Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [53960-53980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
53457υπερτερώ[ὑπερτερῶ] υ-περ-τε-ρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {υπερτερ-εί ... | υπερτέρ-ησε, -ώντας} (λόγ.): είμαι ανώτερος σε ποιότητα, ποσότητα ή αξία, υπερισχύω: (+ γεν.) ~εί του αντιπάλου του σε σωματική δύναμη.|| Το νέο μοντέλο αυτοκινήτου ~εί σημαντικά σε επιδόσεις. ΣΥΝ. πλεονεκτώ, υπερέχω ΑΝΤ. μειονεκτώ [< μτγν. ὑπερτερῶ]
53458υπέρτηξη[ὑπέρτηξη] υ-πέρ-τη-ξη ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. κατάσταση κατά την οποία ένα υγρό ή αέριο παραμένει ρευστό κάτω από το σημείο πήξης του. [< γαλλ. surfusion]
53459υπερτίμημα[ὑπερτίμημα] υ-περ-τί-μη-μα ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. το επιπλέον ποσό, σε σχέση με μια τιμή αναφοράς, που καταβάλλει κάποιος προκειμένου να αποκτήσει ένα αγαθό (π.χ. ακίνητο, χρεωστικό τίτλο) ή να του παρασχεθεί μια υπηρεσία: ~ από τη μεταβίβαση της επιχείρησης. Μετοχές με ~ άνω του ... %. Βλ. κέρδος, υπεραξία. ΑΝΤ. υποτίμημα ● ΣΥΜΠΛ.: φόρος αυτόματου υπερτιμήματος βλ. φόρος [< αγγλ. premium, 1933]
53460υπερτιμημένος, η, ο [ὑπερτιμημένος] υ-περ-τι-μη-μέ-νος επίθ.: που του αποδίδεται αξία μεγαλύτερη από αυτή που έχει πραγματικά: (ΟΙΚΟΝ.) ~η: αγορά/μετοχή.|| (μτφ.) ~oς: παίκτης (πβ. υπερεκτιμημένος). ~η: αξία/αρετή. ΑΝΤ. υποτιμημένος
53461υπερτίμηση[ὑπερτίμηση] υ-περ-τί-μη-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. υποτίμηση 1. ΟΙΚΟΝ. αύξηση της τιμής ενός αγαθού πάνω από το φυσιολογικό ή νόμιμο όριο: ~ των ακινήτων. ~ήσεις προϊόντων. Πβ. ανατίμηση. 2. ΟΙΚΟΝ. ανοδική προσαρμογή στη συναλλαγματική ισοτιμία της επίσημης τιμής ενός εθνικού νομίσματος σε σχέση με τον χρυσό ή με νόμισμα άλλης χώρας. 3. (μτφ.) υπερεκτίμηση: Η ~ των δυνατοτήτων τους οδήγησε στην ήττα. [< γαλλ. revalorisation, 1923]
53462υπερτιμολόγηση[ὑπερτιμολόγηση] υ-περ-τι-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπερτιμολογώ: ~ των καυσίμων/φαρμάκων. Πβ. υπερκοστολόγηση. ΑΝΤ. υποτιμολόγηση [< γαλλ. surfacturation]
53463υπερτιμολογώ[ὑπερτιμολογῶ] υ-περ-τι-μο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {υπερτιμολογ-εί ... | υπερτιμολόγ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας}: ΟΙΚΟΝ. καθορίζω υπερβολικά υψηλή τιμή για αγαθό ή υπηρεσία σε σχέση με την πραγματική τους αξία: ~ημένα: ομόλογα/υλικά. Πβ. υπερκοστολογώ. ΣΥΝ. υπερτιμώ (2) ΑΝΤ. υποτιμολογώ [< γαλλ. surfacturer, 1926]
53464υπέρτιμος[ὑπέρτιμος] υ-πέρ-τι-μος επίθ./ουσ. (ο) {υπερτ-ίμου | -ίμων}: ΕΚΚΛΗΣ. (ως τίτλος τιμής που αποδίδεται σε αρχιερείς) αυτός στον οποίο πρέπει να αποδοθεί πολύ μεγάλη τιμή: Ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης ..., ~ και έξαρχος πάσης ... [< μτγν. επίθ. ὑπέρτιμος]
53465υπερτιμώ[ὑπερτιμῶ] υ-περ-τι-μώ ρ. (μτβ.) {υπερτιμ-ά κ. -άει ... | υπερτίμ-ησε, -άται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} & υπερτιμάω ΑΝΤ. υποτιμώ 1. (μτφ.) υπερεκτιμώ: ~ημένος: ηθοποιός/καλλιτέχνης. 2. ΟΙΚΟΝ. υπερτιμολογώ. Πβ. ανατιμώ, υπερκοστολογώ. ● Παθ.: υπερτιμάται: ΟΙΚΟΝ. για νόμισμα του οποίου η επίσημη τιμή προσαρμόζεται ανοδικά στη συναλλαγματική ισοτιμία σε σχέση με τον χρυσό ή με νόμισμα άλλης χώρας. ΑΝΤ. υποτιμάται [< 1: αρχ. ὑπερτιμῶ 2: γαλλ. surévaluer, 1935]
53466υπέρτιτλος[ὑπέρτιτλος] υ-πέρ-τιτ-λος ουσ. (αρσ.): τίτλος στο πάνω μέρος εντύπου ή στην αρχή κειμένου: ~ άρθρου. Πβ. επικεφαλίδα. Βλ. κεφαλίδα, υπότιτλος.υπέρτιτλοι (οι): μετάφραση θεατρικού ή ποιητικού κειμένου, που προβάλλεται σε φωτεινή οθόνη πάνω από τη σκηνή κατά τη διάρκεια της παράστασης: όπερα στα Γερμανικά με ελληνικούς ~ους. [< αμερικ. supertitle, 1965]
53467υπερτονία[ὑπερτονία] υ-περ-το-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αύξηση του μυϊκού τόνου, η οποία προκαλεί μυϊκές διαταραχές. Βλ. α-, δυσ-τονία, σπαστικότητα.|| Οφθαλμική ~ (: όταν η ενδοφθάλμια πίεση είναι αυξημένη χωρίς βλάβες στο οπτικό νεύρο). ΑΝΤ. υποτονία [< γαλλ. hypertonie, αγγλ. hypertonia]
53468υπερτονίζω[ὑπερτονίζω] υ-περ-το-νί-ζω ρ. (μτβ.) {υπερτόνι-σα, υπερτονί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, υπερτονίζ-οντας} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): δίνω υπερβολική έμφαση σε κάτι: ~στηκε η σημασία της προσφοράς του.|| ~εται σκόπιμα η ανάγκη για ... Πβ. υπερθεματίζω, υπογραμμίζω. [< αγγλ. overstress]
53469υπερτονικός, ή, ό [ὑπερτονικός] υ-περ-το-νι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που πάσχει από υπερτονία ή σχετίζεται με αυτή. ΑΝΤ. υποτονικός (2) 2. ΧΗΜ. (για διάλυμα) που έχει μεγαλύτερη οσμωτική πίεση σε σύγκριση με άλλο διάλυμα. Πβ. υπεροσμωτικός. Βλ. ισοτονικός. ΣΥΝ. υπέρτονος ΑΝΤ. υποτονικός (3) [< αγγλ. hypertonic, γαλλ. hypertonique]
53470υπερτονισμός[ὑπερτονισμός] υ-περ-το-νι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπερτονίζω: Ο ~ της βίας στην ταινία προκάλεσε αντιδράσεις.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) ~ των χρωμάτων. Βλ. κορεσμός.
53471υπέρτονος, ή, ό [ὑπέρτονος] υ-πέρ-το-νος επίθ.: ΧΗΜ. υπερτονικός: ~ο: διάλυμα/θαλασσινό νερό. Βλ. ισότονος. ΑΝΤ. υπότονος [< αρχ. ὑπέρτονος ‘έντονος, δυνατός’]
53472υπερτοπικός, ή, ό [ὑπερτοπικός] υ-περ-το-πι-κός επίθ.: που εκτείνεται πέρα από τα όρια ενός συγκεκριμένου τόπου: ~ός: πόλος αναψυχής. ~ή: αγορά/εμβέλεια/σημασία. ~ό: δίκτυο/κέντρο. Σε ~ό επίπεδο. Βλ. υπερχρονικός. [< αγγλ. supralocal
53473υπερτουρισμός

[ὑπερτουρισμός] υ-περ-του-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): υπερβολικός τουρισμός, πολύ μεγάλος αριθμός τουριστών που επισκέπτεται ένα μέρος: ο ~ απειλεί την κοινωνική συνοχή του τόπου/καταστρέφει το περιβάλον. Βλ. τουριστικοποίηση. [< αγγλ. overtourism, γαλλ. overtourisme, surtourisme]

53474υπερτραφής, ής, ές [ὑπερτραφής] υ-περ-τρα-φής επίθ. {υπερτραφ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): παχύσαρκος. Πβ. υπέρβαρος. [< μτγν. ὑπερτραφής]
53475υπερτρίχωση[ὑπερτρίχωση] υ-περ-τρί-χω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολική τριχοφυΐα σε σημεία του σώματος, όπως τα άκρα ή η πλάτη, η οποία εμφανίζεται και στα δύο φύλα και δεν επηρεάζεται από τη δράση ανδρογόνων ορμονών. Βλ. δασυτριχισμός. [< γαλλ. hypertrichose, αγγλ. hypertrichosis]
53476υπερτροφή[ὑπερτροφή] υ-περ-τρο-φή ουσ. (θηλ.): τροφή υψηλής θρεπτικής αξίας που τονώνει τον οργανισμό: αντιγηραντικές ~ές. Βλ. γκότζι μπέρι, ιπποφαές, σπιρουλίνα, υπερφρούτο, χλωρέλα, -τροφή. ΑΝΤ. σκουπιδοτροφή [< αγγλ. superfood, 1915, γαλλ. superaliment, 1911]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.