Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [53880-53900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53376υπεροχή[ὑπεροχή] υ-πε-ρο-χή ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση κατά την οποία κάποιος ή κάτι υπερέχει έναντι κάποιου άλλου: αγωνιστική/αισθητική/ηθική/πνευματική/πολιτιστική/στρατιωτική/τεχνική/τεχνολογική ~. Αισθητή/αναμφισβήτητη/καθολική/ποιοτική/συντριπτική ~. Αίσθηση/απόδειξη/επίδειξη/σημείο ~ής. Με τον αέρα της ~ής. Διατηρεί/έχει την ~ έναντι των άλλων/επί του αντιπάλου.|| (ΝΟΜ.) Η αρχή της ~ής του κοινοτικού δικαίου (έναντι των εθνικών διατάξεων). Πβ. κυριάρχηση. ΣΥΝ. ανωτερότητα (1), προβάδισμα 2. ΒΙΟΛ. η ιδιότητα ενός αλληλόμορφου γονιδίου να διαμορφώνει τον φαινότυπο ενός οργανισμού επικαλύπτοντας την έκφραση άλλων αλληλόμορφων. [< 1: αρχ. ὑπεροχή]
53377υπέροχος, η, ο [ὑπέροχος] υ-πέ-ρο-χος επίθ.: εξαιρετικός, θαυμάσιος: ~ος: καιρός. ~η: γυναίκα/θέα/φωνή. ~ο: σώμα/φόρεμα. Πβ. εξαίσιος, έξοχος, θεσπέσιος, καταπληκτικός, ξεχωριστός. Βλ. ανεπανάληπτος. ΣΥΝ. φανταστικός (2) ● επίρρ.: υπέροχα [< αρχ. ὑπέροχος]
53378υπεροψία[ὑπεροψία] υ-πε-ρο-ψί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του υπερόπτη: η ~ της εξουσίας. Τον αντιμετώπισε με ~. ΣΥΝ. αλαζονεία, έπαρση (1), ξιπασιά, οίηση ΑΝΤ. σεμνότητα, ταπεινοφροσύνη [< αρχ. ὑπεροψία]
53379υπερπαραγωγή[ὑπερπαραγωγή] υ-περ-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. εντυπωσιακή κινηματογραφική ή τηλεοπτική συνήθ. παραγωγή με ιδιαίτερα υψηλό κόστος· κατ' επέκτ. οτιδήποτε αποβλέπει στον εντυπωσιασμό, φτάνοντας μερικές φορές στα όρια της υπερβολής: διεθνής/επική/θεαματική/ιστορική/μουσική/φιλόδοξη/χολιγουντιανή ~.|| Έκαναν έναν γάμο ~ (πβ. υπερθέαμα). 2. ΟΙΚΟΝ. παραγωγή προϊόντων η οποία ξεπερνά κατά πολύ τη ζήτηση και υπερκαλύπτει τις υπάρχουσες ανάγκες: ~ γάλακτος/λαδιού. Βλ. υπερκατανάλωση. 3. ΦΥΣΙΟΛ. υπερέκκριση: ~ οιστρογόνων/ορμονών. [< 1: γαλλ. superproduction, 1921 2: αγγλ. overproduction, γαλλ. surproduction]
53380υπερπαραθυρεοειδισμός[ὑπερπαραθυρεοειδισμός] υ-περ-πα-ρα-θυ-ρε-ο-ει-δι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. υπερέκκριση παραθορμόνης στο αίμα, η οποία προκαλεί υπερασβεστιαιμία: πρωτοπαθής/δευτεροπαθής/τριτοπαθής ~. Βλ. -ισμός, υποπαραθυρεοειδισμός. [< αγγλ. hyperparathyroidism, 1917, γαλλ. hyperparathyroïdisme, γερμ. Hyperparathyreoidismus]
53381υπερπατριώτης[ὑπερπατριώτης] υ-περ-πα-τρι-ώ-της ουσ. (αρσ.): άτομο που υπερασπίζεται με φανατισμό τα εθνικά ιδεώδη και απορρίπτει όποιον και ό,τι θεωρεί ότι έρχεται σε αντίθεση με αυτά. Πβ. εθνικ-, σοβιν-ιστής.
53382υπερπατριωτικός, ή, ό [ὑπερπατριωτικός] υ-περ-πα-τρι-ω-τι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από υπερβολικό πατριωτισμό. Πβ. εθνικιστικός, σοβινιστικός.
53383υπερπατριωτισμός[ὑπερπατριωτισμός] υ-περ-πα-τρι-ω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): φανατική προσήλωση στα εθνικά ιδεώδη. Πβ. εθνικ-, σοβιν-ισμός. Βλ. εθνοφυλετισμός.
53384υπερπέραν[ὑπερπέραν] υ-περ-πέ-ραν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ο κόσμος που υπάρχει πέρα από τον θάνατο· κατ' επέκτ. το μακρινό και απρόσιτο Σύμπαν: Ισχυρίζεται ότι επικοινωνεί με το ~.|| Το τηλέφωνό μου χάλασε και ακούγομαι σαν να μιλάω από το ~. [< γαλλ. l'au-delà]
53385υπερπεριφέρεια[ὑπερπεριφέρεια] υ-περ-πε-ρι-φέ-ρει-α ουσ. (θηλ.): γεωγραφική ενότητα που περιλαμβάνει περισσότερες από μία περιφέρειες: ~ Αττικής. Βλ. υποπεριφέρεια.
53386υπερπήδηση[ὑπερπήδηση] υ-περ-πή-δη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπερπηδώ: (ΑΘΛ.) ~ του πήχη. (στην ιππασία:) ~ εμποδίων.|| (μτφ.) ~ των διαφορών/δυσκολιών/προβλημάτων/φραγμών. Πβ. κατα-, υπερ-νίκηση, ξεπέρασμα. 2. ΗΛΕΚΤΡ. απότομη ηλεκτρική εκκένωση σε έναν μονωτήρα, όταν η τάση αυξάνεται περισσότερο από την τιμή που μπορεί να αντέξει το μονωτικό υλικό: Η ~ προκαλεί διακοπή ρεύματος. [< μτγν. ὑπερπήδησις ‘πήδημα πάνω από κάτι ή πιο πέρα’ 2: αγγλ. flashover]
53387υπερπηδώ[ὑπερπηδῶ] υ-περ-πη-δώ ρ. (μτβ.) {υπερπηδ-άς ... | υπερπήδ-ησε, -άται, -ήθηκε, -ώντας}: πηδώ πάνω από κάτι· μτφ. ξεπερνώ με επιτυχία, υπερνικώ: Η φωτιά ~ησε το ποτάμι και απείλησε το χωριό. (στην ιππασία:) Το άλογο ~ησε όλα τα εμπόδια.|| Κατάφερε να ~ήσει τις δυσκολίες/τα προβλήματα. Πβ. κατανικώ. [< αρχ. ὑπερπηδῶ]
53388υπερπηκτικότητα[ὑπερπηκτικότητα] υ-περ-πη-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφύσικα αυξημένη πηκτικότητα, η οποία προκαλεί αρτηριακή ή φλεβική θρόμβωση: ~ του αίματος. Πβ. θρομβοφιλία. [< αγγλ. hypercoagulability, 1924]
53389υπερπίεση[ὑπερπίεση] υ-περ-πί-ε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. (για υγρά ή αέρια) υπερβολικά αυξημένη πίεση: προστασία από ~. Η ~ προκαλεί φθορά στα ελαστικά του αυτοκινήτου. Βλ. μανό-, μπαρό-, πιεσό-μετρο, υπερσυμπιεστής. ΑΝΤ. υποπίεση (1) 2. ΦΥΣ. η διαφορά ανάμεσα στην παροδικά αυξημένη πίεση του αέρα, η οποία προκαλείται από ωστικό κύμα μετά από έκρηξη, και στην περιβάλλουσα ατμοσφαιρική πίεση. ΑΝΤ. υποπίεση (2) 3. ΙΑΤΡ. εφαρμογή αυξημένης πίεσης σε μια άρθρωση, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η ένταση του πόνου και να καθοριστεί η θεραπεία, κυρ. με μαλάξεις. [< 2: αγγλ. overpressure, 1955]
53390υπερπλασία[ὑπερπλασία] υ-περ-πλα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διόγκωση ενός οργάνου ή ιστού, η οποία οφείλεται στην ανώμαλη αύξηση του αριθμού των φυσιολογικών κυττάρων: άτυπη/καλοήθης/οζώδης/συγγενής ~. ~ του ενδομητρίου/εντέρου/προστάτη. Πβ. υπερτροφία. Βλ. -πλασία. ΑΝΤ. απλασία, υποπλασία [< αγγλ. hyperplasia, γαλλ. hyperplasie, 1902, γερμ. Hyperplasie]
53391υπερπλαστικός, ή, ό [ὑπερπλαστικός] υ-περ-πλα-στι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. (για ιστό ή όργανο του σώματος) που εμφανίζει υπερπλασία ή (για νόσο) που χαρακτηρίζεται από αυτή: ~οί: πολύποδες. ~ές: αλλοιώσεις. ΑΝΤ. υποπλαστικός 2. ΜΗΧΑΝ. (σπάν.) (για μέταλλο ή κράμα μετάλλων) που επιδέχεται πλαστική παραμόρφωση σε υψηλές θερμοκρασίες, χωρίς να θραύεται: ~ή: διαμόρφωση. [< 1: αγγλ. hyperplastic 2: αγγλ. superplastic, 1947]
53392υπερπληθυσμός[ὑπερπληθυσμός] υ-περ-πλη-θυ-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΔΗΜΟΓΡ. υπερβολική αύξηση της πληθυσμιακής πυκνότητας μιας χώρας ή περιοχής σε σχέση με τις οικονομικές της δυνατότητες και τους φυσικούς πόρους που διαθέτει, με αποτέλεσμα τη δημιουργία σοβαρότατων, κυρ. περιβαλλοντικών, προβλημάτων: ο ~ της Γης. Βλ. έλεγχος (των) γεννήσεων.|| (μτφ.) ~ των κρατουμένων/των φυλακών. 2. ΖΩΟΛ. υπεραύξηση ενός είδους του ζωικού βασιλείου σε σχέση με τους διαθέσιμους φυσικούς πόρους μιας περιοχής, με αποτέλεσμα τη διατάραξη του οικοσυστήματος. [< 1: πβ. αγγλ. overpopulation, γαλλ. surpopulation, 1910]
53393υπερπληθώρα[ὑπερπληθώρα] υ-περ-πλη-θώ-ρα ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): πολύ μεγάλη ποσότητα: Το διαδίκτυο προσφέρει ~ πληροφοριών. [< αγγλ. overabundance]
53394υπερπληθωρισμός[ὑπερπληθωρισμός] υ-περ-πλη-θω-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΝ. υψηλός ρυθμός πληθωρισμού σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ο οποίος μπορεί να απειλήσει τη σταθερότητα της οικονομίας μιας χώρας. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) κορεσμός: ~ του επαγγέλματος/του κλάδου. [< 1: αγγλ. hyperinflation, 1930]
53395υπερπλήρης, ης, ες [ὑπερπλήρης] υ-περ-πλή-ρης επίθ. {υπερπλήρ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιτατ.): που είναι εντελώς γεμάτος· κατ' επέκτ. ολοκληρωμένος: Το ξενοδοχείο/πλοίο/τρένο ήταν ~ες. Το νοσοκομείο είναι ~ες σε προσωπικό. Το στάδιο ήταν ~ες κατά τη διάρκεια της συναυλίας (πβ. κατάμεστος). Ο κάδος απορριμμάτων είναι ~ (πβ. ξέχειλος). Πβ. κορεσμένος.|| ~ης: εξοπλισμός. Η εταιρεία προσφέρει ένα ~ες πακέτο υπηρεσιών. [< αρχ. ὑπερπλήρης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.