| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53345 | υπερμέσα | [ὑπερμέσα] υ-περ-μέ-σα ουσ. (ουδ.) (τα): ΠΛΗΡΟΦ. συστήματα οργάνωσης πληροφοριών που έχουν πολλές μορφές, όπως κείμενα, γραφικά, ήχο ή κινούμενες εικόνες, και συνδέονται μεταξύ τους με υπερσυνδέσμους. Βλ. πολυμέσα, υπερκείμενο. [< αγγλ. hypermedia, 1965, γαλλ. hypermédia, 1989] | |
| 53347 | υπερμεταδοτικότητα | [ὑπερμεταδοτικότητα] υ-περ-με-τα-δο-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. η ιδιότητα μολυσματικού παράγοντα να μεταδίδεται με ευκολία μεγαλύτερη από την αναμενόμενη. | |
| 53348 | υπέρμετρος | , η, ο [ὑπέρμετρος] υ-πέρ-με-τρος επίθ. (λόγ.): που ξεπερνά το μέτρο και αγγίζει τα όρια της υπερβολής: ~ος: εγωισμός/ενθουσιασμός/ζήλος (πβ. υπερβάλλων)/θαυμασμός. ~η: αγάπη/αισιοδοξία/ανησυχία/ασφάλεια/εμπιστοσύνη/προβολή (= υπερπροβολή)/προσπάθεια/φιλοδοξία. ~ο: άγχος/ενδιαφέρον. ~ες: προσδοκίες.|| ~ος: δανεισμός (= υπερδανεισμός). ~η: ανάπτυξη/εκμετάλλευση (= υπερεκμετάλλευση)/κατανάλωση (= υπερκατανάλωση). ~ο: κόστος. ΣΥΝ. άμετρος, υπερβολικός (1) ● επίρρ.: υπέρμετρα [< αρχ. ὑπέρμετρος] | |
| 53349 | υπερμετρωπία | [ὑπερμετρωπία] υ-περ-με-τρω-πί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. οφθαλμική πάθηση και ειδικότ. διαθλαστική ανωμαλία κατά την οποία οι ακτίνες φωτός από το εξωτερικό περιβάλλον δεν εστιάζονται πάνω στον αμφιβληστροειδή του ματιού, αλλά πίσω από αυτόν, με αποτέλεσμα η όραση να είναι θολή. Βλ. αμετρ-, μυ-ωπία. [< γαλλ. hypermétropie, αγγλ. hypermetropia] | |
| 53350 | υπερμετρωπικός | , ή, ό [ὑπερμετρωπικός] υ-περ-με-τρω-πι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την υπερμετρωπία: ~ός: αστιγματισμός. [< γαλλ. hypermétropique, 1923] | |
| 53351 | υπερμοντέλο | [ὑπερμοντέλο] υ-περ-μο-ντέ-λο ουσ. (ουδ.): τοπ μόντελ, σούπερ μοντέλο. [< αγγλ. supermodel, 1948] | |
| 53352 | υπερμοντέρνος | , α, ο [ὑπερμοντέρνος] υ-περ-μο-ντέρ-νος επίθ. (επιτατ.): πολύ μοντέρνος: ~ες: ιδέες/καταστάσεις. ~α: κτίρια. Πβ. υπερσύγχρονος.[< γαλλ. ultramoderne, 1902] | |
| 53353 | υπερμοριακός | , ή, ό [ὑπερμοριακός] υ-περ-μο-ρι-α-κός επίθ.: ΧΗΜ. που αποτελείται από πολλά μόρια ή είναι πιο περίπλοκος από ένα μόριο: ~ή: οργάνωση (του DNA). ~ές: δομές.|| ~ή: χημεία (: εξετάζει τα συστήματα που αποτελούνται από συνθέσεις μορίων). [< αγγλ. supramolecular, 1909, γαλλ. supramoléculaire, 1980] | |
| 53354 | υπερνατριαιμία | [ὑπερνατριαιμία] υ-περ-να-τρι-αι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφύσικα υψηλή συγκέντρωση νατρίου στο αίμα. Βλ. -αιμία. [< αγγλ. hypernatr(a)emia, 1960, γαλλ. hypernatrémie, γερμ. Hypernatriämie] | |
| 53355 | υπερνίκηση | [ὑπερνίκηση] υ-περ-νί-κη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπερνικώ: ~ των δυσκολιών/εμποδίων/προβλημάτων. Πβ. κατανίκηση, ξεπέρασμα, υπερπήδηση. | |
| 53356 | υπερνικώ | [ὑπερνικῶ] υ-περ-νι-κώ ρ. (μτβ.) {υπερνικ-ά ... | υπερνίκ-ησε, -ήσει, -άται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} (λόγ.): ξεπερνώ εμπόδιο, δυσκολία ή δυσάρεστη κατάσταση: Κατάφερε να ~ήσει τα προβλήματα/τις προκλήσεις/τον φόβο. Πβ. υπερπηδώ. ΣΥΝ. κατανικώ (1) [< αρχ. ὑπερνικῶ] | |
| 53357 | υπερνομάρχης | [ὑπερνομάρχης] υ-περ-νο-μάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.) (ως το 2010): υπεύθυνος για τη διοίκηση υπερνομαρχίας. Βλ. υπερδήμαρχος. [< γαλλ. super-préfet] | |
| 53358 | υπερνομαρχία | [ὑπερνομαρχία] υ-περ-νο-μαρ-χί-α ουσ. (θηλ.) (ως το 2010): διευρυμένη νομαρχιακή διοικητική περιφέρεια που περιελάμβανε συνήθ. περισσότερους από έναν νομούς· κατ' επέκτ. το αξίωμα και τα καθήκοντα του υπερνομάρχη: ~ Αθηνών-Πειραιώς. Βλ. υπερδήμος.|| Κέρδισε την ~ (: έγινε υπερνομάρχης). | |
| 53359 | υπέρογκος | , η, ο [ὑπέρογκος] υ-πέ-ρο-γκος επίθ.: (συνήθ. για χρηματικό ποσό) που ξεπερνά κατά πολύ το αναμενόμενο: ~ος: δανεισμός/λογαριασμός. ~ο: έλλειμμα/κόστος. ~ες: αμοιβές/αποζημιώσεις/αυξήσεις/δαπάνες/τιμές/χρεώσεις. ~α: ενοίκια/έξοδα/επιτόκια/κέρδη/πρόστιμα/χρέη. Πβ. αστρονομικός. [< αρχ. ὑπέρογκος] | |
| 53360 | υπερομοταξία | [ὑπερομοταξία] υ-πε-ρο-μο-τα-ξί-α ουσ. (θηλ.): υπερκλάση: (ΒΙΟΛ.) ~ Τετράποδα. Βλ. υποσυν-, υφ-ομοταξία. | |
| 53361 | υπεροξειδάση | [ὑπεροξειδάση] υ-πε-ρο-ξει-δά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ομάδα ενζύμων η οποία βρίσκεται κυρ. στα φυτά και καταλύει την οξείδωση οργανικής ουσίας με τη βοήθεια υπεροξειδίου. [< γαλλ. peroxydase, αγγλ. peroxidase, 1900] | |
| 53362 | υπεροξειδικός | , ή, ό [ὑπεροξειδικός] υ-πε-ρο-ξει-δι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που έχει τις ιδιότητες του υπεροξειδίου: ~ό: ανιόν. | |
| 53363 | υπεροξείδιο | [ὑπεροξείδιο] υ-πε-ρο-ξεί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ένωση που περιέχει στο μόριό της δύο άτομα οξυγόνου και εμφανίζει ισχυρές οξειδωτικές ιδιότητες: οργανικό ~. Εκρηκτικά ~α. ~ του άνθρακα/βενζολίου/ψευδαργύρου. ● ΣΥΜΠΛ.: υπεροξείδιο του υδρογόνου βλ. υδρογόνο [< γαλλ. peroxyde] | |
| 53364 | υπεροξείδωση | [ὑπεροξείδωση] υ-πε-ρο-ξεί-δω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. μετατροπή οξειδίου σε υπεροξείδιο: λιπιδική ~ (: επίδραση ελεύθερων ριζών στα λιπίδια που υπάρχουν στις μεμβράνες των κυττάρων). [< γαλλ. peroxydation, 1963] | |
| 53365 | υπεροξυγόνωση | [ὑπεροξυγόνωση] υ-πε-ρο-ξυ-γό-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. υπερβολική οξυγόνωση του οργανισμού. [< αγγλ. hyperoxygenation, γαλλ. hyperoxygénation] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ