| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53447 | υπερτάξη | [ὑπερτάξη] υ-περ-τά-ξη ουσ. (θηλ.) & υπέρταξη 1. ΒΙΟΛ. ταξινομική κατηγορία οργανισμών με κοινά χαρακτηριστικά, η οποία βρίσκεται πάνω από την τάξη και κάτω από την κλάση ή την υποκλάση. Βλ. υποτάξη. 2. ΠΛΗΡΟΦ. υπερκλάση. [< πβ. μτγν. ὑπέρταξις ‘ανώτερη τάξη’, αγγλ. superorder] | |
| 53448 | υπέρταση | [ὑπέρταση] υ-πέρ-τα-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. υπόταση 1. ΙΑΤΡ. αύξηση της αρτηριακής πίεσης πάνω από τα ανώτατα φυσιολογικά όρια, η οποία μπορεί να προκαλέσει καρδιακό ή εγκεφαλικό επεισόδιο· συνεκδ. αυξημένη αρτηριακή πίεση: ανθεκτική/πρωτοπαθής/δευτεροπαθής/ήπια/πνευμονική/πυλαία/φλεβική/χρόνια ~. ~ κύησης.|| Έχει ~. 2. ΗΛΕΚΤΡ. {συνηθέστ. στον πληθ.} υψηλή τάση του ηλεκτρικού ρεύματος, η οποία ξεπερνά το επιτρεπτό ή ασφαλές όριο: εξωτερικές/εσωτερικές/κρουστικές/στιγμιαίες ~άσεις. Βλ. υπερφόρτιση. ΑΝΤ. βύθιση τάσης ● ΣΥΜΠΛ.: ιδιοπαθής υπέρταση: ΙΑΤΡ. η οποία δεν έχει υποκείμενη αιτία και δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως συνέπεια ή σύμπτωμα κάποιας οργανικής βλάβης., νεφραγγειακή υπέρταση: ΙΑΤΡ. που οφείλεται συνήθ. σε στένωση των νεφρικών αρτηριών. [< μτγν. ὑπέρτασις 'υπερβολική ένταση, νίκη' 1: γαλλ.-αγγλ. hypertension] | |
| 53449 | υπερτασικός | , ή, ό [ὑπερτασικός] υ-περ-τα-σι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που πάσχει από υπέρταση ή σχετίζεται με αυτή: ~οί: ασθενείς. (ως ουσ.) Οι ~οί δεν πρέπει να καταναλώνουν πολύ αλάτι.|| ~ή: αμφιβληστροειδοπάθεια/εγκεφαλοπάθεια/καρδιοπάθεια/κρίση/νόσος. ΑΝΤ. υποτασικός (1) [< γαλλ. hypertensif, 1903] | |
| 53450 | υπέρτατος | , η, ο [ὑπέρτατος] υ-πέρ-τα-τος επίθ.: ανώτατος: ~ος: κριτής/νόμος/στόχος. ~η: αλήθεια/αξία/αρχή/διάκριση/δύναμη/εξουσία/ευτυχία/ηδονή/θυσία/μάχη/πρόκληση/προσπάθεια/σοφία/τιμή. Το ~ο αγαθό/αξίωμα/δικαίωμα/ιδανικό/κακό/χρέος. Στον ~ο βαθμό.|| Ο ~ Δημιουργός/Θεός. Πβ. ύψιστος. ● ΣΥΜΠΛ.: το υπέρτατο ον βλ. ον [< αρχ. ὑπέρτατος] | |
| 53451 | υπερταχεία | [ὑπερταχεῖα] υ-περ-τα-χεί-α ουσ. (θηλ.): αμαξοστοιχία που εκτελεί διαδρομή με πολύ μεγάλη ταχύτητα και ελάχιστες ενδιάμεσες στάσεις. [< γαλλ. train à grande vitesse] | |
| 53452 | υπερταχύς | , εία, ύ [ὑπερταχύς] υ-περ-τα-χύς επίθ. {υπερταχ-έος | -είς (ουδ. -έα), -έων (θηλ. -ειών)} (επιτατ.): εξαιρετικά γρήγορος: ~εία: αμαξοστοιχία/πρόσβαση (στο διαδίκτυο). | |
| 53453 | υπερτέλειος | , α, ο [ὑπερτέλειος] υ-περ-τέ-λει-ος επίθ. 1. ΕΚΚΛΗΣ. (κ. με κεφαλ. Υ) προσωνυμία του Θεού. 2. (προφ.-εμφατ.) αψεγάδιαστος: Αγόρασα ένα ~ο αυτοκίνητο. [< μτγν. ὑπερτέλειος] | |
| 53454 | υπερτεμαχιακός | , ή, ό [ὑπερτεμαχιακός] υ-περ-τε-μα-χι-α-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: υπερτεμαχιακά στοιχεία & (σπάν.) προσωδιακά στοιχεία: ΓΛΩΣΣ. χαρακτηριστικά του λόγου, όπως ο τόνος, ο επιτονισμός και η ένταση της φωνής, τα οποία εφαρμόζονται στα εκφωνήματα. Βλ. παραγλωσσικά στοιχεία. [< αγγλ. suprasegmental, 1941, γαλλ. ~, περ. 1960] | |
| 53455 | υπερτέρηση | [ὑπερτέρηση] υ-περ-τέ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): ανωτερότητα. Πβ. υπεροχή. | |
| 53456 | υπέρτερος | , η, ο [ὑπέρτερος] υ-πέρ-τε-ρος επίθ. (λόγ.): ανώτερος σε ποιότητα, ποσότητα ή αξία: ~η: δύναμη. ~ο: αγαθό/(δημόσιο) συμφέρον. Αριθμητικά ~. Η ομάδα αποδείχτηκε ~η των αντιπάλων της. ΑΝΤ. υποδεέστερος [< αρχ. ὑπέρτερος] | |
| 53457 | υπερτερώ | [ὑπερτερῶ] υ-περ-τε-ρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {υπερτερ-εί ... | υπερτέρ-ησε, -ώντας} (λόγ.): είμαι ανώτερος σε ποιότητα, ποσότητα ή αξία, υπερισχύω: (+ γεν.) ~εί του αντιπάλου του σε σωματική δύναμη.|| Το νέο μοντέλο αυτοκινήτου ~εί σημαντικά σε επιδόσεις. ΣΥΝ. πλεονεκτώ, υπερέχω ΑΝΤ. μειονεκτώ [< μτγν. ὑπερτερῶ] | |
| 53458 | υπέρτηξη | [ὑπέρτηξη] υ-πέρ-τη-ξη ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. κατάσταση κατά την οποία ένα υγρό ή αέριο παραμένει ρευστό κάτω από το σημείο πήξης του. [< γαλλ. surfusion] | |
| 53459 | υπερτίμημα | [ὑπερτίμημα] υ-περ-τί-μη-μα ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. το επιπλέον ποσό, σε σχέση με μια τιμή αναφοράς, που καταβάλλει κάποιος προκειμένου να αποκτήσει ένα αγαθό (π.χ. ακίνητο, χρεωστικό τίτλο) ή να του παρασχεθεί μια υπηρεσία: ~ από τη μεταβίβαση της επιχείρησης. Μετοχές με ~ άνω του ... %. Βλ. κέρδος, υπεραξία. ΑΝΤ. υποτίμημα ● ΣΥΜΠΛ.: φόρος αυτόματου υπερτιμήματος βλ. φόρος [< αγγλ. premium, 1933] | |
| 53460 | υπερτιμημένος | , η, ο [ὑπερτιμημένος] υ-περ-τι-μη-μέ-νος επίθ.: που του αποδίδεται αξία μεγαλύτερη από αυτή που έχει πραγματικά: (ΟΙΚΟΝ.) ~η: αγορά/μετοχή.|| (μτφ.) ~oς: παίκτης (πβ. υπερεκτιμημένος). ~η: αξία/αρετή. ΑΝΤ. υποτιμημένος | |
| 53461 | υπερτίμηση | [ὑπερτίμηση] υ-περ-τί-μη-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. υποτίμηση 1. ΟΙΚΟΝ. αύξηση της τιμής ενός αγαθού πάνω από το φυσιολογικό ή νόμιμο όριο: ~ των ακινήτων. ~ήσεις προϊόντων. Πβ. ανατίμηση. 2. ΟΙΚΟΝ. ανοδική προσαρμογή στη συναλλαγματική ισοτιμία της επίσημης τιμής ενός εθνικού νομίσματος σε σχέση με τον χρυσό ή με νόμισμα άλλης χώρας. 3. (μτφ.) υπερεκτίμηση: Η ~ των δυνατοτήτων τους οδήγησε στην ήττα. [< γαλλ. revalorisation, 1923] | |
| 53462 | υπερτιμολόγηση | [ὑπερτιμολόγηση] υ-περ-τι-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπερτιμολογώ: ~ των καυσίμων/φαρμάκων. Πβ. υπερκοστολόγηση. ΑΝΤ. υποτιμολόγηση [< γαλλ. surfacturation] | |
| 53463 | υπερτιμολογώ | [ὑπερτιμολογῶ] υ-περ-τι-μο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {υπερτιμολογ-εί ... | υπερτιμολόγ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας}: ΟΙΚΟΝ. καθορίζω υπερβολικά υψηλή τιμή για αγαθό ή υπηρεσία σε σχέση με την πραγματική τους αξία: ~ημένα: ομόλογα/υλικά. Πβ. υπερκοστολογώ. ΣΥΝ. υπερτιμώ (2) ΑΝΤ. υποτιμολογώ [< γαλλ. surfacturer, 1926] | |
| 53464 | υπέρτιμος | [ὑπέρτιμος] υ-πέρ-τι-μος επίθ./ουσ. (ο) {υπερτ-ίμου | -ίμων}: ΕΚΚΛΗΣ. (ως τίτλος τιμής που αποδίδεται σε αρχιερείς) αυτός στον οποίο πρέπει να αποδοθεί πολύ μεγάλη τιμή: Ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης ..., ~ και έξαρχος πάσης ... [< μτγν. επίθ. ὑπέρτιμος] | |
| 53465 | υπερτιμώ | [ὑπερτιμῶ] υ-περ-τι-μώ ρ. (μτβ.) {υπερτιμ-ά κ. -άει ... | υπερτίμ-ησε, -άται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} & υπερτιμάω ΑΝΤ. υποτιμώ 1. (μτφ.) υπερεκτιμώ: ~ημένος: ηθοποιός/καλλιτέχνης. 2. ΟΙΚΟΝ. υπερτιμολογώ. Πβ. ανατιμώ, υπερκοστολογώ. ● Παθ.: υπερτιμάται: ΟΙΚΟΝ. για νόμισμα του οποίου η επίσημη τιμή προσαρμόζεται ανοδικά στη συναλλαγματική ισοτιμία σε σχέση με τον χρυσό ή με νόμισμα άλλης χώρας. ΑΝΤ. υποτιμάται [< 1: αρχ. ὑπερτιμῶ 2: γαλλ. surévaluer, 1935] | |
| 53466 | υπέρτιτλος | [ὑπέρτιτλος] υ-πέρ-τιτ-λος ουσ. (αρσ.): τίτλος στο πάνω μέρος εντύπου ή στην αρχή κειμένου: ~ άρθρου. Πβ. επικεφαλίδα. Βλ. κεφαλίδα, υπότιτλος. ● υπέρτιτλοι (οι): μετάφραση θεατρικού ή ποιητικού κειμένου, που προβάλλεται σε φωτεινή οθόνη πάνω από τη σκηνή κατά τη διάρκεια της παράστασης: όπερα στα Γερμανικά με ελληνικούς ~ους. [< αμερικ. supertitle, 1965] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ