| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 53467 | υπερτονία | [ὑπερτονία] υ-περ-το-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αύξηση του μυϊκού τόνου, η οποία προκαλεί μυϊκές διαταραχές. Βλ. α-, δυσ-τονία, σπαστικότητα.|| Οφθαλμική ~ (: όταν η ενδοφθάλμια πίεση είναι αυξημένη χωρίς βλάβες στο οπτικό νεύρο). ΑΝΤ. υποτονία [< γαλλ. hypertonie, αγγλ. hypertonia] | |
| 53468 | υπερτονίζω | [ὑπερτονίζω] υ-περ-το-νί-ζω ρ. (μτβ.) {υπερτόνι-σα, υπερτονί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, υπερτονίζ-οντας} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): δίνω υπερβολική έμφαση σε κάτι: ~στηκε η σημασία της προσφοράς του.|| ~εται σκόπιμα η ανάγκη για ... Πβ. υπερθεματίζω, υπογραμμίζω. [< αγγλ. overstress] | |
| 53469 | υπερτονικός | , ή, ό [ὑπερτονικός] υ-περ-το-νι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που πάσχει από υπερτονία ή σχετίζεται με αυτή. ΑΝΤ. υποτονικός (2) 2. ΧΗΜ. (για διάλυμα) που έχει μεγαλύτερη οσμωτική πίεση σε σύγκριση με άλλο διάλυμα. Πβ. υπεροσμωτικός. Βλ. ισοτονικός. ΣΥΝ. υπέρτονος ΑΝΤ. υποτονικός (3) [< αγγλ. hypertonic, γαλλ. hypertonique] | |
| 53470 | υπερτονισμός | [ὑπερτονισμός] υ-περ-το-νι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπερτονίζω: Ο ~ της βίας στην ταινία προκάλεσε αντιδράσεις.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) ~ των χρωμάτων. Βλ. κορεσμός. | |
| 53471 | υπέρτονος | , ή, ό [ὑπέρτονος] υ-πέρ-το-νος επίθ.: ΧΗΜ. υπερτονικός: ~ο: διάλυμα/θαλασσινό νερό. Βλ. ισότονος. ΑΝΤ. υπότονος [< αρχ. ὑπέρτονος ‘έντονος, δυνατός’] | |
| 53472 | υπερτοπικός | , ή, ό [ὑπερτοπικός] υ-περ-το-πι-κός επίθ.: που εκτείνεται πέρα από τα όρια ενός συγκεκριμένου τόπου: ~ός: πόλος αναψυχής. ~ή: αγορά/εμβέλεια/σημασία. ~ό: δίκτυο/κέντρο. Σε ~ό επίπεδο. Βλ. υπερχρονικός. [< αγγλ. supralocal | |
| 53473 | υπερτουρισμός | [ὑπερτουρισμός] υ-περ-του-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): υπερβολικός τουρισμός, πολύ μεγάλος αριθμός τουριστών που επισκέπτεται ένα μέρος: ο ~ απειλεί την κοινωνική συνοχή του τόπου/καταστρέφει το περιβάλον. Βλ. τουριστικοποίηση. [< αγγλ. overtourism, γαλλ. overtourisme, surtourisme] | |
| 53474 | υπερτραφής | , ής, ές [ὑπερτραφής] υ-περ-τρα-φής επίθ. {υπερτραφ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): παχύσαρκος. Πβ. υπέρβαρος. [< μτγν. ὑπερτραφής] | |
| 53475 | υπερτρίχωση | [ὑπερτρίχωση] υ-περ-τρί-χω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολική τριχοφυΐα σε σημεία του σώματος, όπως τα άκρα ή η πλάτη, η οποία εμφανίζεται και στα δύο φύλα και δεν επηρεάζεται από τη δράση ανδρογόνων ορμονών. Βλ. δασυτριχισμός. [< γαλλ. hypertrichose, αγγλ. hypertrichosis] | |
| 53476 | υπερτροφή | [ὑπερτροφή] υ-περ-τρο-φή ουσ. (θηλ.): τροφή υψηλής θρεπτικής αξίας που τονώνει τον οργανισμό: αντιγηραντικές ~ές. Βλ. γκότζι μπέρι, ιπποφαές, σπιρουλίνα, υπερφρούτο, χλωρέλα, -τροφή. ΑΝΤ. σκουπιδοτροφή [< αγγλ. superfood, 1915, γαλλ. superaliment, 1911] | |
| 53477 | υπερτροφία | [ὑπερτροφία] υ-περ-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. παθολογική συνήθ. αύξηση του όγκου ενός ιστού ή οργάνου λόγω αύξησης του μεγέθους των κυττάρων του: καλοήθης ~. ~ των αμυγδαλών/της καρδιάς/του προστάτη (= υπερπλασία). ~ αριστερής κοιλίας.|| Μυϊκή ~. Προπόνηση ~ας (βλ. μπόντι-μπίλντινγκ). ΑΝΤ. ατροφία (1) 2. (σπάν.) υπερσιτισμός. Πβ. πολυφαγία. [< γαλλ. hypertrophie, αγγλ. hypertrophy] | |
| 53478 | υπερτροφικός | , ή, ό [ὑπερτροφικός] υ-περ-τρο-φι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που εμφανίζει υπερτροφία: ~ή: μυοκαρδιοπάθεια. ~ές: αμυγδαλές/ουλές (βλ. χηλοειδές). ΑΝΤ. ατροφικός (1) 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) που έχει αναπτυχθεί υπερβολικά: ~ό: εγώ/κράτος. ΑΝΤ. ατροφικός (3) [< γαλλ. hypertrophique, αγγλ. hypertrophic] | |
| 53479 | υπερτροφοδότης | [ὑπερτροφοδότης] υ-περ-τρο-φο-δό-της ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. είδος υπερσυμπιεστή ο οποίος λαμβάνει κίνηση από έναν στρόβιλο που τροφοδοτείται με τα καυσαέρια του κινητήρα εσωτερικής καύσης. Πβ. στροβιλοσυμπιεστής, τούρμπο. Βλ. -δότης. [< αγγλ. turbocharger, 1934] | |
| 53480 | υπερτροφοδότηση | [ὑπερτροφοδότηση] υ-περ-τρο-φο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. (για μηχανές) χρήση υπερτροφοδότη: διπλή ~. Σύστημα ~ης (βλ. κομπρέσορας). Βλ. -δότηση. | |
| 53481 | υπερτροφοδοτούμενος | , η, ο [ὑπερτροφοδοτούμενος] υ-περ-τρο-φο-δο-τού-με-νος επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. που διαθέτει υπερτροφοδότη: ~ος: κινητήρας. ~η: έκδοση (αυτοκινήτου). | |
| 53482 | υπερτυχερός | , ή, ό [ὑπερτυχερός] υ-περ-τυ-χε-ρός επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ τυχερός: ~ός: νικητής. ~ό: δελτίο (του λόττο).|| (ως ουσ.) Ο ~ της κλήρωσης/του πρωτοχρονιάτικου λαχείου. | |
| 53483 | υπέρυθρος | , η, ο [ὑπέρυθρος] υ-πέ-ρυ-θρος επίθ.: ΦΥΣ. που παράγει ή χρησιμοποιεί υπέρυθρη ακτινοβολία, σχετίζεται με αυτή ή παρουσιάζει ευαισθησία σε αυτή: ~ος: αισθητήρας/ανιχνευτής/προβολέας/φωτισμός. ~η: κάμερα/τεχνολογία/φασματοσκοπία/φωτογραφία. ~ο: θερμόμετρο/τηλεσκόπιο/τηλεχειριστήριο/φιλμ/φως.|| (ως ουσ.) Η περιοχή του ~ου. Θύρα ~ύθρων (ενν. ακτίνων). ● ΣΥΜΠΛ.: υπέρυθρη ακτινοβολία: ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που εκπέμπεται σε μήκος κύματος μεγαλύτερο από το ερυθρό του ορατού φάσματος, αλλά μικρότερο από αυτό των μικροκυμάτων. Βλ. υπεριώδης ακτινοβολία. [< αρχ. ὑπέρυθρος ΄κοκκινωπός΄, αγγλ. infrared, γαλλ. infrarouge] | |
| 53484 | υπερύμνητος | , ος/η, ο [ὑπερύμνητος] υ-πε-ρύ-μνη-τος επίθ. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Υ): ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία του Θεού και της Παναγίας. Βλ. υπερένδοξος. [< μεσν. υπερύμνητος] | |
| 53485 | υπερυπνία | [ὑπερυπνία] υ-πε-ρυ-πνί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κατάσταση που χαρακτηρίζεται από παθολογικά αυξημένη υπνηλία ή αφύσικα συχνές ή εκτεταμένες περιόδους ύπνου. Βλ. αϋπνία, ναρκοληψία. [< αγγλ. hypersomnia, γαλλ. hypersomnie, 1927 | |
| 53486 | υπερυπολογιστής | [ὑπερυπολογιστής] υ-πε-ρυ-πο-λο-γι-στής ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. υπολογιστής εξαιρετικά υψηλών δυνατοτήτων, ο οποίος αποτελείται από εκατοντάδες ή χιλιάδες επεξεργαστές και χρησιμοποιείται σε εργαστήρια κυρ. για επιστημονικούς υπολογισμούς ή πολύ απαιτητικές προσομοιώσεις: προσωπικός ~. [< αγγλ. supercomputer, 1968, γαλλ. supercalculateur, περ. 1985] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ