ενδιαφέρον. ~ες: προσδοκίες.|| ~ος: δανεισμός (= υπερδανεισμός). ~η: ανάπτυξη/εκμετάλλευση (= υπερεκμετάλλευση)/κατανάλωση (= υπερκατανάλωση). ~ο: κόστος. ΣΥΝ. άμετρος, υπερβολικός (1) ● επίρρ.: υπέρμετρα [< αρχ. ὑπέρμετρος] | |
| 53349 | υπερμετρωπία | [ὑπερμετρωπία] υ-περ-με-τρω-πί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. οφθαλμική πάθηση και ειδικότ. διαθλαστική ανωμαλία κατά την οποία οι ακτίνες φωτός από το εξωτερικό περιβάλλον δεν εστιάζονται πάνω στον αμφιβληστροειδή του ματιού, αλλά πίσω από αυτόν, με αποτέλεσμα η όραση να είναι θολή. Βλ. αμετρ-, μυ-ωπία. [< γαλλ. hypermétropie, αγγλ. hypermetropia] | |
| 53350 | υπερμετρωπικός | , ή, ό [ὑπερμετρωπικός] υ-περ-με-τρω-πι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την υπερμετρωπία: ~ός: αστιγματισμός. [< γαλλ. hypermétropique, 1923] | |
| 53351 | υπερμοντέλο | [ὑπερμοντέλο] υ-περ-μο-ντέ-λο ουσ. (ουδ.): τοπ μόντελ, σούπερ μοντέλο. [< αγγλ. supermodel, 1948] | |
| 53352 | υπερμοντέρνος | , α, ο [ὑπερμοντέρνος] υ-περ-μο-ντέρ-νος επίθ. (επιτατ.): πολύ μοντέρνος: ~ες: ιδέες/καταστάσεις. ~α: κτίρια. Πβ. υπερσύγχρονος.[< γαλλ. ultramoderne, 1902] | |
| 53353 | υπερμοριακός | , ή, ό [ὑπερμοριακός] υ-περ-μο-ρι-α-κός επίθ.: ΧΗΜ. που αποτελείται από πολλά μόρια ή είναι πιο περίπλοκος από ένα μόριο: ~ή: οργάνωση (του DNA). ~ές: δομές.|| ~ή: χημεία (: εξετάζει τα συστήματα που αποτελούνται από συνθέσεις μορίων). [< αγγλ. supramolecular, 1909, γαλλ. supramoléculaire, 1980] | |
| 53354 | υπερνατριαιμία | [ὑπερνατριαιμία] υ-περ-να-τρι-αι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφύσικα υψηλή συγκέντρωση νατρίου στο αίμα. Βλ. -αιμία. [< αγγλ. hypernatr(a)emia, 1960, γαλλ. hypernatrémie, γερμ. Hypernatriämie] | |
| 53355 | υπερνίκηση | [ὑπερνίκηση] υ-περ-νί-κη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπερνικώ: ~ των δυσκολιών/εμποδίων/προβλημάτων. Πβ. κατανίκηση, ξεπέρασμα, υπερπήδηση. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ