Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [53880-53900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53386υπερπήδηση[ὑπερπήδηση] υ-περ-πή-δη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπερπηδώ: (ΑΘΛ.) ~ του πήχη. (στην ιππασία:) ~ εμποδίων.|| (μτφ.) ~ των διαφορών/δυσκολιών/προβλημάτων/φραγμών. Πβ. κατα-, υπερ-νίκηση, ξεπέρασμα. 2. ΗΛΕΚΤΡ. απότομη ηλεκτρική εκκένωση σε έναν μονωτήρα, όταν η τάση αυξάνεται περισσότερο από την τιμή που μπορεί να αντέξει το μονωτικό υλικό: Η ~ προκαλεί διακοπή ρεύματος. [< μτγν. ὑπερπήδησις ‘πήδημα πάνω από κάτι ή πιο πέρα’ 2: αγγλ. flashover]
53387υπερπηδώ[ὑπερπηδῶ] υ-περ-πη-δώ ρ. (μτβ.) {υπερπηδ-άς ... | υπερπήδ-ησε, -άται, -ήθηκε, -ώντας}: πηδώ πάνω από κάτι· μτφ. ξεπερνώ με επιτυχία, υπερνικώ: Η φωτιά ~ησε το ποτάμι και απείλησε το χωριό. (στην ιππασία:) Το άλογο ~ησε όλα τα εμπόδια.|| Κατάφερε να ~ήσει τις δυσκολίες/τα προβλήματα. Πβ. κατανικώ. [< αρχ. ὑπερπηδῶ]
53388υπερπηκτικότητα[ὑπερπηκτικότητα] υ-περ-πη-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφύσικα αυξημένη πηκτικότητα, η οποία προκαλεί αρτηριακή ή φλεβική θρόμβωση: ~ του αίματος. Πβ. θρομβοφιλία. [< αγγλ. hypercoagulability, 1924]
53389υπερπίεση[ὑπερπίεση] υ-περ-πί-ε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. (για υγρά ή αέρια) υπερβολικά αυξημένη πίεση: προστασία από ~. Η ~ προκαλεί φθορά στα ελαστικά του αυτοκινήτου. Βλ. μανό-, μπαρό-, πιεσό-μετρο, υπερσυμπιεστής. ΑΝΤ. υποπίεση (1) 2. ΦΥΣ. η διαφορά ανάμεσα στην παροδικά αυξημένη πίεση του αέρα, η οποία προκαλείται από ωστικό κύμα μετά από έκρηξη, και στην περιβάλλουσα ατμοσφαιρική πίεση. ΑΝΤ. υποπίεση (2) 3. ΙΑΤΡ. εφαρμογή αυξημένης πίεσης σε μια άρθρωση, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η ένταση του πόνου και να καθοριστεί η θεραπεία, κυρ. με μαλάξεις. [< 2: αγγλ. overpressure, 1955]
53390υπερπλασία[ὑπερπλασία] υ-περ-πλα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διόγκωση ενός οργάνου ή ιστού, η οποία οφείλεται στην ανώμαλη αύξηση του αριθμού των φυσιολογικών κυττάρων: άτυπη/καλοήθης/οζώδης/συγγενής ~. ~ του ενδομητρίου/εντέρου/προστάτη. Πβ. υπερτροφία. Βλ. -πλασία. ΑΝΤ. απλασία, υποπλασία [< αγγλ. hyperplasia, γαλλ. hyperplasie, 1902, γερμ. Hyperplasie]
53391υπερπλαστικός, ή, ό [ὑπερπλαστικός] υ-περ-πλα-στι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. (για ιστό ή όργανο του σώματος) που εμφανίζει υπερπλασία ή (για νόσο) που χαρακτηρίζεται από αυτή: ~οί: πολύποδες. ~ές: αλλοιώσεις. ΑΝΤ. υποπλαστικός 2. ΜΗΧΑΝ. (σπάν.) (για μέταλλο ή κράμα μετάλλων) που επιδέχεται πλαστική παραμόρφωση σε υψηλές θερμοκρασίες, χωρίς να θραύεται: ~ή: διαμόρφωση. [< 1: αγγλ. hyperplastic 2: αγγλ. superplastic, 1947]
53392υπερπληθυσμός[ὑπερπληθυσμός] υ-περ-πλη-θυ-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΔΗΜΟΓΡ. υπερβολική αύξηση της πληθυσμιακής πυκνότητας μιας χώρας ή περιοχής σε σχέση με τις οικονομικές της δυνατότητες και τους φυσικούς πόρους που διαθέτει, με αποτέλεσμα τη δημιουργία σοβαρότατων, κυρ. περιβαλλοντικών, προβλημάτων: ο ~ της Γης. Βλ. έλεγχος (των) γεννήσεων.|| (μτφ.) ~ των κρατουμένων/των φυλακών. 2. ΖΩΟΛ. υπεραύξηση ενός είδους του ζωικού βασιλείου σε σχέση με τους διαθέσιμους φυσικούς πόρους μιας περιοχής, με αποτέλεσμα τη διατάραξη του οικοσυστήματος. [< 1: πβ. αγγλ. overpopulation, γαλλ. surpopulation, 1910]
53393υπερπληθώρα[ὑπερπληθώρα] υ-περ-πλη-θώ-ρα ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): πολύ μεγάλη ποσότητα: Το διαδίκτυο προσφέρει ~ πληροφοριών. [< αγγλ. overabundance]
53394υπερπληθωρισμός[ὑπερπληθωρισμός] υ-περ-πλη-θω-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΝ. υψηλός ρυθμός πληθωρισμού σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ο οποίος μπορεί να απειλήσει τη σταθερότητα της οικονομίας μιας χώρας. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) κορεσμός: ~ του επαγγέλματος/του κλάδου. [< 1: αγγλ. hyperinflation, 1930]
53395υπερπλήρης, ης, ες [ὑπερπλήρης] υ-περ-πλή-ρης επίθ. {υπερπλήρ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιτατ.): που είναι εντελώς γεμάτος· κατ' επέκτ. ολοκληρωμένος: Το ξενοδοχείο/πλοίο/τρένο ήταν ~ες. Το νοσοκομείο είναι ~ες σε προσωπικό. Το στάδιο ήταν ~ες κατά τη διάρκεια της συναυλίας (πβ. κατάμεστος). Ο κάδος απορριμμάτων είναι ~ (πβ. ξέχειλος). Πβ. κορεσμένος.|| ~ης: εξοπλισμός. Η εταιρεία προσφέρει ένα ~ες πακέτο υπηρεσιών. [< αρχ. ὑπερπλήρης]
53396υπερπληρότητα[ὑπερπληρότητα] υ-περ-πλη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του υπερπλήρους: Λόγω ~ας των τρένων προστέθηκαν έκτακτα δρομολόγια. Βλ. -ότητα.
53397υπερπληροφόρηση[ὑπερπληροφόρηση] υ-περ-πλη-ρο-φό-ρη-ση ουσ. (θηλ.): παροχή υπερβολικού όγκου πληροφοριών: εποχή/κοινωνία της ~ης. Βλ. παραπληροφόρηση. [< αγγλ. over-information, γαλλ. surinformation]
53398υπερπληρώ[ὑπερπληρῶ] υ-περ-πλη-ρώ ρ. (μτβ.) {υπερπληρ-οί ... | υπερπλήρω-σε, -θηκε} (λόγ.) 1. (μτφ.) καλύπτω στον απόλυτο βαθμό: Το αυτοκίνητο/μηχάνημα ~οί τις προδιαγραφές. Ο υποψήφιος ~οί τα απαιτούμενα προσόντα για τη θέση. Βλ. υπερκαλύπτω. 2. γεμίζω υπερβαίνοντας το σημείο κορεσμού: Το κοινό ~σε την αίθουσα. Πβ. παραγεμίζω. [< αρχ. ὑπερπληρῶ ‘παραγεμίζω’]
53399υπερπλήρωση[ὑπερπλήρωση] υ-περ-πλή-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. παραγέμισμα: ~ των δεξαμενών καυσίμων.|| (ΙΑΤΡ.) Ακράτεια από ~ (της κύστης). 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. υπερσυμπίεση. [< 1: μτγν. ὑπερπλήρωσις 2: αγγλ. supercharge, 1912]
53400υπερπληρωτής[ὑπερπληρωτής] υ-περ-πλη-ρω-τής ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. υπερσυμπιεστής. [< αγγλ. supercharger, 1917]
53401υπέρπνοια[ὑπέρπνοια] υ-πέρ-πνοι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική αύξηση του βάθους και του ρυθμού της αναπνοής. Βλ. ά-, βραδύ-, δύσ-, ταχύ-πνοια, υπεραερισμός. ΑΝΤ. υπόπνοια [< πβ. αγγλ. hyperpnea, γαλλ. hyperpnée, γερμ. Hyperpnoe]
53402υπερπολλαπλάσιος, α, ο [ὑπερπολλαπλάσιος] υ-περ-πολ-λα-πλά-σι-ος επίθ. (επιτατ.): που είναι πολύ μεγαλύτερος ή περισσότερος από κάτι άλλο: Η ζήτηση εργασίας είναι ~α της προσφοράς. ΑΝΤ. υποπολλαπλάσιος
53403υπερπολύτεκνος, η, ο [ὑπερπολύτεκνος] υ-περ-πο-λύ-τε-κνος επίθ.: που έχει περισσότερα από επτά τέκνα: ~ος: πατέρας. ~η: μητέρα. (ως ουσ.) Οικογένειες ~έκνων.
53404υπερπολυτέλεια[ὑπερπολυτέλεια] υ-περ-πο-λυ-τέ-λει-α ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): πολύ μεγάλη πολυτέλεια, χλιδή: είδη ~είας.
53405υπερπολυτελής, ής, ές [ὑπερπολυτελής] υ-περ-πο-λυ-τε-λής επίθ. {υπερπολυτελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επιτατ.): εξαιρετικά πολυτελής: ~ής: βίλα/κατοικία/μεζονέτα. ~ές: διαμέρισμα/θέρετρο/κρουαζιερόπλοιο/σκάφος. ~είς: εγκαταστάσεις. ~ή: αυτοκίνητα/δωμάτια/ξενοδοχεία. Πβ. χλιδάτος. ● επίρρ.: υπερπολυτελώς [-ῶς]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.