Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [53860-53880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53366υπεροπλία[ὑπεροπλία] υ-πε-ρο-πλί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): οπλική συνήθ. υπεροχή: αεροπορική/στρατιωτική ~.|| (μτφ.) Οικονομική/πολιτική/τεχνολογική ~. Η ομάδα μας νίκησε παρά την αριθμητική ~ των αντιπάλων (: λόγω αποβολής παίκτη). [< αρχ. ὑπεροπλία]
53367υπερόπλο[ὑπερόπλο] υ-πε-ρό-πλο ουσ. (ουδ.): πολύ ισχυρό όπλο τελευταίας τεχνολογίας· κατ' επέκτ. οτιδήποτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί με εξαιρετικά αποτελεσματικό τρόπο ή είναι πάρα πολύ εξελιγμένο: μυστικό ~.|| (μτφ.) ~ κατά του καρκίνου. Τα ~α της κυβέρνησης για την οικονομία (: τα δυνατά της χαρτιά). Το πρόσφατο μοντέλο της αυτοκινητοβιομηχανίας αποτελεί το ~ της. [< αγγλ. superweapon]
53368υπερόπτης[ὑπερόπτης] υ-πε-ρό-πτης επίθ./ουσ. (λόγ.): που συμπεριφέρεται με περιφρονητικό τρόπο, υποτιμώντας τους άλλους: (εμφατ.) ~ και αλαζόνας. Πβ. ακατάδεκτος, επηρ-, καβαλη-μένος, οιηματίας, σνομπ, υπερφίαλος, ψηλομύτης. ΑΝΤ. σεμνός (2), ταπεινός (1) [< αρχ. ὑπερόπτης]
53369υπεροπτικός, ή, ό [ὑπεροπτικός] υ-πε-ρο-πτι-κός επίθ.: που συμπεριφέρεται με υπεροψία ή χαρακτηρίζεται από αυτή: Είναι τόσο ~ που δεν συναναστρέφεται με τους συναδέλφους του.|| ~ή: ματιά/στάση/συμπεριφορά. ~ό: βλέμμα/ύφος/χαμόγελο. Πβ. αλαζονικός, ψωνισμένος. ● επίρρ.: υπεροπτικά [< αρχ. ὑπεροπτικός]
53370υπερορία[ὑπερορία] υ-πε-ρο-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. υποχρεωτική απομάκρυνση ατόμου έξω από τα σύνορα μιας χώρας· απέλαση ή εξορία. [< μτγν. ὑπερορία]
53371ύπερος[ὕπερος] ύ-πε-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -έρου}: ΒΟΤ. το θηλυκό αναπαραγωγικό όργανο των φυτών, το οποίο αποτελείται από το στίγμα, τον στύλο και την ωοθήκη. Βλ. στήμονας. [< αρχ. ὕπερος]
53372υπεροσμωτικός, ή, ό [ὑπεροσμωτικός] υ-πε-ρο-σμω-τι-κός επίθ. & υπερωσμωτικός: ΧΗΜ. (για διάλυμα) που έχει υψηλότερη οσμωτική πίεση από άλλο διάλυμα με το οποίο συγκρίνεται. Πβ. υπερτονικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ό: κώμα (: μορφή διαβητικού κώματος). [< πβ. αγγλ. hyperosmotic]
53373υπερουράνιος1, α, ο [ὑπερουράνιος] υ-πε-ρου-ρά-νι-ος επίθ. ΘΕΟΛ. 1. που υπάρχει πέρα από τον ουρανό: ~ο: θυσιαστήριο. 2. (με κεφαλ. το αρχικό Υ) προσωνυμία του Θεού. [< αρχ. ὑπερουράνιος]
53374υπερουράνιος2, α, ο [ὑπερουράνιος] υ-πε-ρου-ρά-νι-ος επίθ.: ΧΗΜ. (για χημικό στοιχείο) που έχει μεγαλύτερο ατομικό αριθμό από το ουράνιο: ~α: στοιχεία (βλ. ακτινίδες, καλιφόρνιο, νομπέλιο). [< αγγλ. transuranic, 1935, γαλλ. transuranien, 1940]
53375υπερούσιος, α, ο [ὑπερούσιος] υ-πε-ρού-σι-ος επίθ. (ΘΕΟΛ.) 1. που βρίσκεται ή υπάρχει πέρα από την ύλη, την ουσία: ~ο: φως. 2. (με κεφαλ. το αρχικό Υ) προσωνυμία του Θεού. [< μτγν. ὑπερούσιος]
53376υπεροχή[ὑπεροχή] υ-πε-ρο-χή ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση κατά την οποία κάποιος ή κάτι υπερέχει έναντι κάποιου άλλου: αγωνιστική/αισθητική/ηθική/πνευματική/πολιτιστική/στρατιωτική/τεχνική/τεχνολογική ~. Αισθητή/αναμφισβήτητη/καθολική/ποιοτική/συντριπτική ~. Αίσθηση/απόδειξη/επίδειξη/σημείο ~ής. Με τον αέρα της ~ής. Διατηρεί/έχει την ~ έναντι των άλλων/επί του αντιπάλου.|| (ΝΟΜ.) Η αρχή της ~ής του κοινοτικού δικαίου (έναντι των εθνικών διατάξεων). Πβ. κυριάρχηση. ΣΥΝ. ανωτερότητα (1), προβάδισμα 2. ΒΙΟΛ. η ιδιότητα ενός αλληλόμορφου γονιδίου να διαμορφώνει τον φαινότυπο ενός οργανισμού επικαλύπτοντας την έκφραση άλλων αλληλόμορφων. [< 1: αρχ. ὑπεροχή]
53377υπέροχος, η, ο [ὑπέροχος] υ-πέ-ρο-χος επίθ.: εξαιρετικός, θαυμάσιος: ~ος: καιρός. ~η: γυναίκα/θέα/φωνή. ~ο: σώμα/φόρεμα. Πβ. εξαίσιος, έξοχος, θεσπέσιος, καταπληκτικός, ξεχωριστός. Βλ. ανεπανάληπτος. ΣΥΝ. φανταστικός (2) ● επίρρ.: υπέροχα [< αρχ. ὑπέροχος]
53378υπεροψία[ὑπεροψία] υ-πε-ρο-ψί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του υπερόπτη: η ~ της εξουσίας. Τον αντιμετώπισε με ~. ΣΥΝ. αλαζονεία, έπαρση (1), ξιπασιά, οίηση ΑΝΤ. σεμνότητα, ταπεινοφροσύνη [< αρχ. ὑπεροψία]
53379υπερπαραγωγή[ὑπερπαραγωγή] υ-περ-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. εντυπωσιακή κινηματογραφική ή τηλεοπτική συνήθ. παραγωγή με ιδιαίτερα υψηλό κόστος· κατ' επέκτ. οτιδήποτε αποβλέπει στον εντυπωσιασμό, φτάνοντας μερικές φορές στα όρια της υπερβολής: διεθνής/επική/θεαματική/ιστορική/μουσική/φιλόδοξη/χολιγουντιανή ~.|| Έκαναν έναν γάμο ~ (πβ. υπερθέαμα). 2. ΟΙΚΟΝ. παραγωγή προϊόντων η οποία ξεπερνά κατά πολύ τη ζήτηση και υπερκαλύπτει τις υπάρχουσες ανάγκες: ~ γάλακτος/λαδιού. Βλ. υπερκατανάλωση. 3. ΦΥΣΙΟΛ. υπερέκκριση: ~ οιστρογόνων/ορμονών. [< 1: γαλλ. superproduction, 1921 2: αγγλ. overproduction, γαλλ. surproduction]
53380υπερπαραθυρεοειδισμός[ὑπερπαραθυρεοειδισμός] υ-περ-πα-ρα-θυ-ρε-ο-ει-δι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. υπερέκκριση παραθορμόνης στο αίμα, η οποία προκαλεί υπερασβεστιαιμία: πρωτοπαθής/δευτεροπαθής/τριτοπαθής ~. Βλ. -ισμός, υποπαραθυρεοειδισμός. [< αγγλ. hyperparathyroidism, 1917, γαλλ. hyperparathyroïdisme, γερμ. Hyperparathyreoidismus]
53381υπερπατριώτης[ὑπερπατριώτης] υ-περ-πα-τρι-ώ-της ουσ. (αρσ.): άτομο που υπερασπίζεται με φανατισμό τα εθνικά ιδεώδη και απορρίπτει όποιον και ό,τι θεωρεί ότι έρχεται σε αντίθεση με αυτά. Πβ. εθνικ-, σοβιν-ιστής.
53382υπερπατριωτικός, ή, ό [ὑπερπατριωτικός] υ-περ-πα-τρι-ω-τι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από υπερβολικό πατριωτισμό. Πβ. εθνικιστικός, σοβινιστικός.
53383υπερπατριωτισμός[ὑπερπατριωτισμός] υ-περ-πα-τρι-ω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): φανατική προσήλωση στα εθνικά ιδεώδη. Πβ. εθνικ-, σοβιν-ισμός. Βλ. εθνοφυλετισμός.
53384υπερπέραν[ὑπερπέραν] υ-περ-πέ-ραν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ο κόσμος που υπάρχει πέρα από τον θάνατο· κατ' επέκτ. το μακρινό και απρόσιτο Σύμπαν: Ισχυρίζεται ότι επικοινωνεί με το ~.|| Το τηλέφωνό μου χάλασε και ακούγομαι σαν να μιλάω από το ~. [< γαλλ. l'au-delà]
53385υπερπεριφέρεια[ὑπερπεριφέρεια] υ-περ-πε-ρι-φέ-ρει-α ουσ. (θηλ.): γεωγραφική ενότητα που περιλαμβάνει περισσότερες από μία περιφέρειες: ~ Αττικής. Βλ. υποπεριφέρεια.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.