Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [53900-53920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53406υπερπολύτιμος, η, ο [ὑπερπολύτιμος] υ-περ-πο-λύ-τι-μος επίθ. (επιτατ.) 1. που είναι εξαιρετικά μεγάλης υλικής, ηθικής ή πνευματικής αξίας: ~η: βοήθεια/προσφορά/συλλογή. 2. πάρα πολύ χρήσιμος ή ωφέλιμος: ~ος: παίκτης.
53407υπερπόντιος, α, ο [ὑπερπόντιος] υ-περ-πό-ντι-ος επίθ.: που βρίσκεται ή πραγματοποιείται σε περιοχή πέρα από τη θάλασσα και συνήθ. πέρα από τον Ατλαντικό ωκεανό· κατ' επέκτ. πολύ μακρινός: ~α: χώρα.|| ~α: αλιεία/μετανάστευση. ~ες: επενδύσεις/πτήσεις. ~α: ταξίδια. Βλ. υπερατλαντικός. [< αρχ. ὑπερπόντιος]
53408υπερπροβολή[ὑπερπροβολή] υ-περ-προ-βο-λή ουσ. (θηλ.): υπέρμετρη προβολή ατόμων, γεγονότων ή καταστάσεων, ιδ. από τα έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
53409υπερπροϊόν[ὑπερπροϊόν] υ-περ-προ-ϊ-όν ουσ. (ουδ.) 1. ΟΙΚΟΝ. (στον μαρξισμό) το προϊόν το οποίο περισσεύει από την παραγωγή και αποτελεί κέρδος που το καρπώνεται ο κεφαλαιούχος: ιδιοποίηση του ~ος. Βλ. υπερ-αξία, -κέρδος. 2. (επιτατ.) προϊόν πολύ καλής ποιότητας που συνήθ. αποφέρει μεγάλο κέρδος: ~α της τεχνολογίας. [< 1: αγγλ. surplus product]
53410υπερπρολακτιναιμία[ὑπερπρολακτιναιμία] υ-περ-προ-λα-κτι-ναι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρουσία αφύσικα αυξημένων επιπέδων προλακτίνης στο αίμα. Βλ. -αιμία. [< αγγλ. hyperprolactinaemia, γαλλ. hyperprolactinémie]
53411υπερπροπόνηση[ὑπερπροπόνηση] υ-περ-προ-πό-νη-ση ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. υπερβολικά εντατική προπόνηση αθλητή· γενικότ. καταπόνηση του μυϊκού συστήματος λόγω έντονης άσκησης. Βλ. υπερ-αναπλήρωση, -προσπάθεια. [< αγγλ. over-training, 1904]
53412υπερπροσπάθεια[ὑπερπροσπάθεια] υ-περ-προ-σπά-θει-α ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): η υπερβολικά μεγάλη προσπάθεια που καταβάλλει κάποιος, ξεπερνώντας τις δυνάμεις του: Οι γιατροί έκαναν ~, για να τον σώσουν.
53413υπερπροστασία[ὑπερπροστασία] υ-περ-προ-στα-σί-α ουσ. (θηλ.): υπερβολική προστασία και κυρ. αυτή που παρέχεται από την οικογένεια προς τα παιδιά: μητρική ~. Πβ. υπερ-προστατευτικότητα, -προστατευτισμός.|| ~ των προνομιούχων από τα βαριά φορολογικά μέτρα. [< αγγλ. overprotection, 1930, γαλλ. surprotection, 1966]
53414υπερπροστατευτικός, ή, ό [ὑπερπροστατευτικός] υ-περ-προ-στα-τευ-τι-κός επίθ.: εξαιρετικά προστατευτικός: ~ό: περιβάλλον. ~οί: γονείς.|| ~ή: συμπεριφορά. ● επίρρ.: υπερπροστατευτικά [< αγγλ. overprotective, 1930, γαλλ. surprotecteur, περ. 1970]
53415υπερπροστατευτικότητα[ὑπερπροστατευτικότητα] υ-περ-προ-στα-τευ-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): υπερβολική προστατευτικότητα. Πβ. υπερ-προστασία, -προστατευτισμός. [< αγγλ. overprotectiveness, 1957]
53416υπερπροστατευτισμός[ὑπερπροστατευτισμός] υ-περ-προ-στα-τευ-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΝ. υπερβολικός προστατευτισμός: Ο ~ της ελαφράς βιομηχανίας περιόρισε την ανάπτυξή της. 2. υπερπροστατευτικότητα: Ο ~ εμποδίζει την κοινωνικοποίηση του παιδιού. Πβ. υπερπροστασία. [< αγγλ. overprotectionism]
53417υπερπροστατεύω[ὑπερπροστατεύω] υ-περ-προ-στα-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.}: προστατεύω υπέρμετρα: Ο νέος νόμος ~ει τις επιχειρήσεις. ~μένα: παιδιά. Βλ. παραχαϊδεύω. [< αγγλ. overprotect, 1961, γαλλ. surprotéger, 1970]
53418υπερπροσφορά[ὑπερπροσφορά] υ-περ-προ-σφο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. διάθεση υπερβολικού αριθμού αγαθών ή υπηρεσιών στην αγορά σε σχέση με τη ζήτηση: ~ ακινήτων/εργασίας. Βλ. υπερ-αφθονία, -επάρκεια. 2. (επιτατ.) πολύ συμφέρουσα, από οικονομική άποψη, προσφορά προϊόντος προς πώληση: Μοναδικές ~ές λίγο πριν το τέλος των εκπτώσεων. [< γερμ. Überangebot]
53419υπερπτήση[ὑπερπτήση] υ-περ-πτή-ση ουσ. (θηλ.): πτήση κυρ. μαχητικού αεροσκάφους πάνω από συγκεκριμένη περιοχή, συνήθ. ξένη: ~ πάνω από τον εναέριο χώρο της ... Βλ. παραβίαση. [< γαλλ. survol, 1911, αγγλ. overflight, 1950]
53420υπερρεαλισμός[ὑπερρεαλισμός] υ-περ-ρε-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΛΟΓΟΤ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. κίνημα που αναπτύχθηκε στις αρχές του 20ού αι., το οποίο επιδιώκει να αποτυπώσει το υποσυνείδητο μέσα από τεχνικές, όπως η αυτόματη γραφή, η καταγραφή ονείρων και η παράδοξη αντιπαράθεση εικόνων: το μανιφέστο του ~ού. Βλ. κυβισμός. ΣΥΝ. σουρεαλισμός [< γαλλ. surréalisme, 1917· πβ. αμερικ. hyperrealism. 1937, γαλλ. hyperréalisme, 1971, με διαφορετική σημ.]
53421υπερρεαλιστής[ὑπερρεαλιστής] υ-περ-ρε-α-λι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. υπερρεαλίστρια}: οπαδός του υπερρεαλισμού: (ως επίθ.) ~ής: ζωγράφος/ποιητής. ΣΥΝ. σουρεαλιστής [< γαλλ. surréaliste, 1920· πβ. αμερικ. hyperrealist, γαλλ. hyperréaliste, με διαφορετική σημ.]
53422υπερρεαλιστικός, ή, ό [ὑπερρεαλιστικός] υ-περ-ρε-α-λι-στι-κός επίθ.: ΛΟΓΟΤ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με τον υπερρεαλισμό ή τους υπερρεαλιστές: ~ή: γραφή/ποίηση/τεχνική. ~ό: κείμενο/κίνημα. ΣΥΝ. σουρεαλιστικός (1) ● επίρρ.: υπερρεαλιστικά
53423υπερρευστός, ή, ό [ὑπερρευστός] υ-περ-ρευ-στός επίθ.: ΦΥΣ. που ρέει χωρίς ιξώδες: ~ά: υλικά.
53425υπερσεξουαλικός, ή, ό [ὑπερσεξουαλικός] υ-περ-σε-ξου-α-λι-κός επίθ.: που είναι σεξουαλικά υπερδραστήριος. [< αγγλ. hypersexual, 1915]
53426υπερσεξουαλικότητα[ὑπερσεξουαλικότητα] υ-περ-σε-ξου-α-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): αφύσικα αυξημένη σεξουαλική επιθυμία ή δραστηριότητα. [< αγγλ. hypersexuality, 1915]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.