| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53396 | υπερπληρότητα | [ὑπερπληρότητα] υ-περ-πλη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του υπερπλήρους: Λόγω ~ας των τρένων προστέθηκαν έκτακτα δρομολόγια. Βλ. -ότητα. | |
| 53397 | υπερπληροφόρηση | [ὑπερπληροφόρηση] υ-περ-πλη-ρο-φό-ρη-ση ουσ. (θηλ.): παροχή υπερβολικού όγκου πληροφοριών: εποχή/κοινωνία της ~ης. Βλ. παραπληροφόρηση. [< αγγλ. over-information, γαλλ. surinformation] | |
| 53398 | υπερπληρώ | [ὑπερπληρῶ] υ-περ-πλη-ρώ ρ. (μτβ.) {υπερπληρ-οί ... | υπερπλήρω-σε, -θηκε} (λόγ.) 1. (μτφ.) καλύπτω στον απόλυτο βαθμό: Το αυτοκίνητο/μηχάνημα ~οί τις προδιαγραφές. Ο υποψήφιος ~οί τα απαιτούμενα προσόντα για τη θέση. Βλ. υπερκαλύπτω. 2. γεμίζω υπερβαίνοντας το σημείο κορεσμού: Το κοινό ~σε την αίθουσα. Πβ. παραγεμίζω. [< αρχ. ὑπερπληρῶ ‘παραγεμίζω’] | |
| 53399 | υπερπλήρωση | [ὑπερπλήρωση] υ-περ-πλή-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. παραγέμισμα: ~ των δεξαμενών καυσίμων.|| (ΙΑΤΡ.) Ακράτεια από ~ (της κύστης). 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. υπερσυμπίεση. [< 1: μτγν. ὑπερπλήρωσις 2: αγγλ. supercharge, 1912] | |
| 53400 | υπερπληρωτής | [ὑπερπληρωτής] υ-περ-πλη-ρω-τής ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. υπερσυμπιεστής. [< αγγλ. supercharger, 1917] | |
| 53401 | υπέρπνοια | [ὑπέρπνοια] υ-πέρ-πνοι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική αύξηση του βάθους και του ρυθμού της αναπνοής. Βλ. ά-, βραδύ-, δύσ-, ταχύ-πνοια, υπεραερισμός. ΑΝΤ. υπόπνοια [< πβ. αγγλ. hyperpnea, γαλλ. hyperpnée, γερμ. Hyperpnoe] | |
| 53402 | υπερπολλαπλάσιος | , α, ο [ὑπερπολλαπλάσιος] υ-περ-πολ-λα-πλά-σι-ος επίθ. (επιτατ.): που είναι πολύ μεγαλύτερος ή περισσότερος από κάτι άλλο: Η ζήτηση εργασίας είναι ~α της προσφοράς. ΑΝΤ. υποπολλαπλάσιος | |
| 53403 | υπερπολύτεκνος | , η, ο [ὑπερπολύτεκνος] υ-περ-πο-λύ-τε-κνος επίθ.: που έχει περισσότερα από επτά τέκνα: ~ος: πατέρας. ~η: μητέρα. (ως ουσ.) Οικογένειες ~έκνων. | |
| 53404 | υπερπολυτέλεια | [ὑπερπολυτέλεια] υ-περ-πο-λυ-τέ-λει-α ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): πολύ μεγάλη πολυτέλεια, χλιδή: είδη ~είας. | |
| 53405 | υπερπολυτελής | , ής, ές [ὑπερπολυτελής] υ-περ-πο-λυ-τε-λής επίθ. {υπερπολυτελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επιτατ.): εξαιρετικά πολυτελής: ~ής: βίλα/κατοικία/μεζονέτα. ~ές: διαμέρισμα/θέρετρο/κρουαζιερόπλοιο/σκάφος. ~είς: εγκαταστάσεις. ~ή: αυτοκίνητα/δωμάτια/ξενοδοχεία. Πβ. χλιδάτος. ● επίρρ.: υπερπολυτελώς [-ῶς] | |
| 53406 | υπερπολύτιμος | , η, ο [ὑπερπολύτιμος] υ-περ-πο-λύ-τι-μος επίθ. (επιτατ.) 1. που είναι εξαιρετικά μεγάλης υλικής, ηθικής ή πνευματικής αξίας: ~η: βοήθεια/προσφορά/συλλογή. 2. πάρα πολύ χρήσιμος ή ωφέλιμος: ~ος: παίκτης. | |
| 53407 | υπερπόντιος | , α, ο [ὑπερπόντιος] υ-περ-πό-ντι-ος επίθ.: που βρίσκεται ή πραγματοποιείται σε περιοχή πέρα από τη θάλασσα και συνήθ. πέρα από τον Ατλαντικό ωκεανό· κατ' επέκτ. πολύ μακρινός: ~α: χώρα.|| ~α: αλιεία/μετανάστευση. ~ες: επενδύσεις/πτήσεις. ~α: ταξίδια. Βλ. υπερατλαντικός. [< αρχ. ὑπερπόντιος] | |
| 53408 | υπερπροβολή | [ὑπερπροβολή] υ-περ-προ-βο-λή ουσ. (θηλ.): υπέρμετρη προβολή ατόμων, γεγονότων ή καταστάσεων, ιδ. από τα έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. | |
| 53409 | υπερπροϊόν | [ὑπερπροϊόν] υ-περ-προ-ϊ-όν ουσ. (ουδ.) 1. ΟΙΚΟΝ. (στον μαρξισμό) το προϊόν το οποίο περισσεύει από την παραγωγή και αποτελεί κέρδος που το καρπώνεται ο κεφαλαιούχος: ιδιοποίηση του ~ος. Βλ. υπερ-αξία, -κέρδος. 2. (επιτατ.) προϊόν πολύ καλής ποιότητας που συνήθ. αποφέρει μεγάλο κέρδος: ~α της τεχνολογίας. [< 1: αγγλ. surplus product] | |
| 53410 | υπερπρολακτιναιμία | [ὑπερπρολακτιναιμία] υ-περ-προ-λα-κτι-ναι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρουσία αφύσικα αυξημένων επιπέδων προλακτίνης στο αίμα. Βλ. -αιμία. [< αγγλ. hyperprolactinaemia, γαλλ. hyperprolactinémie] | |
| 53411 | υπερπροπόνηση | [ὑπερπροπόνηση] υ-περ-προ-πό-νη-ση ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. υπερβολικά εντατική προπόνηση αθλητή· γενικότ. καταπόνηση του μυϊκού συστήματος λόγω έντονης άσκησης. Βλ. υπερ-αναπλήρωση, -προσπάθεια. [< αγγλ. over-training, 1904] | |
| 53412 | υπερπροσπάθεια | [ὑπερπροσπάθεια] υ-περ-προ-σπά-θει-α ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): η υπερβολικά μεγάλη προσπάθεια που καταβάλλει κάποιος, ξεπερνώντας τις δυνάμεις του: Οι γιατροί έκαναν ~, για να τον σώσουν. | |
| 53413 | υπερπροστασία | [ὑπερπροστασία] υ-περ-προ-στα-σί-α ουσ. (θηλ.): υπερβολική προστασία και κυρ. αυτή που παρέχεται από την οικογένεια προς τα παιδιά: μητρική ~. Πβ. υπερ-προστατευτικότητα, -προστατευτισμός.|| ~ των προνομιούχων από τα βαριά φορολογικά μέτρα. [< αγγλ. overprotection, 1930, γαλλ. surprotection, 1966] | |
| 53414 | υπερπροστατευτικός | , ή, ό [ὑπερπροστατευτικός] υ-περ-προ-στα-τευ-τι-κός επίθ.: εξαιρετικά προστατευτικός: ~ό: περιβάλλον. ~οί: γονείς.|| ~ή: συμπεριφορά. ● επίρρ.: υπερπροστατευτικά [< αγγλ. overprotective, 1930, γαλλ. surprotecteur, περ. 1970] | |
| 53415 | υπερπροστατευτικότητα | [ὑπερπροστατευτικότητα] υ-περ-προ-στα-τευ-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): υπερβολική προστατευτικότητα. Πβ. υπερ-προστασία, -προστατευτισμός. [< αγγλ. overprotectiveness, 1957] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ