| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53427 | υπερσιβηρικός | , ή, ό [ὑπερσιβηρικός] υ-περ-σι-βη-ρι-κός επίθ.: που διασχίζει τη Σιβηρία: ~ός: αγωγός.|| (ως ουσ.) Ταξίδεψαν με τον ~ό (ενν. σιδηρόδρομο). [< γαλλ. transsibérien] | |
| 53428 | υπερσιτίζω | [ὑπερσιτίζω] υ-περ-σι-τί-ζω ρ. (μτβ.) {κυρ. μεσοπαθ. στον ενεστ.}: (σπάν.) χορηγώ σε κάποιον υπερβολική ποσότητα τροφής. ΑΝΤ. υποσιτίζω ● Παθ.: υπερσιτίζεται: τρέφεται υπερεπαρκώς: Ένα μεγάλο ποσοστό των κατοίκων των ανεπτυγμένων χωρών ~. [< μτγν. ὑπερσιτίζω] | |
| 53429 | υπερσιτισμός | [ὑπερσιτισμός] υ-περ-σι-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) υπερσίτιση (η) 1. λήψη υπερβολικής ποσότητας τροφής: Ο ~ προκαλεί παχυσαρκία. Πβ. υπερτροφία. ΑΝΤ. υποσιτισμός 2. ΙΑΤΡ. χορήγηση μεγάλης ποσότητας θρεπτικών συστατικών στον οργανισμό κυρ. ενδοφλεβίως για θεραπευτικούς λόγους. [< γαλλ. suralimentation] | |
| 53430 | υπερσκελίζω | [ὑπερσκελίζω] υ-περ-σκε-λί-ζω ρ. (μτβ.) {υπερσκέλι-σε, -στεί, υπερσκελίζ-οντας} (επίσ.): υπερβαίνω, ξεπερνώ: Η προσφορά παραγόμενων προϊόντων ~ει τη ζήτηση. Bλ. υποσκελίζω. | |
| 53431 | υπερστατικός | , ή, ό [ὑπερστατικός] υ-περ-στα-τι-κός επίθ.: ΜΗΧΑΝ. που διαθέτει περισσότερα (υπο)στηρίγματα από τα ελάχιστα που απαιτούνται για να είναι σταθερός: ~οί: φορείς. ~ές: κατασκευές. ~ά: προβλήματα. Βλ. ισοστατικός. [< αγγλ. hyperstatic, 1930] | |
| 53432 | υπερστρέφει | [ὑπερστρέφει] υ-περ-στρέ-φει ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.}: (για όχημα) εκτελεί υπερστροφή. Βλ. υποστρέφω. | |
| 53433 | υπερστροφή | [ὑπερστροφή] υ-περ-στρο-φή ουσ. (θηλ.): η τάση ενός οχήματος να διαγράφει πιο απότομη στροφή από την επιθυμητή, επειδή οι πίσω τροχοί χάνουν την πρόσφυσή τους, με αποτέλεσμα να ολισθαίνουν προς την εξωτερική πλευρά της στροφής: ~ ισχύος. Πβ. κωλιά, παντιλίκια. Βλ. υποστροφή. [< αγγλ. oversteer, 1936] | |
| 53434 | υπερστροφικός | , ή, ό [ὑπερστροφικός] υ-περ-στρο-φι-κός επίθ.: (για όχημα) που υπερστρέφει, αυξάνοντας την ταχύτητα: ~ή: οδήγηση/συμπεριφορά του αυτοκινήτου. | |
| 53435 | υπερσυγκέντρωση | [ὑπερσυγκέντρωση] υ-περ-συ-γκέ-ντρω-ση ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): υπερβολικά μεγάλη συγκέντρωση: ~ του πληθυσμού/υπηρεσιών στα αστικά κέντρα.|| ~ δραστηριοτήτων/δύναμης/εξουσιών/πλούτου. [< αγγλ. overconcentration] | |
| 53436 | υπερσύγχρονος | , η, ο [ὑπερσύγχρονος] υ-περ-σύγ-χρο-νος επίθ. (επιτατ.): πολύ μοντέρνος, πολύ προηγμένος τεχνολογικά: ~ος: αυτοκινητόδρομος/εξοπλισμός. ~η: αίθουσα/γέφυρα/μονάδα/πόλη. ~ο: αεροδρόμιο/γυμναστήριο/εργοστάσιο/κατάστημα/κτίριο/μηχάνημα/νοσοκομείο/σύστημα (ασφαλείας/συναγερμού). ~ες: εγκαταστάσεις. Πβ. υπερμοντέρνος. [< αγγλ. ultramodern, supermodern, γαλλ. ultramoderne, 1902] | |
| 53437 | υπερσυμμετρία | [ὑπερσυμμετρία] υ-περ-συμ-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. θεωρία που προτείνει την αντιστοιχία ανάμεσα σε φερμιόνια και μποζόνια ίδιας μάζας. Βλ. νετραλίνο. [< αγγλ. supersymmetry, 1974] | |
| 53438 | υπερσυμμετρικός | , ή, ό [ὑπερσυμμετρικός] υ-περ-συμ-με-τρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με την υπερσυμμετρία: ~ή: θεωρία. ~ά: σωματίδια (βλ. νετραλίνο). [< αγγλ. supersymmetric, 1974] | |
| 53439 | υπερσυμπίεση | [ὑπερσυμπίεση] υ-περ-συ-μπί-ε-ση ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. αύξηση της ισχύος κινητήρα σε μηχανή εσωτερικής καύσης με τη χρήση υπερσυμπιεστή. ΣΥΝ. υπερπλήρωση (2) [< αγγλ. supercharge, 1912] | |
| 53440 | υπερσυμπιεστής | [ὑπερσυμπιεστής] υ-περ-συ-μπι-ε-στής ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. συμπιεστής ο οποίος χορηγεί στους κυλίνδρους μηχανής εσωτερικής καύσης αέρα σε πίεση υψηλότερη από αυτή του περιβάλλοντος, προκειμένου να αυξήσει την ισχύ της μηχανής: μηχανικός ~ (= κομπρέσορας). Πβ. στροβιλοσυμπιεστής, τούρμπο, υπερτροφοδότης. Βλ. υπερπίεση. ΣΥΝ. υπερπληρωτής [< αγγλ. supercharger, 1917] | |
| 53441 | υπερσύνδεσμος | [ὑπερσύνδεσμος] υ-περ-σύν-δε-σμος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) υπερσύνδεση (η): ΠΛΗΡΟΦ. διακριτό συνήθ. τμήμα ηλεκτρονικού κειμένου, όπως λέξη ή εικόνα, το οποίο, όταν επιλεγεί με το ποντίκι, επιτρέπει την πλοήγηση σε άλλα έγγραφα ή ιστοσελίδες, εξασφαλίζοντας έτσι τη διασύνδεση των πληροφοριών. Πβ. σύνδεσμος. Βλ. επισημείωση, υπερκείμενο. ΣΥΝ. λινκ (1), υπερδεσμός [< αμερικ. hyperlink, 1988] | |
| 53442 | υπερσύνολο | [ὑπερσύνολο] υ-περ-σύ-νο-λο ουσ. (ουδ.) 1. σύνολο το οποίο περιλαμβάνει επιμέρους σύνολα: Η ευρωπαϊκή φιλοσοφία είναι ένα ~ με πολλούς κλάδους. 2. ΜΑΘ. σύνολο το οποίο περιέχει όλα τα στοιχεία ενός μικρότερου συνόλου. Βλ. υποσύνολο. [< 2: αγγλ. superset, 1970] | |
| 53443 | υπερσυντέλικος | [ὑπερσυντέλικος] υ-περ-συ-ντέ-λι-κος ουσ. (αρσ.): ΓΡΑΜΜ. ρηματικός χρόνος που δηλώνει πράξη η οποία ολοκληρώθηκε στο παρελθόν πριν από μια άλλη· συνεκδ. κάθε ρηματικός τύπος σε αυτόν τον χρόνο: π.χ. είχα γράψει. [< μτγν. ὑπερσυντέλικος] | |
| 53444 | υπερσυντηρητικός | , ή, ό [ὑπερσυντηρητικός] υ-περ-συ-ντη-ρη-τι-κός επίθ. (επιτατ.): εξαιρετικά συντηρητικός, κυρ. όσον αφορά τις πολιτικές του πεποιθήσεις: ~ή: πολιτική. ~ές απόψεις/δυνάμεις.|| (ως ουσ.) Οι ~οί. [< αγγλ. ultraconservative] | |
| 53445 | υπερσυντηρητισμός | [ὑπερσυντηρητισμός] υ-περ-συ-ντη-ρη-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (επιτατ.): υπερβολικός συντηρητισμός. [< αγγλ. ultraconservatism] | |
| 53446 | υπερσυσσώρευση | [ὑπερσυσσώρευση] υ-περ-συσ-σώ-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. (στον μαρξισμό) συσσώρευση αγαθών λόγω της παραγωγής τους σε ποσότητα πολύ μεγαλύτερη από αυτή που καλύπτει τη δεδομένη ζήτηση, με αποτέλεσμα να μην αξιοποιούνται: ~ κερδών/κεφαλαίου/πλούτου. Κρίση ~ης. Βλ. υπερπαραγωγή. 2. (επιτατ.) υπερβολική συγκέντρωση προσώπων ή πραγμάτων σε έναν χώρο: ~ κρατουμένων στις φυλακές.|| ~ σκουπιδιών στους δρόμους. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ