| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53356 | υπερνικώ | [ὑπερνικῶ] υ-περ-νι-κώ ρ. (μτβ.) {υπερνικ-ά ... | υπερνίκ-ησε, -ήσει, -άται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} (λόγ.): ξεπερνώ εμπόδιο, δυσκολία ή δυσάρεστη κατάσταση: Κατάφερε να ~ήσει τα προβλήματα/τις προκλήσεις/τον φόβο. Πβ. υπερπηδώ. ΣΥΝ. κατανικώ (1) [< αρχ. ὑπερνικῶ] | |
| 53357 | υπερνομάρχης | [ὑπερνομάρχης] υ-περ-νο-μάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.) (ως το 2010): υπεύθυνος για τη διοίκηση υπερνομαρχίας. Βλ. υπερδήμαρχος. [< γαλλ. super-préfet] | |
| 53358 | υπερνομαρχία | [ὑπερνομαρχία] υ-περ-νο-μαρ-χί-α ουσ. (θηλ.) (ως το 2010): διευρυμένη νομαρχιακή διοικητική περιφέρεια που περιελάμβανε συνήθ. περισσότερους από έναν νομούς· κατ' επέκτ. το αξίωμα και τα καθήκοντα του υπερνομάρχη: ~ Αθηνών-Πειραιώς. Βλ. υπερδήμος.|| Κέρδισε την ~ (: έγινε υπερνομάρχης). | |
| 53359 | υπέρογκος | , η, ο [ὑπέρογκος] υ-πέ-ρο-γκος επίθ.: (συνήθ. για χρηματικό ποσό) που ξεπερνά κατά πολύ το αναμενόμενο: ~ος: δανεισμός/λογαριασμός. ~ο: έλλειμμα/κόστος. ~ες: αμοιβές/αποζημιώσεις/αυξήσεις/δαπάνες/τιμές/χρεώσεις. ~α: ενοίκια/έξοδα/επιτόκια/κέρδη/πρόστιμα/χρέη. Πβ. αστρονομικός. [< αρχ. ὑπέρογκος] | |
| 53360 | υπερομοταξία | [ὑπερομοταξία] υ-πε-ρο-μο-τα-ξί-α ουσ. (θηλ.): υπερκλάση: (ΒΙΟΛ.) ~ Τετράποδα. Βλ. υποσυν-, υφ-ομοταξία. | |
| 53361 | υπεροξειδάση | [ὑπεροξειδάση] υ-πε-ρο-ξει-δά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ομάδα ενζύμων η οποία βρίσκεται κυρ. στα φυτά και καταλύει την οξείδωση οργανικής ουσίας με τη βοήθεια υπεροξειδίου. [< γαλλ. peroxydase, αγγλ. peroxidase, 1900] | |
| 53362 | υπεροξειδικός | , ή, ό [ὑπεροξειδικός] υ-πε-ρο-ξει-δι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που έχει τις ιδιότητες του υπεροξειδίου: ~ό: ανιόν. | |
| 53363 | υπεροξείδιο | [ὑπεροξείδιο] υ-πε-ρο-ξεί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ένωση που περιέχει στο μόριό της δύο άτομα οξυγόνου και εμφανίζει ισχυρές οξειδωτικές ιδιότητες: οργανικό ~. Εκρηκτικά ~α. ~ του άνθρακα/βενζολίου/ψευδαργύρου. ● ΣΥΜΠΛ.: υπεροξείδιο του υδρογόνου βλ. υδρογόνο [< γαλλ. peroxyde] | |
| 53364 | υπεροξείδωση | [ὑπεροξείδωση] υ-πε-ρο-ξεί-δω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. μετατροπή οξειδίου σε υπεροξείδιο: λιπιδική ~ (: επίδραση ελεύθερων ριζών στα λιπίδια που υπάρχουν στις μεμβράνες των κυττάρων). [< γαλλ. peroxydation, 1963] | |
| 53365 | υπεροξυγόνωση | [ὑπεροξυγόνωση] υ-πε-ρο-ξυ-γό-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. υπερβολική οξυγόνωση του οργανισμού. [< αγγλ. hyperoxygenation, γαλλ. hyperoxygénation] | |
| 53366 | υπεροπλία | [ὑπεροπλία] υ-πε-ρο-πλί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): οπλική συνήθ. υπεροχή: αεροπορική/στρατιωτική ~.|| (μτφ.) Οικονομική/πολιτική/τεχνολογική ~. Η ομάδα μας νίκησε παρά την αριθμητική ~ των αντιπάλων (: λόγω αποβολής παίκτη). [< αρχ. ὑπεροπλία] | |
| 53367 | υπερόπλο | [ὑπερόπλο] υ-πε-ρό-πλο ουσ. (ουδ.): πολύ ισχυρό όπλο τελευταίας τεχνολογίας· κατ' επέκτ. οτιδήποτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί με εξαιρετικά αποτελεσματικό τρόπο ή είναι πάρα πολύ εξελιγμένο: μυστικό ~.|| (μτφ.) ~ κατά του καρκίνου. Τα ~α της κυβέρνησης για την οικονομία (: τα δυνατά της χαρτιά). Το πρόσφατο μοντέλο της αυτοκινητοβιομηχανίας αποτελεί το ~ της. [< αγγλ. superweapon] | |
| 53368 | υπερόπτης | [ὑπερόπτης] υ-πε-ρό-πτης επίθ./ουσ. (λόγ.): που συμπεριφέρεται με περιφρονητικό τρόπο, υποτιμώντας τους άλλους: (εμφατ.) ~ και αλαζόνας. Πβ. ακατάδεκτος, επηρ-, καβαλη-μένος, οιηματίας, σνομπ, υπερφίαλος, ψηλομύτης. ΑΝΤ. σεμνός (2), ταπεινός (1) [< αρχ. ὑπερόπτης] | |
| 53369 | υπεροπτικός | , ή, ό [ὑπεροπτικός] υ-πε-ρο-πτι-κός επίθ.: που συμπεριφέρεται με υπεροψία ή χαρακτηρίζεται από αυτή: Είναι τόσο ~ που δεν συναναστρέφεται με τους συναδέλφους του.|| ~ή: ματιά/στάση/συμπεριφορά. ~ό: βλέμμα/ύφος/χαμόγελο. Πβ. αλαζονικός, ψωνισμένος. ● επίρρ.: υπεροπτικά [< αρχ. ὑπεροπτικός] | |
| 53370 | υπερορία | [ὑπερορία] υ-πε-ρο-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. υποχρεωτική απομάκρυνση ατόμου έξω από τα σύνορα μιας χώρας· απέλαση ή εξορία. [< μτγν. ὑπερορία] | |
| 53371 | ύπερος | [ὕπερος] ύ-πε-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -έρου}: ΒΟΤ. το θηλυκό αναπαραγωγικό όργανο των φυτών, το οποίο αποτελείται από το στίγμα, τον στύλο και την ωοθήκη. Βλ. στήμονας. [< αρχ. ὕπερος] | |
| 53372 | υπεροσμωτικός | , ή, ό [ὑπεροσμωτικός] υ-πε-ρο-σμω-τι-κός επίθ. & υπερωσμωτικός: ΧΗΜ. (για διάλυμα) που έχει υψηλότερη οσμωτική πίεση από άλλο διάλυμα με το οποίο συγκρίνεται. Πβ. υπερτονικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ό: κώμα (: μορφή διαβητικού κώματος). [< πβ. αγγλ. hyperosmotic] | |
| 53373 | υπερουράνιος1 | , α, ο [ὑπερουράνιος] υ-πε-ρου-ρά-νι-ος επίθ. ΘΕΟΛ. 1. που υπάρχει πέρα από τον ουρανό: ~ο: θυσιαστήριο. 2. (με κεφαλ. το αρχικό Υ) προσωνυμία του Θεού. [< αρχ. ὑπερουράνιος] | |
| 53374 | υπερουράνιος2 | , α, ο [ὑπερουράνιος] υ-πε-ρου-ρά-νι-ος επίθ.: ΧΗΜ. (για χημικό στοιχείο) που έχει μεγαλύτερο ατομικό αριθμό από το ουράνιο: ~α: στοιχεία (βλ. ακτινίδες, καλιφόρνιο, νομπέλιο). [< αγγλ. transuranic, 1935, γαλλ. transuranien, 1940] | |
| 53375 | υπερούσιος | , α, ο [ὑπερούσιος] υ-πε-ρού-σι-ος επίθ. (ΘΕΟΛ.) 1. που βρίσκεται ή υπάρχει πέρα από την ύλη, την ουσία: ~ο: φως. 2. (με κεφαλ. το αρχικό Υ) προσωνυμία του Θεού. [< μτγν. ὑπερούσιος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ